Legislator Case Law & Legislation
285/2013 AI generated

285/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 285/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

285/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 285 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 285/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Τ. του Γ., 3) Σ. Β. του Ι., 4) Ν. Τ. του Σ., 5) Γ. Μ. του Κ., 6) Α. Λ. του Λ., 7) Κ. Π. του Γ., 8) Χ. Α. του Γ., 9) Π. συζ. Σ. Σ., το γένος Ι. Π., 10) Σ. Π. του Γ., κατοίκων ... και 11) Ε. Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Δράμας, που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Παπαρούλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 427/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-8-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-3-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθ. 304 του κωδικοποιηθέντος με το ΠΔ 410/1995 "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", το οποίο εφαρμόζεται στην κρινομένη περίπτωση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου και το οποίο, συμπληρωθέν με το άρθ. 29 § 5 ν. 3202/2003, ίσχυσε από την 11-12-2003 (άρθ. 36 § 2 του ως άνω νόμου (ΦΕΚ Α' 284/11-12-2003) μέχρι 1-1-2007 (άρθ. τέταρτο ν. 3463/2006, ίδια ρύθμιση περιλήφθηκε στην συνέχεια και στο άρθ. 276 § 2 ν. 3463/2006, ΔΚΚ), για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, κάθε δε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται.

Κατά την διάταξη του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται, όπως προαναφέρθηκε και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής, την οποία κατ' άρθ. 93 περ.

β' του ως άνω νόμου διακόπτει και η υποβολή αίτησης στην αρμόδια αρχή για την πληρωμή της απαίτησης, η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κ.λπ.

από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/ 1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ.

ΟλΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται (1) στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών) (2) στις διατάξεις του άρθρου 1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και έχοντος την κατ' άρθ. 28 § 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρου 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 § 3 ν.δ. 496/1974), για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλαδή της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις και αρχές ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζομένη με την διάταξη του άρθρου 90 § 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο (3) στις διατάξεις του άρθ. 25 § 1 του Συντάγματος, το οποίο αφορά την προστασία από το Κράτος των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και τους θεμιτούς περιορισμούς τους με σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, διότι η καθιέρωση της ως άνω βραχυπρόθεσμης παραγραφής και του χρόνου έναρξής της έγινε για την προστασία του προαναφερομένου γενικοτέρου συμφέροντος και δεν συνιστά παραβίαση της αρχής αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θράκης κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων μερών, επί αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά του τώρα αναιρεσιβλήτου Δήμου Δράμας με αντικείμενο αξιώσεις τους από διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας και προσαυξήσεις για νυκτερινή εργασία και απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες, με την προσβαλλομένη 427/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων από τις παραπάνω αιτίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως 13-12-2004 έχουν υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή της εφαρμοστέας διάταξης του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995, η οποία, όπως επίσης δέχθηκε, δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις, καθόσον από την γένεση των αξιώσεων αυτών μέχρι την επίδοση (ενν.

υποβολή) της από 14-12-2006 και με αριθ. πρωτ. 60547/14-12-2006 εξώδικης δήλωσης - αίτησης των εναγόντων για την διακοπή της παραγραφής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης των εναγόντων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 που ήταν εφαρμοστέα και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 4 § 1 και 25 § 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και τις απορρέουσες απ' αυτές αρχές, προς τις οποίες δεν αντίκεινται οι διατάξεις των άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 και 304 ΠΔ 410/1995.

Επομένως πρέπει ν' απορριφθούν αμφότεροι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου σύμφωνα με το άρθ. 281 ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-8-2011 αίτηση των Μ. Α. κ.λπ. για αναίρεση της 427/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ