285/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου και Παναγιώτη Βενιζελέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated285/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας ο μισθωτός δικαιούται ευθέως εκ του νόμου και όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού το επίδομα αδείας, και τα επιδόματα (δώρα) εορτών (Ολ. ΑΠ 4/2021, ΑΠ 598/2019) και κατά συνέπεια, είναι νομικώς αδιάφορη η εγκυρότητα ή μη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για την επιδίκαση των πιο πάνω παροχών στο μισθωτό.
Full text
Απόφαση 285 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 285/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου και Παναγιώτη Βενιζελέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Μέρμελα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Καλαβρύτων" (Ν.Π.Δ.Δ.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του τέως Δήμου Αροανίας, που εδρεύει στα Καλάβρυτα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πέντζια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Μ. Α., πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 17-2-2014 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν η 130/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 239/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Βενιζελέας. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης .
Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο [ΑΠ 927/2017]. Με την κρινόμενη από 20/11/2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 239/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με τη οποία συνεκδικάσθηκαν και έγιναν δεκτές οι από 29-4-2015 και 3-6-2015 εφέσεις αντιστοίχως του εναγομένου- πρώτου αναιρεσιβλήτου Δήμου Καλαβρύτων και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος πρωτοδίκως Ελληνικού Δημοσίου και απερρίφθη η από 21-5 2010 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του Δήμου Αροανίας, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο Δήμος Καλαβρύτων, μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 130/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή κατά την κυρία βάση της εκ της συμβάσεως εργασίας ενώ είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική της βάση εκ της απλής σχέσεως εργασίας.
Η υπό κρίση αίτηση ,ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, έχει ασκηθεί παραδεκτά (άρθρα 552, 553 , 556,558 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, που άσκησε απλή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ακολούθως έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ,η αναίρεση είναι απαράδεκτη, όπως προαναφέρθηκε, και πρέπει να απορριφθεί, αφού οι λόγοι της αναίρεσης δεν αφορούν στην πρόσθετη παρέμβαση, θα εκτιμηθεί όμως ως νόμιμη κλήση του στην συζήτηση της αναίρεσης [ΑΠ 927/2017].
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/81 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 742), του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και το επίδομα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι παρέχοντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας με απλή σχέση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται από το νόμο ευθέως στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους αλλά και από το ότι - αντιθέτως - στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/80, του άρθρου 1 παρ. 2 της ΚΥΑ 19040/81 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή εργασιακή σχέση και όχι για σύμβαση εργασίας.
Επομένως και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας ο μισθωτός δικαιούται ευθέως εκ του νόμου και όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού το επίδομα αδείας, και τα επιδόματα (δώρα) εορτών (Ολ. ΑΠ 4/2021, ΑΠ 598/2019) και κατά συνέπεια, είναι νομικώς αδιάφορη η εγκυρότητα ή μη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για την επιδίκαση των πιο πάνω παροχών στο μισθωτό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 598/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική από απλή σχέση εργασίας βάση αυτής, ο αναιρεσείων επικαλούμενος ότι είχε απασχοληθεί ως υπάλληλος στον Δήμο Αροανίας Αχαΐας από 9-2-2004 έως 12-1-2010 υπό άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ζήτησε την επιδίκαση των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2004-2010, τα οποία δεν του έχει καταβάλει το πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Σύμφωνα με τα ανωτέρω η ένδικη αγωγή, ως προς τα προαναφερθέντα αιτήματα αυτής, είναι νόμιμη, αφού τα επιδόματα εορτών και αδείας οφείλονται και επί απλής σχέσεως εργασίας.
Συνεπώς το Μονομελές Εφετείο Πατρών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή στερείτο νομιμότητας, καθ'όσον ο Δήμος Αροανίας δεν θα μπορούσε να απασχολήσει στη θέση του αναιρεσείοντος άλλον εργαζόμενο και ως εκ τούτου δεν θα υποβαλλόταν αναγκαίως στην δαπάνη αμοιβής αυτού και μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης απέρριψε τα εν λόγω αιτήματα της αγωγής, ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις.
Επομένως ο μόνος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,δια του οποίου προσάπτεται στην απόφαση η εν λόγω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, από εκείνον που την εξέδωσε.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον πρώτο αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως στο 50% των κατωτάτων ορίων του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006). Τέλος τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/57, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987 και 2 της ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε 300 ευρώ. Δέχεται την αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την 239/22-11-2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ