Supreme Court dismisses appeal on inheritance damages, ruling lower court correctly assessed evidence without distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision awarding her ex-husband 4,000 euros in damages for moral harm. The appellant argued the appellate court distorted medical records and bank transfers to prove her mother did not have Alzheimer's disease. The court rejected this claim, finding the lower court based its decision on a comprehensive evaluation of all evidence rather than the disputed documents alone.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's finding of fact is binding unless proven erroneous, and a claim that the court distorted evidence is inadmissible if the decision rests on a holistic assessment of all presented proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 284 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 284/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Ε. συζύγου Γ. Ι., το γένος Β. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νισύριο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Γκαρίπη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Στυλιανού Γκαρίπη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Β.Τ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Γκαρίπη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2014 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3568/2017 μη οριστική και 14903/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 264/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/3/2022 αίτησή της και τους από 15/6/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 1-3-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 264/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..... με την οποία έγινε δεκτή και κατ` ουσίαν η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της 14093/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
μετά δε την εξαφάνιση αυτής, και την εκδίκαση της 18868/9-9-2014 αγωγής της αρχικώς ενάγουσας, και αποβιώσασας μετά την άσκησή της Α. Ι. Τ., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι-εκκαλούντες ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της, έγινε δεκτή η αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ'ουσία και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της προσβολής της τιμής και υπόληψης της αρχικώς ενάγουσας με την εκτιθέμενη συμπεριφορά, το ποσό των 4.000 ευρώ, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τον από 15-6-2023 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 αριθ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτός επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 23-6-2023 (βλ.
υπ'αριθμ.8322 Δ', 8323 Δ', 8324 Δ'/23-6-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα τη Θεσσαλονίκη Κ. Κ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναιρέσεως δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Ο πρόσθετος αυτός λόγος, ο οποίος συνεκφωνήθηκε με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθεί με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 527/2023,ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτού.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1132/2019).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 19/2020).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1346/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 367/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 81/2020).
Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 319/2017).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 81/2020). Εξάλλου, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1420/2013). Επί πλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ1346/2023).
3. Με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προβλεπόμενη από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 367 παρ.1γ και 367 παρ.2 του ΠΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι τέλεσε σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και απορρίπτοντας την ένστασή της ότι ενήργησε στα πλαίσια διαφύλαξης και υποστήριξης των δικαιωμάτων της.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προβλεπόμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η μητέρα της Λ.
Μ. είχε πλήρη πνευματική διαύγεια μέχρι το θάνατό της και δεν ανέθεσε σε κανένα τη διαχείριση των οικονομικών της. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, η ένσταση και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή της, καθώς και η σύνδεσή της με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογήν της αναιρεσείουσας, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις.
Σε κάθε δε περίπτωση οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
4. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ` ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1864/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 554/2018, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 455/2014). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008). Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγησή του και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ.
γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 2103/2017). 5. Με το πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ.
γ`ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη και, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη, αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ως εναγομένη-εφεσίβλητη κατά τη συζήτηση της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι η μητέρα της Λ.
Μ., έπασχε από την νόσο Alzheimer και στερούνταν διαχειριστικής ικανότητας ως προς την περιουσία της, και ειδικότερα: α)το υπ'αριθμ. ..../4-2-2003 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Γ.-Μ., με το οποίο η μητέρα της Λ. Μ. ανέθεσε στην αρχικώς ενάγουσα Α. Τ. την διαχείριση των οικονομικών της, β)το από 15-12-2003 δελτίο επείγουσας εισαγωγής στο ΑΧΕΠΑ όπου αναγράφεται η φράση "ιστορικό Alzheimer" στη νευρολογική εκτίμηση και επίσης αναφέρεται "δυσαρθρία, σύγχυση,...συγχυτική κατάσταση και υπνηλία", ενώ στη θεραπευτική αγωγή αναφέρεται και το φάρμακο Nootrop που χορηγείται σε ασθενείς που πάσχουν από άνοια γ)τραπεζικοί λογαριασμοί της Eurobank, που ανοίχθηκαν στις 27.1.2003, μια εβδομάδα πριν την υπογραφή του ανωτέρω 8443/4-2-2003 πληρεξουσίου, ήτοι 1.ο με αριθμ.0026.0118.43.0100537503 με πρώτη δικαιούχο την μητέρα της Λ.
Μ., από όπου την 23.6.2003 μεταφέρθηκε ποσό 1.869,68 ευρώ στον λογαριασμό της Eurobank με αριθμό 0026.0118.47.0100564986, ενώ ο συγκεκριμένος λογαριασμός με πρώτη δικαιούχο τη Λ. Μ. και συνδικαιούχους τα εγγόνια της Α. και Β. Ι., παιδιά της αναιρεσείουσας κόρης της, έκλεισε την 29.7.2003 με μεταφορά 7.232,97 ευρώ στον υπ' αριθμ. 0026-0118-45-0100571957 κοινό λογαριασμό της αρχικώς ενάγουσας Α.
Τ., της μητέρας της αναιρεσείουσας Λ. Μ. και της Ζ. Μ. (μητέρας του Γ. Μ. στον οποίο μεταβιβάστηκε το ακίνητο της Λ.Μ.). 2.ο με αριθμ.0026.0118.48.11000287529 με πρώτη δικαιούχο την μητέρα της αναιρεσείουσας Λ. Μ. και συνδικαιούχους την αρχικώς ενάγουσα Α. Τ. και τα εγγόνια της - παιδιά της αναιρεσείουσας κόρης της, ο οποίος έκλεισε στις 23.6.2003 με μεταφορά του υπολοίπου εκ 13.401,14 ευρώ στον λογαριασμό με αριθμ.0026.0118.46.1100029471 με πρώτη δικαιούχο την μητέρα της αναιρεσείουσας Λ.
Μ. και συνδικαιούχους τα εγγόνια της- παιδιά της αναιρεσείουσας, ο οποίος έκλεισε μετά από ένα μήνα στις 29.7.2003 με μεταφορά του υπολοίπου ποσού 13.400 ευρώ σε κοινό λογαριασμό με αριθμ.0026-118-47-110029539 με δικαιούχους την αρχικώς ενάγουσα Α. Τ., την μητέρα της αναιρεσείουσας Λ. Μ. και την Ζ. Μ., δ)τραπεζικός λογαριασμός GR0701204090000000041472804 της Εμπορικής Τράπεζας με συνδικαιούχους την μητέρα της αναιρεσείουσας Λ.Μ., την αναιρεσείουσα και τον υιό της Α., όπου κατατίθετο η σύνταξη της μητέρας της, από τον οποίο η αρχικώς ενάγουσα Α.Τ.
μετέφερε, δυνάμει του πληρεξουσίου, ποσά από τους λογαριασμούς της μητέρας της σε νέους τραπεζικούς λογαριασμούς που άνοιξε η ίδια η αρχικώς ενάγουσα Α. Τ. με συνδικαιούχους τον εαυτό της και τη μητέρα της αναιρεσείουσας, ε) τραπεζικός λογαριασμός της Εθνικής Τράπεζας με αριθμό 222/910624-32 με αρχική δικαιούχο τη μητέρα της αναιρεσείουσας Λ.Μ.
και συνδικαιούχους τα τέκνα της Α. και Β. Ι., στον οποίο φαίνονται δυο μεταφορές ποσού 36.000 ευρώ την 9.5.2003 και 30.700 ευρώ την 11.8.2003 που διενήργησε η αρχικώς ενάγουσα Α. Τ. σε κοινό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας (με αριθμό 222/946375-52) με πρώτη δικαιούχο την ίδια Α. Τ. και συνδικαιούχους τη μητέρα της αναιρεσείουσας και τη Ζ.
Μ.. Όμως, από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μερικά από τα οποία έγγραφα μνημονεύονται στην απόφαση, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, και αφού έγινε υπόμνηση ότι όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν...,χωρίς να απαιτείται από το Δικαστήριο και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
6. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008). Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016,ΑΠ 11/2016, ΑΠ 1663/2013).
7. Η αναιρεσείουσα, με το τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προσάπτει, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των κάτωθι εγγράφων, παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων τμημάτων των κειμένων τους: 1) του υπ'αριθμ. ...../4-2-2003 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.Γ.-Μ., με το οποίο η μητέρα της Λ.Μ.
ανέθεσε στην αρχικώς ενάγουσα Α. Τ. την διαχείριση των οικονομικών της, 2)του από 15-12-2003 δελτίου επείγουσας εισαγωγής στο ΑΧΕΠΑ όπου αναγράφεται η φράση "ιστορικό Alzheimer" στη νευρολογική εκτίμηση και επίσης αναφέρεται "δυσαρθρία, σύγχυση,...συγχυτική κατάσταση και υπνηλία", ενώ στη θεραπευτική αγωγή αναφέρεται και το φάρμακο Nootrop που χορηγείται σε ασθενείς που πάσχουν από άνοια και 3) του τραπεζικού λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας με αριθμό 222/910624-32 με αρχική δικαιούχο τη μητέρα της αναιρεσείουσας Λ.Μ.
και συνδικαιούχους τα τέκνα της Α. και Β.Ι., στον οποίο φαίνονται δυο μεταφορές ποσού 36.000 ευρώ την 9.5.2003 και 30.700 ευρώ την 11.8.2003 που διενήργησε η αρχικώς ενάγουσα Α. Τ. σε κοινό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας (με αριθμό 222/946375-52) με πρώτη δικαιούχο την ίδια Α. Τ. και συνδικαιούχους τη μητέρα της αναιρεσείουσας και τη Ζ.Μ., και κατέληξε στο λανθασμένο συμπέρασμα, ότι η Λ.Μ.
δεν έπασχε από τη νόσο Alzheimer και δεν είχε αναθέσει στην αρχικώς ενάγουσα Α. Τ. την διαχείριση της περιουσίας της, κρίνοντας ακολούθως ψευδείς και συκοφαντικούς τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του κρίση και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα),τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα κατά το περιεχόμενό τους έγγραφα.
Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 8. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Απορρίπτει την από 1-3-2022 αίτηση και τον από 15.6.2023 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της 264/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ