285/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated285/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με τον ίδιο (πρώτο) κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι οι μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενες διαδοχικές μέχρι και τις 31-3-2005 συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και όχι συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών υπέπεσε και στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 285 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 285/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ - ΑΣΠΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ", που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 9-1-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-3-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 16-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο αφενός των από 21-4-2003, 29-8-2003, 31-12-2003, 30-9-2004 και 30-12-2004 έγγραφων συμφωνιών, που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων και αφορούσαν, κατ' αντιστοιχία, τις περιόδους 1-9-2003 έως 31-12-2003, 1-1-2004 έως 31-8-2004, 1-9-2004 έως 31-12-2004 και 1-1-2005 έως 31-3-2005 και αφετέρου των από 28-2-2005, 30-5-2005 και 30-8-2005 έγγραφων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που επίσης καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων και αφορούσαν, κατ' αντιστοιχία, τις περιόδους 31-3-2005 έως 31-5-2005, 1-6-2005 έως 31-8-2005 και 1-9-2005 έως 31-11-2005 με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά και δη με το να δεχτεί ότι με την πρώτη ομάδα εγγράφων είχαν καταρτιστεί όχι διαδοχικές συμβάσεις ανεξάρτητων υπηρεσιών μέχρι και τις 31-3-2005, όπως αναγραφόταν στις συμβάσεις αυτές, αλλά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κυρίως γιατί με αυτόν δεν αποδίδεται, στην πραγματικότητα, στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, δηλαδή απόδοση σε αυτό περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό (παρά τα αντιθέτως με το λόγο αναιρέσεως υποστηριζόμενα), αλλ' απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου τους.
Περαιτέρω, με τον ίδιο (πρώτο) κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι οι μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενες διαδοχικές μέχρι και τις 31-3-2005 συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και όχι συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών υπέπεσε και στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν και υπό την επίκληση πλημμέλειας της τελευταίας διατάξεως στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου.-
2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 324/1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, που παρέχει την εργασία του με μισθό, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία, που παρέχει ο εργαζόμενος, και να δίνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, χωρίς περαιτέρω ευθύνη του εργαζομένου προς επίτευξη με αυτήν ορισμένου αποτελέσματος.
Διακρίνεται δε από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, διότι σ' αυτήν εκείνος που παρέχει την εργασία του δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και στην εποπτεία του εργοδότη ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του έχει ανατεθεί, χωρίς όμως και στη σύμβαση αυτή να αποκλείεται κάποια χαλαρή εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη.
Ο χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ' αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
H αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 21.4.2003 στην υπηρεσία του αναιρεσείοντος (Ιδρύματος Ειδικών Παίδων) για να προσφέρει υπηρεσίες υπαλλήλου και συγκεκριμένα του παιδοκόμου, που βασικά συνίσταντο στη φύλαξη των αρρένων παίδων, τα οποία διαβιούν στις εγκαταστάσεις του. Ο μισθός της καθορίστηκε συμβατικά στο ποσό των 750 ευρώ το μήνα (καθαρά) για πλήρη απασχόληση 40 ωρών εβδομαδιαίως.
Μέχρι τις 28.2.2005 παρείχε την ανωτέρω εργασία δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που η επόμενη άρχιζε αμέσως μόλις τελείωνε η προηγούμενη. Τα μέρη, για να αποφύγουν την ασφαλιστική κάλυψη της αναιρεσίβλητης στο Ι.Κ.Α., χαρακτήρισαν τις μερικότερες συμβάσεις ως "συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών" και για το λόγο αυτόν η αναιρεσίβλητη ασφαλίστηκε στο Τ.Ε.Β.Ε., εκδίδοντας προς το αναιρεσείον αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.
Στην πραγματικότητα όμως η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες της υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, ενταγμένη στο πρόγραμμα των υπόλοιπων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος "Ιδρύματος" με τους ίδιους ακριβώς όρους. Ο διευθυντής προσωπικού του αναιρεσείοντος καθόριζε το ωράριο της αναιρεσίβλητης σε ενιαίες καταστάσεις από κοινού με το υπόλοιπο προσωπικό, αυτός έδινε εντολή για την πέραν του ωραρίου παραμονή της στον τόπο εργασίας που δεν ήταν άλλος από τις εγκαταστάσεις του Ιδρύματος και προσδιόριζε τα ακριβή της καθήκοντα κατά τρόπο δεσμευτικό για την αναιρεσίβλητη, η οποία ήταν υποχρεωμένη να υπακούει και να ακολουθεί τις οδηγίες του.
Άλλωστε, και η φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών (φύλαξη των ειδικών παιδιών που φιλοξενεί το Ίδρυμα) κατά τη διάρκεια μιας βάρδιας είναι τέτοια που δεν μπορεί να προσφερθεί παρά μόνο υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, η αναιρεσίβλητη ούτε ειδικές γνώσεις παιδοκόμου έχει (έχει σπουδάσει λογιστικά σε Τ.Ε.Ι.) ούτε διατηρεί ή διατηρούσε στο παρελθόν κάποιο ιδιωτικό γραφείο παροχής τέτοιων υπηρεσιών.
Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω, επρόκειτο για διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που τα μέρη έδωσαν σ' αυτές. Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι το συμπέρασμά του ότι επρόκειτο για διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ενισχύεται και από το ότι την 1.3.2005 (όταν δηλαδή έληξαν οι προαναφερόμενες συμβάσεις) τα μέρη κατάρτισαν νέα σύμβαση με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, την οποία ευθέως χαρακτήρισαν ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Η σύμβαση ήταν και αυτή ορισμένου χρόνου (3 μηνών) και όταν έληξε παρατάθηκε σιωπηρά και έκτοτε κατέστη αόριστου χρόνου (άρθρο 671 ΑΚ), χαρακτήρα τον οποίο είχαν όλες οι μερικότερες συμβάσεις ήδη από τις 21.4.2003, διότι όλες υπήρξαν διαδοχικές χωρίς καμία διακοπή και ο καθορισμός σ' αυτές ορισμένου χρόνου ισχύος δεν δικαιολογούνταν από τη φύση των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης (που ήταν πάγιες και διαρκείς και όχι έκτακτες ή χρονικά περιορισμένες) αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των ευεργετικών για τους μισθωτούς διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως (άρθρο 8 παρ. 1 Ν. 2112/1920).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε ούτε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, ούτε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 672 και 681 του ίδιου Κώδικα.
Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του, πράγματι θεωρείται ότι από την αρχή (21-4-2003) καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, η οποία είχε, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, όχι το χαρακτήρα συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών, αλλά το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αφού, πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη εργαζόμενη, που παρείχε την εργασία της με μισθό, υπέκειτο σε εξάρτηση από το αναιρεσείον εργοδότη, η οποία εκδηλωνόταν με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία, που παρείχε η εργαζόμενη αναιρεσίβλητη, και να δίνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, χωρίς, όπως εκτιμάται, περαιτέρω ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς επίτευξη με την εργασία της αυτήν ορισμένου αποτελέσματος, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενα.
Η φύση δε της ως άνω (ενιαίας από την αρχή) συμβάσεως που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και ο χαρακτηρισμός της ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αποτελούσε έργο του Εφετείου, το οποίο την κρίση του για το χαρακτήρα της συμβάσεως θα έπρεπε να σχηματίσει από το περιεχόμενο εκείνων που συμφωνήθηκαν και, αν υπήρχε ανάγκη, και από στοιχεία που βρίσκονται έξω από το περιεχόμενο των μερικότερων διαδοχικών συμβάσεων, εφόσον αυτά επηρέαζαν τους προσιδιάζοντες και εφαρμοστέους νομικούς κανόνες. 'Ετσι, ανεξάρτητα από το ότι οι διάδικοι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, για να αποφύγουν την ασφαλιστική κάλυψη της αναιρεσίβλητης στο Ι.Κ.Α., χαρακτήρισαν τις μερικότερες συμβάσεις ως "συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών" και για το λόγο αυτόν η αναιρεσίβλητη ασφαλίστηκε στο Τ.Ε.Β.Ε., εκδίδοντας προς το αναιρεσείον αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, δεν εμποδιζόταν το Εφετείο να προβεί, με βάση το σύνολο των αποδείξεων που είχαν τεθεί υπόψη του, στο χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως μιας ενιαίας συμβάσεως και δη ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, χωρίς έτσι να έχει επέλθει παραβίαση ακόμη και των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παραβίαση των οποίων δεν υπάρχει ακόμη και σε περίπτωση εσφαλμένου χαρακτηρισμού της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας.
Ειδικώς δε αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 672 και 681 του ΑΚ δεν συνέτρεξε οποιαδήποτε παραβίαση αυτών, αφού το Εφετείο, το οποίο δεν ασχολήθηκε με τις εν λόγω διατάξεις, ούτε προσέδωσε σ' αυτές, με την πρώτη από τις οποίες ρυθμίζεται η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο και με τη δεύτερη από τις οποίες καθορίζεται η έννοια της συμβάσεως έργου, έννοια διαφορετική από την αληθινή, αλλ' ούτε και εφάρμοσε ή παρέλειψε να εφαρμόσει αυτές, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, και έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα που σχετίζεται με το χαρακτήρα των ανωτέρω μερικότερων διαδοχικών συμβάσεων ως μιας και μόνο ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και όχι ως συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, αλλά και οι αιτιολογίες αυτές και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, καθώς και για την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173, 200, 672 και 681 του ΑΚ, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Ενόψει αυτών ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρους του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων που αναφέρονται υπό το στοιχείο α', καθώς και οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, και τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το από την ίδια διάταξη μέρος του, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρους του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 1, 2 και 5 του ν. 3198/1955, που αφορούν την καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, εφόσον δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν με σαφήνεια το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αλλά και η επίδραση που είχε ένα τέτοιο σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Οι ίδιοι (δεύτερος και τρίτος) λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που σχετίζονται με την παραδοχή του Εφετείου ότι η ως άνω (ενιαία από την αρχή) σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και δη αόριστου χρόνου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).-
3.- Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 178 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, "σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός". Ακόμη, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ο δικαστής μπορεί να επιβάλει το σύνολο των εξόδων σε βάρος του ενός μόνο διαδίκου, αν το μέρος που απορρίφθηκε από την αίτηση του άλλου διαδίκου είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή για να αυξηθούν τα έξοδα ή αν ο καθορισμός του μεγέθους της απαίτησης είχε εξαρτηθεί από την κρίση του δικαστή ή από την εκτίμηση πραγματογνωμόνων".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, "τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε οι διατάξεις των άρθρων 176 και 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή".
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό τους με τις διατάξεις των άρθρων 99 και επ. του Κώδικα Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954, με τις οποίες ορίζονται τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων για εργασία σε πολιτικές κ.λπ. υποθέσεις, σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τον καθορισμό της αναλογίας του ύψους της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, ακόμη και όταν αυτή υπερβαίνει τα εν λόγω ελάχιστα όρια, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 124/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε την ένδικη από 20-1-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της και καταδίκασε το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία όρισε σε 800 ευρώ. 'Ηδη με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει εις βάρος του αναιρεσείοντος την ως άνω δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας παραβίασε ευθέως, σε κάθε δε περίπτωση εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 παρ. 1 και 183 του ΚΠολΔ, επειδή, κατά το αναιρεσείον, όχι ορθά επιδίκασε το πιο πάνω χρηματικό ποσό πλήρους δικαστικής δαπάνης, ενόψει της εκτάσεως της μερικής νίκης και της μερικής ήττας καθενός από τους διαδίκους, υποπίπτοντας έτσι στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος στο σύνολό τους, διότι η κρίση του Εφετείου αναφορικά με τον καθορισμό της αναλογίας του ύψους της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, και αν ακόμη αυτή πράγματι υπερβαίνει τα ως άνω ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Μαρτίου 2008 αίτηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ -ΑΣΠΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 81/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.- Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ