Legislator Case Law & Legislation
285/2007 AI generated

285/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 285/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 285 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 285/2007

Legislator headnote

AI generated

285/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 285 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 285/2007

Keywords

AI generated
breach of law damages for breach of contract safety regulations violation defective contractual performance tort damages trade secret violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 285 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 285/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. .... και 2. ..... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Στεφάνου, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-09-2006 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασπρογέρακα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3006/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1307/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19 Ιουλίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 13 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 574 και 575 του ΑΚ συνάγεται ότι ο μισθωτής έχει δικαίωμα να κάνει την, κατά τη σύμβαση μίσθωσης, κατάλληλο χρήση του μισθίου δηλαδή εκείνη που εξυπηρετεί τους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλομένων. Επομένως η χρήση μπορεί να είναι ευρεία ή στενή, απεριόριστη ή περιορισμένη κατά τη συγκεκριμένη βούληση των μερών και σύμφωνα με τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 15 ΠΔ 34/1995), ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση και συγχρόνως να ζητήσει αποζημίωση αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το παρεχόμενο δικαίωμα στον εκμισθωτή προς άμεση καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης, εξαρτάται από το ότι ο μισθωτής αφενός: α) χρησιμοποιεί το μίσθιο όχι με την επιμέλεια που απαιτούν οι συναλλαγές ή β) χρησιμοποιεί τούτο όχι όπως συμφωνήθηκε με τους όρους της σύμβασης και αφετέρου εξακολουθεί να εμμένει στην κακή ή αντισυμβατική χρήση παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή. Ειδικότερα ο μισθωτής θεωρείται ότι μεταχειρίζεται το μίσθιο "όχι όπως συμφωνήθηκε" και όταν μεταχειρίζεται τούτο κατά τρόπο αντίθετο προς ρητό απαγορευτικό όρο της σύμβασης. Η προηγούμενη δε έγγραφη ή προφορική διαμαρτυρία του εκμισθωτή, μπορεί, ως μη υποκείμενη σε ορισμένο τύπο, να περιέχεται και στην προς απόδοση του μισθίου ασκηθείσα και ως καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης ισχύουσα αγωγή (άρθρο 662 ΚΠολΔ), οπότε η εμμονή του μισθωτή μέχρι την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτησή της στην απαγορευμένη ή αντισυμβατική χρήση του μισθίου, ιδρύει τον παρεχόμενο στον εκμισθωτή δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με το από 30-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκμίσθωσαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ένα ακίνητο (του οποίου αυτές ήταν κύριες κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και του υπόλοιπου 1/4 εξ αδιαιρέτου αυτού η δεύτερη), το οποίο βρίσκεται στο ..... και επί της ..... , προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αυτό από τον αναιρεσίβλητο ως Ταβέρνα-Κέντρο Διασκέδασης. Το ως άνω μίσθιο ακίνητο αποτελείται από ισόγειο, επιφανείας 241,50 τετρ. μέτρων, όπου βρίσκεται ο προθάλαμος εισόδου, μια ενιαία αίθουσα, τέσσερις τουαλέτες, μπουφές, κουζίνα, ψησταριά, και αποθήκη και από τη ταράτσα (δώμα) πάνω από το ισόγειο, συνολικής επιφανείας 127 τετρ. μέτρων, μέρος της οποίας επιφάνειας δέκα (10) τετρ. μέτρων περίπου, ήταν κεραμοσκεπή, άλλο μέρος αυτής, επιφάνειας είκοσι (20) τετρ. μέτρων περίπου κατά τις αναιρεσείουσες εκμισθώτριες, και 71 τετρ. μέτρων κατά τον αναιρεσίβλητο μισθωτή, ήταν σκεπασμένο με στέγη από αλουμίνιο και το υπόλοιπο μέρος αυτής ήταν ασκεπές (ακάλυπτο). Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για έξι (6) χρόνια ήτοι από 1-11-2000 έως 30-10-2006 και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 530.000 δραχμές αρχικά, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 6% ετησίως και διαμορφώθηκε από 1-11-2003 σε 1747,64 Ευρώ. Με τον όρο πέντε (5) του ως άνω μισθωτηρίου ορίζεται: "Οι εκμισθώτριες παρέχουν το δικαίωμα στο μισθωτή να διαρρυθμίσει το μίσθιο για την εξυπηρέτηση της χρήσης και του σκοπού για τον οποίο το προορίζει. Οι δαπάνες βαρύνουν αποκλειστικά το μισθωτή ο οποίος υποχρεούται να εφαρμόσει τους νόμους και αστυνομικές διατάξεις για να μην εκθέσει τις εκμισθώτριες σε οποιαδήποτε ευθύνη για τις εργασίες αυτές, ευθυνόμενος έναντι αυτών. Με την οιανδήποτε διαρρύθμιση δεν πρέπει να βλάπτεται η στερεότητα και η αντοχή του κτιρίου, απαγορευομένης κάθε επέμβασης στο φέροντα οργανισμό αυτού. Απαγορεύεται επίσης οποιαδήποτε μετατροπή και επέμβαση στον υπάρχοντα κλιματισμό, στον αναβατήρα, στις τέσσερις τουαλέτες, ....στο υπάρχον ηλεκτρικό σύστημα....και στα φωτιστικά. Κατά την αποχώρηση του μισθωτή από το μίσθιο, οι δαπάνες και βελτιώσεις θα παραμείνουν προς όφελος του μισθίου...... των εκμισθωτριών δικαιουμένων πάντως να αξιώσουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση....". Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι, ο αναιρεσίβλητος το πρώτο δεκαήμερο μηνός Μαϊου του έτους 2004, χωρίς να ζητήσει την έγκριση των αναιρεσειουσών και χωρίς να έχει ενημερώσει αυτές, προέβη στην καθαίρεση στην ταράτσα της στέγης από αλουμίνιο, η οποία υπήρχε εκεί από την έναρξη της μίσθωσης, κατά τα παραπάνω και στην αφαίρεση των σιδηροσωλήνων που στήριζαν αυτή, τοποθέτησε σε όλη την επιφάνεια της ταράτσας ξύλινα δοκάρια, τα οποία βίδωσε άλλα στις θέσεις που υπήρχαν οι σιδηροσωλήνες και άλλα στην πλάκα της οροφής, πάνω δε στα δοκάρια κατασκεύασε και στερέωσε ξυλοκατασκευή και επ' αυτής κεραμοσκεπή, επιφάνειας περίπου 127 τετρ. μέτρων, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό, νέο όροφο επί του δώματος. Οι αναιρεσείουσες εκμισθώτριες, μόλις αντιλήφθηκαν τις ως άνω ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, με την από 10-5-2004 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία τους, που κοινοποίησαν στον τελευταίο στις 26-5-2004 κάλεσαν αυτόν να κατεδαφίσει την ως άνω κατασκευή και να επαναφέρει το μίσθιο στην προτέρα κατάσταση εντός εικοσιτεσσάρων (24) ωρών, διαφορετικά δήλωσαν ότι θα καταγγείλουν τη μίσθωση. Στη συνέχεια και επειδή ο αναιρεσίβλητος τις αμέσως επόμενες ημέρες σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς το σκοπό αυτό, κοινοποίησαν σε αυτόν στις 10-6-2004 την κρινόμενη αγωγή τους, με την οποία κατήγγειλαν την ένδικη μίσθωση για κακή χρήση του μισθίου. Όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η παραπάνω επέμβαση του αναιρεσίβλητου μισθωτή στην ταράτσα του επίδικου μισθίου έγινε αφενός για λόγους αισθητικούς και καλύτερης προστασίας του δώματος και αφετέρου γιατί αυτός πίστευε ότι ενεργεί στα πλαίσια δικαιώματός του "διαρρύθμισης του μισθίου", ώστε η χρήση του να καταστεί περισσότερο λειτουργική για τη συμφωνημένη χρήση (ταβέρνας-κέντρου διασκέδασης) και όχι με πρόθεση βλάβης ή υποβάθμισης του μισθίου. Άλλωστε, από τη διατύπωση του παραπάνω όρου του μισθωτηρίου, με τον οποίο μάλιστα ορίζεται ότι οι βελτιώσεις του μισθίου γίνονται με δαπάνες του μισθωτή και παραμένουν σε όφελος του μισθίου, δεν συνάγεται ασφαλώς ότι το εν λόγω δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου "διαρρύθμισης του μισθίου" περιορίσθηκε στο εσωτερικό μόνο (του ισογείου) αυτού, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες και ότι απαγορεύθηκε στο μισθωτή κάθε επέμβαση αυτού στο δώμα το οποίο επίσης μισθώθηκε για την ίδια χρήση (λειτουργία ταβέρνας-κέντρου διασκέδασης).

Συνεπώς η πιο πάνω επέμβαση του αναιρεσιβλήτου (ξυλοκατασκευή-κεραμοσκεπή στην ταράτσα) δεν αποτελεί κακή χρήση του μισθίου, κατά την έννοια του άρθρου 594 ΑΚ. Η περί των παραπάνω προθέσεων του αναιρεσιβλήτου κρίση του Δικαστηρίου τούτου ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναιρεσίβλητος στις 21-6-2004, συμμορφούμενος με τη διαμαρτυρία των αναιρεσειουσών, αφαίρεσε τα φωτιστικά σώματα από το μίσθιο δώμα, προκειμένου να προχωρήσει στην "αποξήλωση" της ξυλοκατασκευής και κεραμοσκεπής και τις αμέσως επόμενες ημέρες (24/26-6-2004), πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής (2-7-2004) προέβη στην αποξήλωση των κεραμιδιών (με συνεργείο) σημαντικής επιφάνειας του τμήματος της ταράτσας, που αρχικά ήταν ακάλυπτο. Όμως, δεν ολοκλήρωσε την αποξήλωση γιατί το εν λόγω συνεργείο αποχώρησε λόγω άλλων ανειλημμένων υποχρεώσεών του, με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψει να ολοκληρώσει την όλη εργασία. Τελικά, ο αναιρεσίβλητος μισθωτής αποξήλωσε (κατεδάφισε) την όλη κατασκευή (ξυλοκατασκευή-κεραμοκατασκευή) στις 21-10-2004, όπως ρητά συνομολογείται και από τις αναιρεσείουσες εκμισθώτριες. Η συμμόρφωση του αναιρεσιβλήτου στην παραπάνω διαμαρτυρία των εκμισθωτριών έγινε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου λαμβανομένων υπόψη και των αντικειμενικών συνθηκών και ειδικότερα της δυσκολίας ανεύρεσης σχετικού συνεργείου κατεδάφισης τους καλοκαιρινούς μήνες, της ανεύρεσης ικανού και αναγκαίου χώρου αποθήκευσης των υλικών κατεδάφισης (ξύλων και κεραμιδιών κλπ). και της μεταφοράς αυτών μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, ώστε δεν συντρέχει και η προϋπόθεση εμμονής του μισθωτή στην κακή χρήση, για να επιφέρει η καταγγελία άμεσα τα αποτελέσματά της, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η ως άνω επέμβαση του αναιρεσιβλήτου στο μίσθιο δώμα συνιστά κακή χρήση με την παραπάνω έννοια. Τέλος, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ούτε φθορά ή βλάβη του μισθίου, ούτε δημιουργία πραγματικής κατάστασης που να εκθέτει τις αναιρεσείουσες εκμισθώτριες σε κίνδυνο αστικής ή ποινικής ευθύνης, ούτε επικινδυνότητα για την αντοχή του κτιρίου, συνεπεία της παραπάνω κατασκευής (ξυλοκατασκευής-κεραμοσκεπής). Ειδικά, σχετικά με τη στατική επάρκεια του μισθίου ακινήτου, από την από Νοεμβρίου 1990 βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού, ....., που είχε χορηγηθεί τότε στο σύζυγο της δεύτερης αναιρεσείουσας ..., ο οποίος έκανε χρήση του επίδικου μισθίου, ως ταβέρνα, προκύπτει ότι, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας ...., το επίδικο μίσθιο δώμα, είναι κατασκευασμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα και είναι στατικά επαρκές για φέρον φορτίο 400 κιλών ανά τετρ. μέτρο, και επομένως συνολικά είναι δυνατό να φέρει βάρος μέχρι 50.800 κιλά (127 τ.μ. * 400) ήτοι πολύ μεγαλύτερο των 1.500 κιλών περίπου, που είναι το συνολικό βάρος που έφερε αυτό πριν την αποξήλωση της παραπάνω κατασκευής, υπολογιζόμενου του βάρους των τραπεζιών, των καρεκλών, και των πελατών που εξυπηρετούντο στο δώμα, βάσει της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης (ταβέρνας-κεντρου διασκέδασης) του αναιρεσιβλήτου και του βάρους της ξυλοκατασκευής-κεραμοσκεπής. Τέλος, να σημειωθεί ότι, η τυχόν μη αποκατάσταση του μισθίου δώματος στην προηγούμενη κατάσταση (η επανακατασκευή της στέγης από αλουμίνιο και της κεραμοσκεπής, που υπήρχαν αρχικά στην ταράτσα) από τον αναιρεσίβλητο, δεν ασκεί κάποια επιρροή για την κρινόμενη υπόθεση, αφού οι αναιρεσείουσες εκμισθώτριες, μετά τη λήξη της μίσθωσης και την απόδοση του μισθίου μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση για φθορές του μισθίου.

Συνεπώς, μη συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων καταγγελίας της μίσθωσης για κακή χρήση, η με την κρινομένη αγωγή γενόμενη καταγγελία δεν επέφερε άμεσα τα αποτελέσματά της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου μισθωτή εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που αποφάνθηκε αντιθέτως και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών εκμισθωτριών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 22 του ν.1577/1985 (ΓΟΚ) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 2831/2000 και 13 του ν. 1337/1983 και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Συνεπώς οι πρώτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1, 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί παραδοχής της έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειουσών για απόδοση της χρήσης του μισθίου λόγω καταγγελίας της μίσθωσης για κακή χρήση του μισθίου, έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα: α) την από Νοεμβρίου 1990 βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού ...., β) την απόφαση της Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, γ) την άδεια λειτουργίας του καταστήματος, δ) φωτογραφίες και ε) τα εγκεκριμένα σχέδια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας .... . Που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος χωρίς όμως να τα επικαλεστεί νομίμως. Από την επισκόπηση, όμως, των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος ως εκκαλών στο Εφετείο την προηγούμενη της συζήτησης μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και στις οποίες εκθέτει αρχικά ότι "Οι παρούσες μου, μαζί με τις από "2.7.04 - 7.7.04" πρωτόδικες "προτάσεις-προσθήκη-αντίκρουσή μου" που έχουν όπως παρακάτω, αποτελούν ένα (1) ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο" και στη συνέχεια μετά την αυτολεξεί παρεμβολή των πρωτόδικων προτάσεών του, ότι "Επειδή προσκομίζω και επικαλούμαι............5) Το σύνολο των εγγράφων που προσκόμισα και επικαλέστηκα με τις πρωτόδικες προτάσεις μου, με αριθμούς σχετικών σ' αυτές (1 έως και 8)" προκύπτει ότι επικαλέστηκε νόμιμα, τα υπό στοιχ. α, β, γ και δ έγγραφα, αφού με τις προτάσεις αυτές γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των ενσωματωμένων πρωτόδικων προτάσεων, που γίνεται ρητά και σαφής επίκληση των τεσσάρων αυτών εγγράφων με αριθμούς σχετικών 2, 8, 3 και 1 αντίστοιχα. Επομένως το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ και συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχ. Α μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχ. Β μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η ίδια αιτίαση σχετικά με το υπό στοιχ. Ε' έγγραφο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την εξής περικοπή όπισθεν του 7ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης "Ειδικά σχετικά με τη σχετική επάρκεια του μισθίου ακινήτου, από την από Νοεμβρίου 1990 βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού ..... προκύπτει ότι σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας ...., το επίδικο μίσθιο δώμα είναι κατασκευασμένο από οπλισμένο σκυρόδεμα και είναι στατικά επαρκές... " δεν έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της κρίσης του, το έγγραφο αυτό αλλά απλώς το τελευταίο αναφέρεται στο προαναφερόμενο με στοιχ. α' έγγραφο το οποίο έλαβε υπόψη.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες συνεκμισθώτριες αποδίδουν στο Εφετείο την εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικαλούμενα με τις προτάσεις τους προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του αναιρεσιβλήτου και προσκομιζόμενα έγγραφα και συγκεκριμένα αφενός κατά τα υπό στοιχ. Α' και Γ' μέρη του, προς απόδειξη της κακής χρήσης του μισθίου α) την υπ' αριθμ. 7826/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 17-6-2004 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 7234/2004) αίτησή τους για τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της κατεδάφισης από τον καθ' ού και ήδη αναιρεσίβλητο μισθωτή της επί του πεπαλαιωμένου ισόγειου μισθίου αυθαίρετης κατασκευής και β) την από το Πολεοδομικό Γραφείο Αθηνών-Προαστίων εκδοθείσα υπ' αριθμ. ..... άδεια ανέγερσης του ως άνω μισθίου και αφετέρου κατά το υπό στοιχ. Β' μέρος του, προς απόδειξη της εμμονής του μισθωτή στην κακή χρήση του μισθίου και μετά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο στις 2-7-2004, μία βιντεοταινία από την οποία προκύπτει η χρήση του μισθίου στις 18-9-2004 και 16-10-2004. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτή αποδεικτικό πόρισμα, έλαβε υπόψη εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και "όλα τα έγγραφα (συμβόλαια, έκθεση αυτοψίας μηχανικού, απόφαση Πολεοδομίας Δυτ. Αττικής, άδεια λειτουργίας καταστήματος, φωτογραφίες κ.λ.π.) που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο λίαν εμπεριστατωμένο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι παρόλο που δεν μνημονεύονται ειδικώς και δεν αξιολογούνται χωριστά, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα προαναφερόμενα έγγραφα. Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. IV. Επειδή αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από τις επάλληλες αυτές αιτιολογίες, ο λόγος αναίρεσης που αφορά την άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η παραπάνω επέμβαση του αναιρεσίβλητου μισθωτή στην ταράτσα του επιδίκου μισθίου έγινε αφενός για λόγους αισθητικούς και καλύτερης προστασίας του δώματος και αφετέρου γιατί αυτός πίστευε ότι ενεργεί στα πλαίσια δικαιώματός του "διαρρύθμισης του μισθίου" ώστε η χρήση του να καταστεί περισσότερο λειτουργική για τη συμφωνημένη χρήση (ταβέρνες - κέντρου διασκέδασης) και όχι με πρόθεση βλάβης ή υποβάθμισης του μισθίου. Αλλωστε από τη διατύπωση του παραπάνω όρου του μισθωτηρίου, με τον οποίο μάλιστα ορίζεται ότι οι βελτιώσεις του μισθίου γίνονται με δαπάνες του μισθωτή και παραμένουν σε όφελος του μισθίου, δεν συνάγεται ασφαλώς ότι το εν λόγω δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου "διαρρύθμισις του μισθίου" περιορίστηκε στο εσωτερικό μόνο (του ισογείου) αυτού, και ότι απαγορεύθηκε στο μισθωτή κάθε επέμβαση αυτού στο δώμα το οποίο επίσης μισθώθηκε για την ίδια χρήση (λειτουργία ταβέρνας - κέντρου διασκέδασης)". Επομένως ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, σχετικά με την ως άνω επικουρική αιτιολογία (Αλλωστε...), η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι ενώ δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια του 5ου όρου του μισθωτηρίου όσον αφορά τη "διαρρύθμιση του μισθίου" αν περιορίζεται δηλαδή η διαρρύθμιση μόνο στο εσωτερικό του μισθίου ή επεκτείνεται και στο δώμα, παρέλειψε, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων δηλαδή να ανεύρει τι πραγματικά θέλησαν οι συμβληθέντες στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό με τον όρο "διαρρύθμιση του μισθίου" να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η κύρια αιτιολογία, που δεν πλήττεται ή τουλάχιστον δεν πλήττεται αποτελεσματικά, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. O λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και κατά συνέπεια δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στο Εφετείο την εκ του αριθμού 8 του 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό της αγωγής και με τις προτάσεις τους στο Εφετείο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του αναιρεσιβλήτου προβαλλόμενο ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό ότι ο αναιρεσίβλητος μισθωτής, κατά τη διάρκεια των εργασιών διαρρύθμισης του μισθίου δημιούργησε νέο όροφο στο δώμα του ισόγειου μισθίου χωρίς την έκδοση οικοδομικής άδειας και έτσι κατά παραβίαση του 5ου όρου του μισθωτηρίου, το περιεχόμενο του οποίου αναφέρεται στην πιο πάνω έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, εξέθεσε αυτές ως συγκύριες του μισθίου σε κίνδυνο αστικής ή ποινικής ευθύνης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο προβαλόμενος ισχυρισμός είναι αόριστος, αφού δεν εκθέτουν οι αναιρεσείουσες αν πράγματι επιβλήθηκε σε βάρος τους πρόστιμο ή ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη για την αυθαίρετη κατασκευή και κατά συνέπεια δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στηνέκβαση της δίκης.

VI. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ δηλαδή υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση του εγγράφου με το να αποδώσει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό και μόνο ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος, όμως, αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας απλώς το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου με τις άλλες αποδείξεις καταλήγει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 5ου όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης διότι ενώ διαλαμβάνονται σ' αυτόν τα εξής "Οι εκμισθώτριες παρέχουν το δικαίωμα εις το μισθωτή να διαρρυθμίσει το μίσθιο δια την εξυπηρέτηση της χρήσης και του σκοπού για τον οποίο το προορίζει", που έχει την έννοια ότι παραχωρήθηκε στον αναιρεσίβλητο μισθωτή η δυνατότητα διευθέτησης του εσωτερικού μόνο χώρου του μισθίου, δέχθηκε ότι ενυπάρχει στον όρο αυτό και συμφωνία παρέχουσα τη δυνατότητα στον αναιρεσίβλητο να επέμβει και στο δώμα του μισθίου και να κατασκευάσει νέο όροφο σ' αυτό. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης του περιεχομένου του εγγράφου και συνεκτίμησης των άλλων αποδείξεων, κατέληξε στο μη ορθό, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, αποδεικτικό πόρισμα.

VII. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν κατά παραδοχή ως βασίμου λόγου έφεσης εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως προς οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν κρίνεται αγωγή που έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται στις διατάξεις της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που πλήττονται με την έφεση αλλά εκτείνεται, χωρίς ειδικό παράπονο, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ΚΠολΔ και στις βάσεις που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Εξάλλου, ως πράγματα, η παράλειψη λήψης υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, νοούνται και οι βάσεις της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με τον ένατο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση ότι ενώ απέρριψε την αγωγή απόδοσης του μισθίου λόγω καταγγελίας της μίσθωσης για κακή χρήση αυτού και ειδικότερα κατά την κύρια βάση της για χρήση όχι όπως συμφωνήθηκε, δεν ερεύνησε αυτή κατά την επικουρική βάση της, αναγόμενη σε χρήση του μισθίου όχι με επιμέλεια. Με την κρινόμενη όμως αγωγή, όπως παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείουσες εκμισθώτριες ζήτησαν την, κατ' άρθρο 594 ΑΚ, απόδοση του μισθίου λόγω καταγγελίας της μίσθωσης για κακή χρήση αυτού με την έννοια της μη επιμελούς και σύμφωνα με τους όρους του μισθωτηρίου χρήσης από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προέβη στην κατασκευή ορόφου στο δώμα του ισόγειου μισθίου, χωρίς την έκδοση οικοδομικής άδειας. Η αγωγή αυτή και όσον αφορά το ως άνω περιεχόμενο έχει μία και μόνο βάση, στηριζόμενη στην, με τις προαναφερθείσες μορφές, εμφανιζόμενη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ, η οποία και αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας τόσο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και από το Εφετείο και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης, που κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του είναι εκ του αριθμού 8 και όχι εκ του αριθμού 9, όπως εσφαλμένως παρατίθεται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 19.7.2005 αίτηση των ..... κ.λ.π. για αναίρεση της 1307/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε επτακόσια (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ