286/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated286/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 30/1995, Ολ. ΑΠ 3/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε σιωπηρά ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε πρωτόδικα, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της από 20-7-1992 διεκδικητικής ακινήτου αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Full text
Απόφαση 286 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 286/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Μπέζα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Λ. Γ. Κ., κατοίκου ... και 2) Γ. Λ.Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρος του Γεώργιο Πάλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την α)από 2-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 2033/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και β)με την από 20-7-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 2494/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατόπιν συνεκδικάσεως των παραπάνω αποφάσεων εκδόθηκε η 1952/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2004 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, καθώς και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.
ΑΠ 30/1995, Ολ. ΑΠ 3/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε σιωπηρά ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε πρωτόδικα, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της από 20-7-1992 διεκδικητικής ακινήτου αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Σύμφωνα, όμως, με όσα προειπώθηκαν, το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και για το ορισμένο του λόγου, να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρόταση αυτής (Ολ.
ΑΠ 16/2000). Επομένως οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και, έτσι, δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Πράγματα, επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι της έφεσης, που προτάθηκαν για τη στήριξή της και αναφέρονται σε ουσιώδη ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο, μέρος πρώτο, λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 8 περίπτ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλε ο αναιρεσείων και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, την ένστασή του περί παραγραφής της αξίωσης διεκδίκησης του επίδικου ακινήτου, που οι αντίδικοί του άσκησαν με την από 20-7-1992, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αγωγή τους, ισχυρισμό που ο αναιρεσείων επανέφερε στο Εφετείο με τους με αριθμούς 7 και 8, αντίστοιχα, λόγους της έφεσής του.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του από 26-10-2003 δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 2494/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων δεν επανέφερε με λόγο της πιο πάνω έφεσης (και μάλιστα τον έβδομο και τον όγδοο αυτής), προς νέα κρίση στο Εφετείο, την ένστασή του περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης διεκδίκησης του επίδικου ακινήτου των αντιδίκων του, που παραδεκτά είχε προβάλει ο ίδιος, όπως ισχυρίζεται, στο πρωτόδικο Δικαστήριο.
Ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, επίσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και, ειδικότερα, την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της έκτακτης χρησικτησίας του αντιδίκου τους στο επίδικο ακίνητο- και περί παραγραφής της αξίωσης διεκδίκησης του εν λόγω ακινήτου από μέρους του τελευταίου-, με την άσκηση της από 20-7-1992 διεκδικητικής αγωγής τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προτάθηκε με τις από 13-1-2003 προτάσεις τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ενόψει της συζήτησης της από 2-9-1996 αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του αναιρεσείοντος κατά αυτών, αλλά δεν επαναφέρθηκε στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των από 10-2-2004 προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση των συναφών εφέσεων του αναιρεσείοντος κατά των 2033/2003 και 2494/2003, αντίστοιχα, αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι τότε εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι επανέφεραν την αμέσως πιο πάνω ένστασή τους στο Εφετείο.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος διέκοψε την έκτακτη χρησικτησία του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο, χωρίς να προσδιορίσει στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης την ημερομηνία κοινοποίησης στον αναιρεσείοντα της εν λόγω αγωγής, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, στην ολοκλήρωση της "έγερσης" της αγωγής, κατά το άρθρο 261 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα ενδιαφέροντα εδώ σημεία, ότι: "Οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι..........άσκησαν την από 20-7-1992 διεκδικητική αγωγή.......", "Με την από 20-7-1992 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 6344/1992) αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η δεύτερη εκκαλουμένη απόφαση, οι ως άνω εναγόμενοι της πρώτης αγωγής και εφεσίβλητοι της πρώτης εφέσεως......".
Και "Τέλος, αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εφεσίβλητος, παρά την δικαίωση του δικαιοπαρόχου πατέρα του με τον αποχαρακτηρισμό του επιδίκου, δεν ανέλαβε αμέσως την νομή αυτού, την οποία εξακολούθησε να έχει ο εκκαλών, αλλά αντέδρασε αργότερα με την άσκηση της από 14-9-1992 ένδικης αγωγής. Με την άσκηση της αγωγής αυτής διέκοψε την έκτακτη χρησικτησία του εκκαλούντος στο επίδικο.....", προκύπτει, ότι στην εν λόγω απόφαση ρητά μνημονεύεται τόσο η χρονολογία σύνταξης της επίμαχης διεκδικητικής αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων και μάλιστα δύο φορές (20-7-1992), καθώς και ο αριθμός έκθεσης κατάθεσής της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (6344/1992), όσο και ο χρόνος άσκησης της εν λόγω αγωγής (14-9-1992) με την κατάθεσή της αρμοδίως και, στη συνέχεια, με την επίδοσή της, στις 14-9-1992, στον αναφερόμενο σ' αυτήν εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα (άρθρο 215 παρ. 1 εδάφ.
α' ΚΠολΔ), ενόψει μάλιστα και του ότι η τελευταία παραδοχή του Εφετείου "με την άσκηση της από 14-9-1992 ένδικης αγωγής", οφειλόμενη, όπως ήδη εκτιμάται, σε πρόδηλη γραφική παραδρομή, δυνάμενη να διορθωθεί κατά τα άρθρα 315 επ. ΚΠολΔ και μη στοιχειοθετούσα λόγο αναίρεσης κατ'άρθρο 559 ΚΠολΔ, υποδηλώνει σαφώς το χρόνο άσκησης της επίμαχης αγωγής, χωρίς, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να απαιτείται ειδική μνεία της οικείας έκθεσης επίδοσης.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7-9-2004 αίτηση για αναίρεση της 1952/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ