Legislator Case Law & Legislation
285/2011 AI generated

285/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 285/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 285 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 285/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και ΔημήτÏ...

Legislator headnote

AI generated
285/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 285 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 285/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και ΔημήτÏ... «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
financial incapacity insufficient income loss lack of self-sufficiency misappropriation of funds insufficient income insufficient financial means

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 285 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 285/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2. Μ. συζ. Γ. Μ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Ψαλτήρα

Των αναιρεσιβλήτων: 1. της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Μ. και Σία Ε.Ε" , που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Φίλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6036/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6890/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Ιουνίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τρίτου κατά το τελευταίο μέρος τους από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγων αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ. Π. και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 416 και 417 του Α.Κ. "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή". "Η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει εν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ, α' ΑΚ συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με καταβολή πρέπει αυτή να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά η τον επιτετραμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο η δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή (π.χ. με έκταξη του άρθρου 876 Α.Κ.) ή και σιωπηρή προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο (π.χ. του ταμία μιας επιχειρήσεως προς είσπραξη των πωλούμενων από αυτή πραγμάτων) να λάβει την παροχή ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν συμβάσεως του με τον οφειλέτη, παρέχοντας (κληρονομητό) δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός. Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν ενεργεί κατ' αρχήν έναντι του δανειστή, έστω και αν ο καταβαλών τελούσε σε συγγνωστή πλάνη - με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 889, 224, 1654, 1540, 1541, 426 του Α.Κ. και 822 του Κ.Πολ.Δικ. - εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται από αυτή, λόγω αποδόσεως του ληφθέντος στο δικαιούχο ή κληρονομήσεως του ενός από αυτούς από τον άλλο ή αποσβέσεως της υποχρεώσεως αποδόσεως του καταβληθέντος από το λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία. Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτοί και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π., 1/1999, 28/1997, 12/1995), Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π., 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Κ. Π. απεβίωσε στην Αθήνα στις 5-8-1998 και άφησε κατά τον χρόνο του θανάτου του μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους αδελφούς του ενάγοντες (ήτοι τους Δ. και Χ. Π. και την Μ. σύζ. Γ. Μ.) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί της κληρονομιαίας περιουσίας. Ο ανωτέρω εν ζωή, το έτος 1995, συνήψε σύμβαση δανείου με την πρώτη εναγόμενη ως άνω ετερόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμο μέλος είναι ο δεύτερος των εναγομένων. Οι εναγόμενοι ως κατασκευαστές κτιρίων, είχαν ανάγκη "ρευστού χρήματος", προκειμένου να χτίσουν και αποπερατώσουν μια πολυκατοικία και γι' αυτό το λόγο κατά το έτος 1995 συνήψαν (άτυπα) σύμβαση δανείου με τον ως άνω αποβιώσαντα (Κ. Π.) και συγκεκριμένα, όπως ανωμοτί κατέθεσε ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας, ο Κ. Π. δάνεισε 10.000.000 δραχμές σ' αυτήν και χάριν εξοφλήσεως του ποσού αυτού του δόθηκε (από τον ίδιο) μια επιταγή ύψους 14.000.000 δραχμών και στη συνέχεια, "μετά χρειαστήκαμε άλλα 3.000.000 δρχ και συμφωνήσαμε να του δώσουμε επιταγές σε αντικατάσταση των 14.000.000 δρχ. και τους τόκους. Δηλαδή κεφάλαιο και τόκοι έγιναν 18.000.000 δρχ. Κράτησε τις επιταγές των 14.000.000 δραχμών και 7.100.000 δρχ ως εγγύηση του δανείου. Οι τρεις επιταγές αυτές πληρώθηκαν και τις εισέπραξε ο Κ. Π. από πωλήσεις διαμερισμάτων. Οι επιταγές αυτές είναι στην Τράπεζα, του ζητήσαμε τις δύο επιταγές αυτές οι οποίες ήταν εγγύηση και μας είπε ότι τις είχε δώσει για εγγύηση. Υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης. Μετά από κάποιο χρόνο ήρθε και μου έδωσε 1.500.000 δρχ. ο Κ. Π. για αγορά κάποιου καταστήματος, αλλά εν τω μεταξύ πέθανε, 2,5 χρόνια μετά την ημερομηνία έκδοσης των επιταγών. Τις βρήκαν μετά οι κληρονόμοι τις επιταγές". Η μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε εκτός των άλλων, ότι, ο θείος της Κ. Π., δάνεισε κάποια χρήματα, ότι από ό,τι είδε από τις επιταγές που υπήρχαν στα χέρια του θείου της (Κ. Π.), ήταν 21.000.000 δρχ. Ότι της έλεγε αυτός, όσο ζούσε, ότι είχε δανείσει κάποια χρήματα και δυσκολεύοντο να τα επιστρέψουν οι εναγόμενοι και ότι ίσως θα του έδιναν ένα διαμέρισμα σε κάποια οικοδομή για να κλείσουν την οφειλή αυτή, αλλά πέθανε ξαφνικά ο θείος της και τις επιταγές τις βρήκαν, μόλις άνοιξαν το σπίτι, μέσα σε κάποια "κλασέρ", καθώς και μια απόδειξη 1.500.000 δρχ. και κάποιο συμβόλαιο-κανονισμό της πολυκατοικίας. Από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 29-12-2000 ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο, εκδοθέν από το πρωτότυπο, όπως τούτο βεβαιώνεται από τον εκδόσαντα δικηγόρο Αθηνών Κίμωνα Δ. Αναστασίου (του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, ευθέως τουλάχιστον, η γνησιότητα των υπογραφών) αποδείχθηκε ότι: ο ήδη αποβιώσας Δ. Ν. Π. (αρχικός πρώτος ενάγων και αδελφός του Κ. Π.) και αδελφός των (αρχικώς) συνεναγόντων όπως και ο ίδιος: 1) της Μ. σύζ. Γ. Μ. το γένος Ν. Π. και 2) του Χ. Π., στις 29-12-2000 (μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης που έλαβε χώρα, στις 21-11-2000), έλαβε το συνολικό ποσόν των 21.100.000 δραχμών "σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του κεφαλαίου των επιταγών: α) με αρ. ... ύψους 14.000.000 δραχμών, πληρωτέας την 17-4-96 και β) …, ύψους 7.100.000 δραχμών, πληρωτέας την 14-7-96, από τον υπ' αρ. … λογαριασμό του Χ. Μ. στη Εμπορική Τράπεζα, τις οποίες είχε παραδώσει στον αποβιώσαντα Κ. Π. για τη λήψη από αυτόν ισόποσου δανείου ..." και που οφείλετο από την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων, και ως δεκτικός καταβολής των ανωτέρω συνεναγόντων, δηλαδή προς εξόφληση των ανωτέρω "ένδικων" επιταγών και προς τον ίδιο και προς τους ανωτέρω αδελφούς του και συνενάγοντες με τον ίδιο (βλ. το υπ' αρ. …/29-9-98 πληρεξούσιο του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Βοστώνη ΗΠΑ για την εκπροσώπηση της Μ. Μ. από τον Δ. Π. και κατ' άρθρο 417 παρ. 1 ΑΚ για τον έτερο αδελφό Χ. Π.). Το γνήσιο της υπογραφής του ως άνω εγγράφου (αποδείξεως 21.000.000 δρχ), βεβαιώθηκε από τον δικηγόρο Δημήτριο Βλ. Αναστασίου (βλ. την απόδειξη αυτή), που προσάγεται για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου αυτού Δικαστηρίου, δικαιολογημένα όμως, διότι δεν υπήρχε κατά την πρωτόδικη δίκη και επομένως δεν συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, περίπτωση πρόθεσης στρεψοδικίας, ούτε και βαριάς αμέλειας των εναγομένων. Οι τελευταίοι κατέβαλαν το ως άνω συνολικό ποσό των 21.100.000 δραχμών, ενόψει του ότι άλλωστε, όπως προελέχθη, βρέθηκαν στα "κλασέρ" του Κ. Π. (στην οικία του), οι παραπάνω επιταγές που ανακαλύφθηκαν μετά τον προαναφερόμενο θάνατο αυτού και για τον λόγο αυτό και αν ακόμη στην πραγματικότητα είναι αληθής ο ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων περί εξοφλήσεως του επιδίκου δανείου -ήταν και είναι πολύ δυσχερής η απόδειξη, για τους διαδίκους αυτούς, με άλλα αποδεικτικά μέσα, περί της γενομένης αυτής εξοφλήσεως του επιδίκου αυτού χρέους και μάλιστα με καταβολή αυτού, στον ανωτέρω, ενόσω ακόμη ζούσε, λαμβανομένου υπόψη, ότι λόγω της στενής συνεργατικής σχέσεως αυτών (των διαδίκων) με τον άνω θανόντα (όταν ακόμα ζούσε) δεν μπορούσε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, για όμοιες όπως οι συγκεκριμένες ένδικες συναλλαγές να αξιωθεί η λήψη εγγράφου αποδείξεως, περί της καταβολής και εξόφλησης των ποσών, των ένδικων δανείων, στον ανωτέρω δανειοδότη, β) ενόψει του ότι ακόμα εκτιμάται και αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου.ότι βρέθηκε απόδειξη (μαζί με τα παραπάνω "κλασέρ" που περιείχαν τις ως άνω τραπεζικές επιταγές), από την οποία προκύπτει ότι, ο Κ. Π. είχε καταβάλει στους εναγόμενους το ποσό του 1.500.000 δραχμών, για την αγορά ενός διαμερίσματος από τους ανωτέρω, όπως ανωμοτί κατέθεσε ο δεύτερος των εναγομένων και επιβεβαίωσε και η μάρτυρας των εναγόντων και ενισχύει την άποψη ότι το χρέος των εναγομένων εκ δανείου είχε εξοφληθεί προς τον Κ. Π. όταν ζούσε ακόμα, Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πλήρως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, πρέπει κατά παραδοχή της ενστάσεως των εναγομένων, που επαναφέρεται με τον πρόσθετο λόγο της έφεσης περί της ολοσχερούς εξοφλήσεως του επίδικου (εκ δανείου) χρέους αυτών, προς τον Κ. Π. και προς τους ενάγοντες, ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η υπό κρίση αγωγή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ως άνω ένσταση και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αυτή αγωγή έσφαλε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τους παραπάνω διαδίκους (εκκαλούντες και εφεσίβλητους) και μετά τη διακράτηση της υπόθεσης από το Δικαστήριο αυτό, ν' απορριφθεί η αγωγή των Χ. Π. και Μ. Μ. ως προς τους εν λόγω εναγομένους, ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 416, 417, 808 και 295 του ΑΚ που εφάρμοσε, στερώντας έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση, καθ'οσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων αποσβεστικών λόγων της αγωγικής αξιώσεως τους με καταβολή του οφειλόμενου στον καθένα από αυτούς ισόποσου σε ευρώ χρηματικού ποσού των 7.033.000 δραχμών νομιμοτόκως, κατά τη σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα: 1)Ενώ δέχεται ότι το δάνειο του καθολικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων προς τους αναιρεσιβλήτους ήταν έντοκο κα ανήλθε με τους τόκους του σε 21.100.000 δραχμές μέχρι τις συμφωνημένες ημεροχρονολογίες λήξης του, που συνέπιπταν με τις αναγραφόμενες στις εκδοθείσες χάριν καταβολής του επιταγές, ήτοι για 7.100.000 δραχμές μέχρι τις 17-4-1996 και για 7.100.000 δραχμές μέχρι της 14-7-1996, με την πρωτόδικη δε απόφαση επιδικάσθηκε, κατά το σχετικό αγωγικό αίτημα, το ποσό αυτό νομιμοτόκως από τη λήξη κάθε τμήματος του δανείου, με ανεπαρκή αιτιολογία στη συνέχεια δέχεται, ότι η από την αναιρεσίβλητη-εναγόμενη εταιρία προς τον πρώτο από τους αρχικώς ενάγοντες, ήδη θανόντα αδελφό των αναιρεσειόντων Δ.Ν.Π., καταβολή του ποσού των 21.100.000 δραχμών στις 29-12-2000, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, επέφερε απόσβεση του συνόλου της οφειλής των αναιρεσιβλήτων και έναντι των αναιρεσειόντων χωρίς να γίνεται αναφορά: α)του λόγου για τον οποίο δεν υπολογίσθηκαν οι προσαυξάνοντες το κεφάλαιο τόκοι του δανείου και των περιστατικών που καθιστούσαν τον Δ.Π. δεκτικό καταβολής των συνεναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) αδελφών του, αφού ως προς αυτούς δεν προσδιορίζεται η παροχή τέτοιας εξουσίας (στον Δ.Π.), κατόπιν συμβάσεως με τους αναιρεσιβλήτους οφειλέτες, ενώ σχετικά με το αναφερόμενο, ως προς τη δεύτερη από τους αναιρεσείοντες, πληρεξούσιο προς τον Δ.Π. δεν καθίσταται σαφές αν περιείχε εξουσιοδότηση ειδικά και για την είσπραξη της επίδικης αξίωσής της. 2)Ενώ δέχεται ότι η επίδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων εξοφλήθηκε δια καταβολής προς τον ήδη θανόντα αδελφό των αναιρεσειόντων και συνενάγοντα με αυτούς Δ.Π., με αντιφατική αιτιολογία στη συνέχεια δέχεται ότι επήλθε εξόφληση της ίδιας οφειλής και με προγενέστερη καταβολή του ίδιου ποσού προς τον κοινό καθολικό δικαιοπάροχο αδελφό αυτών Κ. Π., δανειστή των αναιρεσειόντων. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος τους λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 6890/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6890/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ