Legislator Case Law & Legislation
286/2009 AI generated

286/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 286/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

286/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 286 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 286/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ......, 2) Χ2, κατοίκου ......, 3) Χ3, κατοίκου ...... και 4) Χ4, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαμπρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραγιώργο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 430/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 1411/2006 μη οριστική και 5150/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-3-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση της ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ` ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Επίσης, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.

Με βάση την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 (που ίσχυσε μέχρι την 8.5.1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ., την οποία αρχή προβλέπει τώρα η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Αυτό, διότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 για το εθνικό σύστημα υγείας (Ε.Σ.Υ.), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7.10.1983) ως υπηρεσίες ν.π.δ.δ.

και ασφαλιστικών οργανισμών ή ν.π.ι.δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο ή οι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν τον προϋπολογισμό ν.π.δ.δ., μετατρέπονται, μέσα σ` ένα χρόνο από τη δημοσίευση του ίδιου αυτού νόμου, σε ν.π.δ.δ. και υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 ή συγχωνεύονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα που υπάγονται στις διατάξεις αυτού του νομοθετικού διατάγματος.

Σε περίπτωση μη μετατροπής ή μη συγχώνευσής τους σε ν.π.δ.δ., γίνονται ν.π.ι.δ. και διακόπτεται η επιχορήγησή τους. Το προσωπικό, πλην του ιατρικού, που υπηρετεί στις μονάδες αυτές που μετατρέπονται σε ν.π.δ.δ., ύστερα από αίτησή του εντάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.

Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλει αίτηση ένταξης εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, με τις οποίες υπηρετούσε και στη μονάδα που μετατράπηκε, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται απ` αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυσαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής.

Το ως άνω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου αυτού νόμου 2071/1992. Με το Π.Δ. 305/5-8-1983 (ΦΕΚ Α' 108/17-8-1983), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983, το αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 και ν. 1397/1983, ενώ με την Α3β/οικ. 13891/17-9-1990 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 642/11-10-1990) εκδόθηκε ο νέος οργανισμός του νοσοκομείου αυτού, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 131 ν. 2071/1992), και μετονομάστηκε, φέροντας έκτοτε την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".

Κατά το άρθρο 2 του άνω Π.Δ., το προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του Δ/τος αυτού στο αναιρεσίβλητο εξακολουθεί να υπηρετεί σ` αυτό με την ίδια σχέση εργασίας και μετά την κατά το προηγούμενο άρθρο υπαγωγή του στις διατάξεις του ν.δ. 2592/53, μέχρι κατάρτισης του νέου οργανισμού του, που με τις διατάξεις του θα καθοριστεί η υπηρεσιακή του κατάσταση, κατά δε το άρθρο 17 παρ. 3 του πιο πάνω νέου οργανισμού, το προσωπικό που δεν εντάσσεται σε οργανικές θέσεις αυτού (οργανισμού) εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1998 οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1972, όπως ισχύει, δηλαδή με ειδικές συλλογικές συμβάσεις που καταρτίζονται σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις του.

Τέλος, με την από 22-12-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, που κηρύχτηκε υποχρεωτική με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 741/1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζόμενους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, ορίστηκε (άρθρο 3 παρ. 1 και 2 αυτής), ότι επεκτείνονται στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, που είναι μέλη σωματείων τα οποία ανήκουν στην πανελλήνια ομοσπονδία εργαζομένων δημοσίων νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ), οι οποίοι και κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια με βάση τα τυπικά προσόντα πρόσληψής τους, ενώ με το άρθρο 9 της ως άνω ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται (Ολ.

ΑΠ 1/2007, 26/2006). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2003 αγωγή τους ισχυρίστηκαν, ότι προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ως αδειούχοι διπλωματούχοι ηλεκτροτεχνίτες κατά τα έτη 1974, 1983, 1983 και 1981αντίστοιχα και συμφώνησαν να αμείβονται με τις Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κ.λ.π. όλης της χώρας. Μετά τη μετατροπή του αναιρεσίβλητου σε ν.π.δ.δ. και την έκδοση του νέου οργανισμού του δεν εντάχθηκαν σε μόνιμες θέσεις και ίσχυε γι` αυτό η συμφωνία τους να αμείβονται με την ως άνω Σ.Σ.Ε. Ύστερα απ` αυτά, υποστήριξαν ότι το αναιρεσίβλητο έπρεπε να εφαρμόσει την Σ.Σ.Ε.

και τις Διαιτητικές αποφάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας του κλάδου των, όπως είχε συμφωνηθεί με το καθένα από αυτούς κατά την πρόσληψη τους, γι` αυτό και αξίωσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αντιστοιχούν στις μισθολογικές διαφορές λόγω της περικοπής της Α.Τ.Α για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, διότι έκρινε ότι: α) μετά την έκδοση του ως άνω οργανισμού του αναιρεσιβλήτου και την ένταξη των αναιρεσειόντων σε προσωρινές θέσεις, οι τελευταίοι έχουν υπαχθεί στο μισθολογικό καθεστώς, που διέπεται αποκλειστικά από τις αφορώσες το προσωπικό του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ.

διατάξεις και τους συμβατικούς όρους των εκάστοτε ισχυουσών Σ.Σ.Ε. της πανελλήνιας ομοσπονδίας εργαζομένων δημοσίων νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ), β) κατά τον κρίσιμο χρόνο από 1-1-2002 έως 31-12-2003 οι αναιρεσείοντες υπαγόταν συγκεκριμένα στο μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ειδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας της ΠΟΕΔΗΝ, που δεν μπορούσε να τροποποιηθεί με ατομική σύμβαση εργασίας, ή Σ.Σ.Ε.

ή διαιτητικές αποφάσεις, με τις οποίες ρυθμίζονται οι όροι αμοιβής των ηλεκτροτεχνιτών όλης της χώρας, έστω και αν περιέχουν όρους ευμενέστερους από εκείνους της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. και γ) δεν είχαν εφαρμογή κατά το άνω επίδικο χρονικό διάστημα η Σ.Σ.Ε. και οι Δ.Α. με τις οποίες οι αναιρεσείοντες υπολογίζουν τις αποδοχές τους, ούτε το άρθρο 7 του ν. 1876/1990.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, 6 παρ. 2 του ν.1397/1983 και ήδη 48 του ν. 2071/1992, 16 παρ. 1 Π.Δ. 410/1988, 17 παρ. 3 του νέου οργανισμού του αναιρεσιβλήτου και 2 του Π.Δ. 305/1983. Επομένως, ο από το άρθρο 559 εδ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5150/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ