Legislator Case Law & Legislation
285/2017 AI generated

285/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 285/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 285 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

285/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 285 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 285 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 285/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Φ. του Α., 2) Ι. Φ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Απαλαγάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπουρονίκο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Ν. του Α., 3) Α. Ν., κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Α. Ν., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατηριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/1991 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και την από 9-4-92 αγωγή των αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 332/1994, 17295/2000 μη οριστικές και 10740/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 114/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/4/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 28/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 2-7-2009 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 10740/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η από 30-4-1991 αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου των δεύτερου και τρίτου εξ αυτών και είχε απορριφθεί η από 9-4-1992 αγωγή των αναιρεσειόντων.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 241/2015). Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ... /15-10-2015 και ... / 14-10-2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λάρισας Ροδόπης Β. Π., που προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή τους κατά την δικάσιμο της 11-1-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (ΚΠολΔ 576 §§ 1 και 3).

Κατά το άρθρο 553 § 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Οι προθεσμίες δε της ανακοπής ερημοδικίας και της αναίρεσης είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται, μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις, του εφετείου καθίστανται τελεσίδικες και, έκτοτε, συνεπώς, μπορεί να ασκηθεί κατ’ αυτών αναίρεση, μόνον όταν έπαυσαν να υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και από τους δύο διαδίκους, είτε διότι παρήλθε η 15νθήμερη προθεσμία από την επίδοσή τους, είτε διότι ο ερημοδικασθείς παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση του (ΚΠολΔ 503 § 1). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που εκδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου, ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (Α.Π. 1097/2014). Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 § 1β’ ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 § 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 76 § 1 και 501 ΚΠολΔ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους. Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (Ολομ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 855/2015). Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 241/2015, ΑΠ 764/09). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεώς της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως κ.λπ.) τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 375/2013). Τέλος, κατά το άρθρο 254 § 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 9 του N. 2915/2001 και εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση (ΚΠολΔ 573 § 1), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-4-1991 αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και ο δικαιοπάροχος των δεύτερου και τρίτου εξ αυτών ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του αναφερομένου σ’ αυτήν (αγωγή) καταστήματος, το οποίο είχαν αγοράσει δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1987 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον Α. Κ., που ενεργούσε ως πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων και να διαταχθεί η αποβολή των τελευταίων από αυτό. Εξάλλου, με την από 9-4-1992 αγωγή τους, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, λόγω παύσης της πληρεξουσιότητας που είχε δοθεί στον ανωτέρω, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 10740/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η πρώτη αγωγή και απορρίφθηκε η δεύτερη. Επί της ασκηθείσας από 2-7-2009 έφεσης των αναιρεσειόντων εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύτηκε στις 21-1-2015, μετά από συζήτηση, ερήμην των κληρονόμων του δευτέρου των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, όρισε παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και απέρριψε την έφεση. Κατά της απόφασης αυτής οι ηττηθέντες εκκαλούντες άσκησαν την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Όμως, δεν προκύπτει αν, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (20-4-2015), είχε καταστεί τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τους ερημοδικασθέντες δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, αναγκαίους ομοδίκους του πρώτου εξ αυτών ως εκ του αντικειμένου της εναντίον τους από 9-4-1992 αγωγής, μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας, αποδεικνυομένου τούτου, με προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεως της προσβαλλόμενης ή με προσκομιδή της προσβαλλόμενης με σχετική βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή επ’ αυτής και πιστοποιητικό του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περί άσκησης ή μη ανακοπής ερημοδικίας κατ’ αυτής ή κατ’ άλλο τυχόν νόμιμο τρόπο (όπως με την νομότυπη παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας). Συνακόλουθα, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν τα εν λόγω κενά και αμφίβολα σημεία, αναφορικά με τη συνδρομή ή όχι της απαιτούμενης κατά νόμο τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης (εξεταζομένου τούτου και αυτεπαγγέλτως), τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση σ’ αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης στις 20-3-2015 και στις 8-4-2015. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, τα προαναφερόμενα έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 20-4-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 114/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με σκοπό να προσκομισθούν, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ