285/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2003 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 2/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28948/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2171/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/2/2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated285/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει καθ' εαυτή υπαιτιότητα, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 12§1 εδ.
Full text
Απόφαση 285 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 285/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΣΤΡΑΚΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2)Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζανετάκη και κατέθεσε προτάσεις, 5) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE - ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2003 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 2/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28948/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2171/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/2/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 2/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω αναφερόμενο υπό τον αριθμό εννέα (9) μέρος του, και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 § 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την ουσία εκείνου που κλητεύθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ... (με τις συνοδεύουσες τις δύο τελευταίες από 21-4-2008 αποδείξεις παραδόσεως και παραλαβής απλού αντιγράφου θυροκολλημένου εγγράφου και τις από 21-4-2008 βεβαιώσεις αποστολής ταχυδρομικής επιστολής ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος η 6-2-2009, και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους τρείς πρώτους αναιρεσιβλήτους (Α.Ε "ΟΣΤΡΑΚΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, Ψ2 και Ψ3).
Κατά την δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με επισημείωση επί του πινακίου, η οποία επέχει θέση κλητεύσεως για όλους τους διαδίκους. Επομένως, εφ' όσον οι τελευταίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, νομίμως, στη σειρά της, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των.
Από τις διατάξεις του άρθρου 553 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και το Εφετείο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η επί της ουσίας απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώθηκε και η πρωτόδικος απόφαση.
Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 28948/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους πέμπτο κατά ένα μέρος και έκτο λόγους αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτος, εφ' όσον η απόφαση αυτή ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε επί της εφέσεως και της ουσίας της υποθέσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 του Ν.ΓΠΝ/1911, 297 έως 300,330 εδ. β', 914, 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, ζημία και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητος είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή αυτή, η οποία αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομος συμπεριφορά του οδηγού ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφ' όσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, σε περίπτωση που προβάλλεται από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της κατ' άρθρο 300 του Α.Κ. .
Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει καθ' εαυτή υπαιτιότητα, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 12§1 εδ.
β'. του ΚΟΚ "οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή..", ενώ, κατά την διάταξη του άρθρου 17§1 του αυτού κώδικα, "ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα μόνο, εφ' όσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας" και κατά την διάταξη του άρθρου 19§1αυτού "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς".
Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητος και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητος του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικός η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν και πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και επί τη βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο κανόνας, παραβιάζεται, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 δ.α'., είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και έτσι ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, που προβλέπεται από αυτή, και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, εν σχέσει προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών, εδέχθη, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά : "την 28-4-2002 και περί ώραν, 01.10'ο Ζ (υιός του πρώτου και της δεύτερης ενάγουσας και αδελφός των λοιπών εναγόντων της πρώτης αγωγής), οδηγώντας το υπ' αριθμ.
Κυκλοφορίας ...Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής,Χ, εκινείτο επί της δεξιάς λωρίδας του ρεύματος κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη στην ΠΑΘΕ ..., ενώ στη θέση του συνοδηγού επέβαινε ο ενάγων Χ και στο πίσω κάθισμα η .... Όταν το ανωτέρω όχημα έφθασε στο ... χιλιόμετρο της άνω ΠΑΘΕ ..., το οδόστρωμα της οποίας έχει πλάτος 8,20 μ.
ασφάλτινο έρεισμα 1,20 μ. δύο ρεύματα αντίθετης κυκλοφορίας που χωρίζονται με τσιμεντένια νησίδα ασφαλείας, είναι ευθεία σε μήκος δύο (2) χιλιομέτρων, ενώ κατά τον ως άνω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή, η ορατότητα δεν περιορίζονταν παρά μόνο λόγω του σκότους και η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, ο Ζ επιχειρώντας υπέρβαση προπορευομένου Δ.Χ.Φ αυτοκινήτου, αγνώστων λοιπών στοιχείων, εξ αμελείας του, ήτοι από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς με αποτέλεσμα, λόγω και της ιδιαίτερα αυξημένης για τις περιστάσεις ταχύτητας να εκτραπεί της πορείας του, να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να προσκρούσει επί του ήδη ανατραπέντος και ακινητοποιηθέντος κάθετα στο οδόστρωμα και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο. Το τελευταίο ήταν έμφορτο με 800 χιλιόγραμμα συσκευασμένα μύδια και μετά την πρόσκρουση τα δύο ως άνω οχήματα σύρθηκαν επί 23 περίπου μέτρα (λόγω της σφοδρότητας) και στη συνέχεια ακινητοποιήθηκαν στην ίδια ως ανωτέρω λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ τραυματίσθηκαν θανάσιμα οι οδηγοί αυτών Ζ και Θ, ελαφρότερα οι επιβαίνοντες σ' αυτά Χ και ...
και υπέστη ολοσχερή καταστροφή το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος Χ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο ήταν ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρείας "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την εκμετάλλευση όμως αυτού είχε η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΟΣΤΡΑΚΑ ΒΟΡ.
ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και επίσης εκπροσωπείται νόμιμα. Την 27-4-2002 (προηγουμένη του ατυχήματος), η τελευταία πώλησε στον εναγόμενο Ψ3, ποσότητα οστρακοειδών, βάρους 800 χιλιογράμμων, διαθέτοντας για τη μεταφορά του προϊόντος αυτού το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, προστηθείς στην οδήγηση αυτού ο Θ.
Το όχημα αυτό είχε κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη, η μεν ιδιοκτήτρια ομόρρυθμη εταιρία στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Α.Ε.Ζ", η δε κάτοχος αυτού εναγομένη ανώνυμη εταιρία ("ΟΣΤΡΑΚΑ ΒΟΡ. ΕΛΛΑΔΟΣ") στην επίσης εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε"... .Με βάση τα ανωτέρω, στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος συνετέλεσε αποκλειστικά πταίσμα (αμέλεια) του οδηγού Ζ, προστηθέντος από τον ενάγοντα Χ στην οδήγηση του υπ' αριθμ....
Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, ο οποίος, σύμφωνα με τους κανόνες οδηγήσεως, την κοινή πείρα και τη λογική, οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και χωρίς να καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει, εν όψει των προσωπικών του καταστάσεων και δεδομένων και η οποία υπελείπετο της προσοχής του μέσου συνετού οδηγού.
Ειδικότερα η αμέλεια αυτού συνίσταται στο γεγονός ότι επιχείρησε υπέρβαση του προπορευομένου Δ.Χ.Φ αυτοκινήτου, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να προβεί σ' αυτή την ενέργεια χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και ενώ η ορατότητά του ήταν περιορισμένη, λόγω του σκότους που επικρατούσε και του μεγάλου όγκου του προπορευομένου οχήματος και μάλιστα με ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα και κυρίως χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το προπορευόμενο όχημα τροχοπέδησε σταδιακά τρείς φορές, μόλις αντελήφθη τον κίνδυνο....
με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καν ότι έμπροσθεν αυτού και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ήταν ακινητοποιημένο κάθετα εντός του οδοστρώματος και ανεστραμμένο το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο. Αν όμως οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του και ασκούσε έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του θα είχε εγκαίρως αντιληφθεί το εμπόδιο επί του οδοστρώματος, με τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου του, όσο και τα φώτα του προπορευομένου φορτηγού, όπως άλλωστε εγκαίρως το αντελήφθη ο οδηγός του τελευταίου.....
Σύμφωνα δε με την έκθεση αυτοψίας (από 28-4-2002) των αρμοδίων οργάνων του τμήματος Τροχαίας ..., το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θ, εκινείτο αρχικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προς Θεσσαλονίκη, ενώ στη συνέχεια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, λόγω του ότι ο οδηγός αυτού έχασε τον έλεγχο του οχήματος, που πλαγιολίσθησε και ανατράπηκε εντός του οδοστρώματος, όπου και ακινητοποιήθηκε κάθετα και ανάποδα.
Εξ άλλου, σύμφωνα με την από 29-4-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ..., το πέλμα των εμπρόσθιων ελαστικών του εν λόγω Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου ... ήταν φθαρμένο, ως επίσης και σχισμένο λόγω παλαιότητος ήταν το πέλμα των οπίσθιων ελαστικών. Οι ανωτέρω πραγματογνώμονες καταλήγουν, ότι κατά την κίνηση το οπίσθιο δεξιό λάστιχο πρέπει να είχε σπάσει και ακολούθως το φορτηγό αυτοκίνητο εκτράπηκε της πορείας του, πλαγιολίσθησε και ανατράπηκε ενώ οι ίδιοι ως άνω πραγματογνώμονες ανέφεραν στις προανακριτικές τους καταθέσεις ότι δεν μπορούν να εκφέρουν άποψη για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα.... "Εν όψει αυτών και ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους ανατράπηκε το υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, η επίδικη πρόσκρουση επ' αυτού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, οφείλεται για τους προεκτεθέντες λόγους σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού Ζ, ο οποίος θα μπορούσε να αποφύγει την πρόσκρουση αν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, ρύθμιζε την ταχύτητα του οχήματός του σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες και ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος - ενάγοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικο απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτού. Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, κατά το μέρος που αναφέρονται στο ζήτημα της υπαιτιότητος του θανόντος οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, Ζ, στην πρόκληση του ατυχήματος, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση της παρούσας ουσιαστικές διατάξεις του Ν.
ΓΠΝ/1911, του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ 1999 και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Και τούτο, διότι τα εκτιθέμενα στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην οδηγική συμπεριφορά του ρηθέντος οδηγού, συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητος και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην απόφαση, δε, διαλαμβάνονται πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, εν σχέσει προς την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων. Οι επικαλούμενες, με το αναιρετήριο, ελλείψεις, που αφορούν στην αιτιολογία, με την οποία το ατύχημα αποδίδεται και στην υπερβολική ταχύτητα του αυτοκινήτου του ανωτέρω οδηγού, εν όψει των συνθηκών της οδού, προβάλλονται αλυσιτελώς, εφ' όσον η άλλη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τούτου, που, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, στηρίζει επαρκώς την κρίση της αυτή, ενώ οι λοιπές ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει συναχθεί από αυτές, το οποίο όμως στην απόφαση παρατίθεται σαφώς.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 και 1, κατά το μέρος του υπό τα στοιχεία 1 έως 8 και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Όμως, με τις αυτές παραδοχές του, όσον αφορά το ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου,Θ, το Εφετείο παραβίασε τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ.
Και τούτο, διότι, ενώ δέχεται ότι η υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου,Ζ, στην επέλευση του ατυχήματος, απορρέει από την παρατιθεμένη αμελή συμπεριφορά του, κατά την επιχειρηθείσα υπέρβαση του προπορευομένου οχήματος και την πτώση του επί του, ως άνω, Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, που προπορευόταν και των δύο οχημάτων, αλλά είχε πλαγιολισθήσει και ακινητοποιηθεί καθέτως στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας, και ότι η ακινητοποίηση του τελευταίου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, κατά την έκθεση αυτοψίας και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οφείλεται σε παράνομη οδηγική συμπεριφορά του οδηγού αυτού, εν τούτοις αποκλείει την υπαιτιότητα τούτου, χωρίς να δέχεται περιστατικά, τα οποία διακόπτουν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του αυτής και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.
Επίσης, το Εφετείο, στην προσβαλλομένη απόφασή του, περιέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών ουσιαστικών διατάξεων, ήτοι ως προς την σωστή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητος και τον αιτιώδους συνδέσμου.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζει τον λόγο της πλαγιολισθήσεως του φορτηγού αυτοκινήτου και της ακινητοποιήσεώς του στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας τούτου (και του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου) και αν αυτό οφείλεται σε πταίσμα του οδηγού του ρηθέντος αυτοκινήτου, Θ. Ωσαύτως, δεν διευκρινίζει, σε περίπτωση που η ανωτέρω αντικανονική κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του, γιατί δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανόμου και υπαιτίας συμπεριφοράς του και της επελθούσας συγκρούσεως του αυτοκινήτου αυτού με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ενώ με την παραδοχή του "εν όψει αυτών και ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους ανατράπηκε το υπ' αριθμ....
Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, η επίδικη πρόσκρουση οφείλεται... σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Ζ", δημιουργείται αβεβαιότητα, σχετικώς με το τι ακριβώς δέχεται, προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά το έννατο μέρος του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο (που αφορά στην έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου Θ).
Εφ' όσον δε αναιρείται η απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτό, παρέλκει η έρευνα των τρίτου, κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτου, κατά το δεύτερο μέρος του, και τέταρτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αποφάσεως. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια αυτή, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για το ορισμένο δε του ανωτέρου λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήσαν τα "πράγματα" αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Επί τη βάσει τούτων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφ' όσον δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο "τα πράγματα", δηλαδή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς από τον αναιρεσείοντα, δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ή αυτοί που ελήφθησαν υπ' όψη από αυτό, καίτοι δεν προτάθηκαν, καθώς και ποια η επιρροή αυτών στην έκβαση της δίκης.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου,Ζ, στην πρόκληση του ατυχήματος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη πλημμέλεια αφορά όχι στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες που εφαρμόστηκαν, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, κατ' ορθήν εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί την δήθεν αποκλειστική υπαιτιότητα του αυτού, ως άνω, οδηγού του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ατυχήματος, παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με τον Νόμο 2329/1953 και το ΝΔ 53/1974, και τη θεσπιζόμενη με αυτή αρχή της δίκαιης δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της επικλήσεως των προϋποθέσεων που του συνιστούν, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφ' όσον αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται ανωτέρω (και αφορά στην έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου,Θ, στην πρόκληση του ατυχήματος), πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο, εφ'όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2171/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ίδιο κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ