Legislator Case Law & Legislation
285/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for failing to consider appellant's appeal arguments and contradictory rulings.

Case Number 285/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision, finding procedural errors in the appellate court's handling of the case. The appellant had raised specific grounds regarding the invalidity of the first-instance judgment and the erroneous assessment of evidence, which the appellate court failed to properly consider. The court ruled that the appellate decision contained contradictory statements regarding the fate of the first-instance judgment, creating legal uncertainty that justified overturning the lower ruling and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) & 17 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the appellate court fails to consider submitted arguments with significant impact or issues contradictory rulings in its decision, thereby violating the principle of legal certainty.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contradictory rulings failure to consider arguments remand for retrial legal certainty principle appellate procedure procedural error

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(17) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure
Art. 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 285 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 285/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. - Λ. - Σ. Μ. - Κ., φυσικού τέκνου του Ν. Μ., θετού τέκνου του Κ. Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μαραβέλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γεωργόπουλο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6740/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 11/7/2018 ανακοπή ερημοδικίας και 1828/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Υπό την έννοια αυτή, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, AΠ 229/2020). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν το αιτιολογικό έχει προσόντα διατακτικού.

Η υπό την άνω έννοια αντίφαση δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να μην είναι δυνατή η εκτέλεση της απόφασης ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο (ΑΠ 43/2021, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 1040/2017, ΑΠ 662/2016).

Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β` ΚΠολΔ.). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας.

Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017), ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε σε πρώτο βαθμό και αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (ΑΠ 1015/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος την από 4.7.2017 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να λυθεί η υιοθεσία του εναγομένου ενηλίκου, η οποία τελέστηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 2851/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τον λόγο ότι ο εναγόμενος έχει υποπέσει σε παραπτώματα που συνιστούν λόγο αχαριστίας απέναντι του και δικαιολογούν την αποκλήρωση του.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε την 6.11.2017 κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592 παρ. 2ε' , 593 επ., 606 επ. ΚΠολΔ), ερήμην του εναγομένου, ο οποίος όμως δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (άρθρο 595 ΚΠολΔ), και ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6740/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, εξετάσθηκε αυτή κατ' ουσίαν και, αφού έγινε δεκτό ότι ο εναγόμενος επέδειξε απέναντι στο θετό πατέρα του συμπεριφορά που δικαιολογεί το χαρακτηρισμό του ως αχάριστου, έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και απαγγέλθηκε η λύση της υιοθεσίας του εναγόμενου από τον ενάγοντα.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ερημοδικασθείς εναγόμενος, με την οποία, επικαλούμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της ερημοδικίας του και από εσφαλμένη εκτίμηση του προσκομισθέντος από τον αντίδικο αποδεικτικού υλικού δέχθηκε την αγωγή και απήγγειλε τη λύση της υιοθεσίας του από τον ενάγοντα, ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του, να εξαφανιστεί η ερήμην του εκδοθείσα εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή.

Η έφεση αυτή συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1828/2020 απόφαση του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί ότι, συνεπεία της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ως εναγομένου, στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να δικασθεί εκ νέου η ένδικη αγωγή.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε κατ' αρχάς ότι πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, με τις ακόλουθες σκέψεις και αιτιολογίες: "Με το άρθρο 528 Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 Ν.3994/2011, ορίζεται ότι : "Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από την διαδικασία που τηρήθηκε.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από την διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών, αφού στο άρθρο 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση κατά ερήμην εκδοθείσας απόφασης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, χωρίς έρευνα των λόγων έφεσης...

και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει (με το δικόγραφο της εφέσεως και τις προτάσεις του) όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβάλει πρωτοδίκως. Του παρέχεται, δηλαδή, η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά δικάσθηκε ως εάν ήταν παρών, όπως, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, ακουστεί και προβάλει στο εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που η απουσία του ενδεχομένως επέφερε.

Επομένως, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, εφ' όσον αυτή εκδόθηκε ερήμην, αλλ' όπως αν ήταν παρών ο ήδη εκκαλών διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθ' όσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής...

Η υπό κρίση, από 29.7.2018 και με αριθμ.καταθ. 74115/5058/2018 έφεση του εκκαλούντος-εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 6740/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην αυτού κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592 παρ. 2, 593 επ, 606 επ), και δέχθηκε την κατ' αυτού, από 4.7.2017 με αύξ.

αριθμό κατάθεσης 558109/6443/2017 αγωγή του εκκαλούντος περί λύσης υιοθεσίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 496 ΚΠολΔ, εφόσον κανένας από τους διαδίκους δεν επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αποδεικνύεται κάτι τέτοιο από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, ενώ εξάλλου δεν παρήλθε, ούτε η κατ' άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ απώτατη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η προκειμένη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, περαιτέρω, συνέπεια της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ως εναγομένου, στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχική σκέψη της παρούσας αποφάσεως και με τις διατάξεις που παρατέθηκαν εκεί, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να δικασθεί εκ νέου η ένδικη αγωγή από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ίδια ειδική διαδικασία που εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση...".

Παρά ταύτα στη συνέχεια το Εφετείο, χωρίς να ερευνήσει το νόμω βάσιμο της αγωγής και των ισχυρισμών του εναγόμενου, προβαίνει απευθείας στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και μετά παράθεση των πραγματικών περιστατικών που κατά την κρίση του αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δέχεται, επί λέξει, ότι "Με βάση όλα τα ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή αποδεικνύεται ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, όπως ορθά και με τις αυτές ως άνω αιτιολογίες έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, ερμηνεύοντας και εκτιμώντας και αξιολογώντας επίσης ορθά το ενώπιόν του προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό.

Πάντα τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με την κρινόμενη έφεσή του, ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού λύθηκε η υιοθεσία, ελέγχονται ως αβάσιμα κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθούν, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της". Έτσι, τελικά, σε αντίθεση με τα αρχικά αναφερόμενα στο σκεπτικό του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας με τον τρόπο αυτό την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα έφεση κατά της υπ' αριθ. 6740/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του, με λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Αφού, συνεπώς, ο αναιρεσείων αρνήθηκε ρητά με το προεκτεθέν περιεχόμενο της παραπάνω έφεσής του, την ιστορική βάση της προαναφερθείσας εναντίον του αγωγής του αναιρεσίβλητου, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της παραπάνω αγωγής, εσφαλμένα, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν εξαφάνισε, άνευ ετέρου, στο σύνολό της την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κάνει δεκτή την παραπάνω αγωγή, αλλά αντίθετα απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε με τον τρόπο αυτό την πρωτόδικη απόφαση, υποπίπτοντας έτσι αφενός μεν στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφόσον δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και δη δεν έλαβε υπόψη τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης για άνευ ετέρου εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αφετέρου δε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω της αντίφασης μεταξύ των άνω διατάξεων, δεδομένου ότι οι προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης περί παραδοχής και ως ουσία βάσιμης της έφεσης και εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης επέχουν θέση διατακτικού και έρχονται σε αντίθεση με την εν συνεχεία διάταξη περί απορρίψεως της εφέσεως ως ουσία αβάσιμης, από την αντίθεση δε αυτή προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική λειτουργία της προσβαλλόμενης απόφασης και το σχετικό δεδικασμένο.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς και (κατ' ορθή εκτίμηση) η από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, λόγω δε της εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι, κατ' εκτίμηση των άνω περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του Ν. 4871/1921, με ισχύ από 1.1.2022, το οποίο, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών δικών).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1828/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ