Supreme Court dismisses State's appeal on vague procedural complaints regarding property ownership via prescription.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Aegean Court of First Instance's final judgment. The State argued that the lower court violated civil code provisions regarding acquisitive prescription by failing to prove the property was public land. The court rejected these claims as inadmissible due to their vagueness and lack of specific factual assertions necessary for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 571, 577§3, 561, 559, 176, 183, 191, 22 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that vague procedural complaints regarding the violation of acquisitive prescription rules are inadmissible if they fail to state the essential factual assumptions upon which the lower court's decision relied.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 284 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 284/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Θ. το γένος Ν. και Σ. Κ., κατοίκου ..., 2) Σ. συζ. Ν. Κ., το γένος Β. και Μ. Σ., κατοίκου …, 3) Ν. Κ. του Α. και Σ., κατοίκου …, 4) Μ. Κ. του Ν. και Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Λαλούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35ΤΜ/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 15/04/2019 αίτηση για αναίρεση της 191/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
A.1 Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (μούλκια) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Ωθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην ,κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" ,κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 34/2019).
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας( μούλκια), ενώ στα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Μύκονος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και ,τούτο, ,διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (OλΑΠ 1/2013).
2.Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριός τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.
ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 987/2017).
Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019).
3.Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Κατά το άρθρο 62§1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014) το κατά την §1 εδ. α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου ,Χίου και και Κυκλάδων ,των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων καθώς και της περιοχής της Μάνης , όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά πόρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης ".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (ΑΠ 340/1985) ερμηνευτική άποψη για την νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 984/2017).
4. Τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ’ ιδιωτών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/03-07-1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 1840/2017).
5. Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.Α.Π. 75/1987).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1840/2017).
6. Κατά το άρθρο 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία). Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
7. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ) το Εφετείο , μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την αποτελούσα αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της αρχικής εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής αγωγή ακινήτου ,αγροτεμαχίου ,εμβαδού 37,88 τ.μ. ,στη Μύκονο, των αναιρεσιβλήτων, (κατά τις αναφερόμενες σ' αυτό διακρίσεις των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους), που έχει ως μοναδική βάση την έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ΑΚ: <<Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." Μυκόνου, έχει έκταση 37,88 τ.μ, και εμφαίνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 70-95-91-76-61-52-70 στο από Μαρτίου 2012 επικαλούμενο και προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα διόρθωσης ορίου του μηχανικού Α.
Τ., έτσι, όπως αυτό διορθώθηκε με τις προτάσεις των εναγόντων (υπ1 αρ. σχετικού 1α) και συνορεύει Βόρεια επί πλευράς 70-95 με υπόλοιπη ιδιοκτησία μας με ΚΑΕΚ …., Νότια επί πλευράς 52-61-76-91 με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. με ΚΑΕΚ …, Ανατολικά επί πλευράς 70-52 με υπόλοιπη ιδιοκτησία μας με ΚΑΕΚ … καιν. Δυτικά επί πλευράς 95-91 με επαρχιακή οδό Μυκόνου - Πλατύ Γιαλού με ΚΑΕΚ …., καθώς και με τα αλφαβητικά στοιχεία Π-Ρ-Σ-Ύ στο από Μαρτίου 2012 επικαλούμενο και προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα για ρύθμιση αυθαίρετων κατασκευών του μηχανικού Α.
Τ., έτσι, όπως αυτό διορθώθηκε με τις προτάσεις των εναγόντων (υπ' αρ. σχετικού 1δ), στο οποίο έχουν κατασκευαστεί οι ανωτέρω λοιποί χώροι, ήτοι 1) μία αποθήκη εμβαδού 25 τ.μ και 2) ένα γκαράζ εμβαδού 20 τ.μ για τα οποία δεν έχει συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, ανήκοντες κατ' αποκλειστική χρήση στην οριζόντια ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …./0/1, όπως και αναφέρονται στο κτηματολογικό της φύλλο κατά τις αρχικές εγγραφές.
Οι δεύτερος και τρίτη των εναγόντων, που είναι σύζυγοι, κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 560 τμ, όμορου του επιδίκου στη θέση "..." Μυκόνου της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Μυκόνου, το οποίο εμφαίνεται στο συνημμένο στον τίτλο κτήσεως τους από Απριλίου 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Π.
Κ. υπό τα αλφαβητικά στοιχεία Χ-Β-Γ-Δ-Ε-Ε'-Τα'-Τα-Χ και συνορεύει γύρω με ιδιοκτησίες Βορείως με ιδιωτικήν οδόν πλάτους μέτρων 3 επί πλευράς μέτρων 45,20, Δυτικώς με υπόλοιπον αγρού ιδίου πωλητού Γ. επί πλευράς μέτρων 24 και Νοτιοανατολικός εν μέρει με την επαρχιακή Μυκόνου Πλατύ Γιαλού, επί πλευράς μέτρων 25 και εν μέρει με ιδιοκτησίαν Ι.
Κ.. και Α. Κ.. επί πλευράς μέτρων 33,10. Οι δεύτερος και τρίτη των εναγόντων, οι οποίοι το απέκτησαν δυνάμει του υπ' αρ. …/1953 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβ/φου Μυκόνου Νικολάου Καλογερά, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μυκόνου (Τ. … με αυξ.αριθμ. …), προέβησαν στην ανέγερση σ' αυτό μιας διώροφης οικοδομής.
Δυνάμει του υπ' αριθμόν …/1992 συμβολαίου - Σύσταση Οριζοντίου Ιδιοκτησίας του Συμβ/φου Μυκόνου Νικολάου Παπαϊωάννου, υπήγαγαν το ανωτέρω αναλυτικά περιγραφόμενο ακίνητο, ήτοι οικόπεδο με διώροφη οικοδομή, στις διατάξεις του ν. 3741/1929 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ. Στη συνέχεια οι δεύτερος και τρίτη των εναγόντων, δυνάμει των με αριθμούς 1.328 και …/….12.1992 συμβολαίων γονικής παροχής του ιδίου ως άνω Συμβ/φου Μυκόνου Νικολάου Παπαϊωάννου, τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Μυκόνου στον τόμο … με α.α …, μεταβίβασαν την ψιλή κυριότητα των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών στην πρώτη και την τέταρτη των εναγόντων, που είναι τέκνα τους, διατηρώντας οι ίδιοι την επικαρπία Τέλος, οι ενάγοντες προέβησαν στην δήλωση του ως άνω ακινήτου τους στο κτηματολόγιο, το οποίο και έλαβε ΚΑΕΚ …/0/0.
Το έτος 1987 ο Θ. Κ..ς του Α., ο οποίος ήταν όμορος ιδιοκτήτης στο Νοτιονατολικό όριο του παραπάνω αγροτεμαχίου των δεύτερου και τρίτης των εναγόντων παραχώρησε με άτυπη δωρεά στους τελευταίους το ως άνω επίδικο, που αποτελούσε τμήμα στο βορειοδυτικό άκρο ακινήτου του, το οποίο είχε αποκτήσει από κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα του Α.
Κ.., την οποία είχε αποδεχθεί, δυνάμει της με αρ. …/1986 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβ/φου Μυκόνου Πέτρου Αθ. Τόλη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Από την ημέρα δε παραχώρησης του ο ως άνω δωρεοδόχος αποξενώθηκε πλήρως από το επίδικο και ο δεύτερος και τρίτη των εναγόντων ασκούσαν επ' αυτού, συνεχώς και αδιαλείπτως, τη συννομή και συγκατοχή με διάνοια κυρίων, ενεργώντας σε αυτό όλες τις υλικές και φανερές πράξεις φυσικής εξουσίασης που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση τους για εξουσίασή του και συγκεκριμένα το επέβλεπαν και το συντηρούσαν και προέβαιναν δε στο καθαρισμό του, δίχως ποτέ να έχουν ενοχληθεί από οποιονδήποτε ούτε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, .αναγνωριζόμενοι από όλους ως κύριος νομείς και κάτοχοι αυτού.
Μάλιστα αυτοί αφού το ενσωμάτωσαν στην όμορη ιδιοκτησία τους προέβησαν το ίδιο έτος 1987 στην ανέγερση δύο κατασκευών, ήτοι μία αποθήκης (διάφορη της παραπάνω αναφερομένης αποθήκης) και μία θέση στάθμευσης (γκαράζ), συνέχισαν δε να ασκούν συνεχώς και αδιαλείπτως τις ίδιες πράξεις νομής αυτοί και οι διάδοχοί τους και μετά την μεταβίβαση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών στα τέκνα τους πρώτη και τέταρτη των εναγόντων αλλά και άλλες, το επισκεπτόταν τακτικά, φροντίζοντας για τη διατήρηση των κατασκευών του σε καλή κατάσταση χρησιμοποιώντας αυτές σύμφωνα με τον προορισμό τους, και δήλωσαν δε τούτο, ως στοιχείο της ακίνητης περιουσίας τους, προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Μυκόνου, κατά την φορολογική δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9). Όταν άρχισε η διαδικασία της χαρτογράφησης και της κτηματογράφησης στο νησί της Μυκόνου αυτοί έσπευσαν να δηλώσουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας στο επίδικο, μαζί με την όμορη ιδιοκτησία τους στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου.
Ωστόσο, αν και οι αυτοί (ενάγοντες) προέβησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα σε δήλωση της ιδιοκτησίας τους στο Κτηματολόγιο, το ως άνω παραχωρηθέν εδαφικό τμήμα, (επιφάνειας 37,88 τμ., σύμφωνα με νεότερη εμβαδομέτρηση), έχει εσφαλμένα αποτυπωθεί στις οικείες κτηματολογικές εγγραφές ως τμήμα της παρακείμενης επαρχιακής οδού Μυκόνου-Πλατύ Γιαλού, που έχει λάβει ΚΑΕΚ … και ανήκει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι ως τμήμα του όμορου σ' αυτό ακινήτου των εναγόντων, των οποίων το αγροτεμάχιο έχει λάβει ΚΑΕΚ …/0/0.
Αποδείχθηκε κατά συνέπεια πλήρως ότι οι ενάγοντες έγιναν πράγματι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, του εδαφικού τμήματος επιφάνειας 37,88 τμ, του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), διότι καθώς αποδείχτηκε ότι το νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, χωρίς ποτέ το ως άνω δικαίωμά τους να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο (εφεσίβλητο).
Αντίθετα, το τελευταίο δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος κατά την Ελληνική επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830).
Περαιτέρω, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1 του Β.Δ. της 15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου και ορίζει ότι όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο, αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και, επομένως, ακόμη και επί των γαιών, που βρίσκονται στην περιοχή των Κυκλάδων, δεν ανήκαν σε ιδιώτες, αλλά στο οθωμανικό κράτος και είχαν καταληφθεί μετά την απελευθέρωση από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς, βέβαια, να τις καθιστά ανεπίδεκτες νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον, ωστόσο αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής επί του επίδικου ακινήτου.
Και, τούτο, διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως λιβαδιού κατά την έννοια ως άνω Β.Δ., κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του, δηλαδή κατά το έτος 1833, και ότι είχε καταληφθεί, ως ανήκον αρχικά στο οθωμανικό κράτος, από το εναγόμενο κατά τον ανωτέρω χρόνο (ο χαρακτήρας της έκτασης ως χορτολιβαδικής, κατά την έννοια του άρθρου 3 §6 β Ν. 998/1979, ανάγεται μόνο μέχρι το έτος 1945, ενώ, περαιτέρω, η έννοια του χορτολίβαδου του άρθρου 3 §6 β Ν. 998/1979 δεν είναι απόλυτο ότι ταυτίζεται με την έννοια του λιβαδιού του άρθρου 1 του Β.Δ.
της 15.12.1833), λόγω μάλιστα της ιδιαιτερότητας του να βρίσκεται σήμερα μεταξύ ιδιωτικών εκτάσεων και να διακατέχεται από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα από ιδιώτες. Τέλος, ας σημειωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 2§§2,3 του ΑΝ 1539/1938, σύμφωνα με τις οποίες η βοσκή επί λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ως πράξη νομής, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εφεσίβλητο, καθώς οι ανωτέρω διατάξεις, όπως προκύπτει και από τη σαφή διατύπωση τους, προϋποθέτουν ακριβώς την ύπαρξη δημοσίου κτήματος (με σκοπό να προστατεύσουν την ήδη αποκτηθείσα κυριότητα του Δημοσίου, το οποίο έχει πλασματική νομή επ' αυτού), κάτι όμως που, όπως αναφέρθηκε, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Για τον ίδιο λόγο δεν τυγχάνουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής και οι διατάξεις των ν. 8 πρ. και 1 παρ 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασιλ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, το οποίο εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ,ισχύει δε και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει του Ν.Δ.
Ξ Η71912 και των συναφών περί δικαιοστασίου διαταγμάτων, του άρθρου 21 του από 22- 4/16.5.1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 Α.Ν. 1539/1938, κατά τις οποίες για την κτήση δημόσιου κτήματος με χρησικτησία απαιτείται τριακονταετή καλόπιστη νομή μέχρι τις 11.9.1915, αφού και αυτές προϋποθέτουν την ύπαρξη δημόσιου κτήματος.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15.12.1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας", σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι το ελληνικό δημόσιο ενεργούσε στο επίδικο πράξεις ελέγχου και φύλαξης κατά την περίοδο των ετών 1830-1915 ή έστω και μεταγενέστερα, προτού επιληφθεί η διεύθυνση δασών Κυκλάδων με την πεποίθηση των οργάνων του που προέβαιναν στις παραπάνω πράξεις ότι αυτές αφορούσαν κρατική και όχι ιδιωτική ή δημοτική έκταση, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι οι αρμοδιότητες ελέγχου και φύλαξης τόσο των αστυνομικών οργάνων όσο και των δασοφυλάκων δεν αφορούν μόνον τη δημόσια περιουσία αλλά και την ιδιωτική (ενόψει του δημοσίου συμφέροντος για τη διαφύλαξη και προστασία και των ιδιωτικών ακόμα δασών) και αφετέρου ότι το εναγόμενο φέρει το βάρος απόδειξης της συνδρομής του στοιχείου της διάνοιας κυρίου στο γενικό έλεγχο που όφειλαν να ασκούν τα όργανα του στο επίδικο κατά την άνω χρονική περίοδο, είτε αυτό ήταν τότε καλλιεργήσιμη έκταση είτε ακόμα δάσος ή δασική έκταση.
Συνεπώς, ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί του επιδίκου, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με την με αριθμό …/…/….11.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε. διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα, που βρίσκονται εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Μυκόνου και με τη με αριθμό …/…/….11.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ξ. ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του κτηματολογίου στην εν λόγω περιοχή η 24η. 11.2005.
Οι ενάγοντες αν και προέβησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα σε δήλωση της ιδιοκτησίας τους στο Κτηματολόγιο, το ως άνω παραχωρηθέν εδαφικό τμήμα, (επιφάνειας 37,88 τμ., σύμφωνα με νεότερη εμβαδομέτρηση), έχει εσφαλμένα αποτυπωθεί στις οικείες κτηματολογικές εγγραφές ως τμήμα της παρακείμενης επαρχιακής οδού Μυκόγου-Πλατύ Γιαλού, που έχει λάβει ΚΑΕΚ … και ανήκει στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και όχι ως τμήμα του όμορου σ' αυτό ακινήτου των εναγόντων, των οποίων το αγροτεμάχιο έχει λάβει ΚΑΕΚ …/0/0.
Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ανήκει στους ενάγοντες και ότι εσφαλμένα το επίδικο τμήμα και μόνο συμπεριλήφθηκε κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης ως τμήμα της επαρχιακής οδού Μυκόνου - Πλατύ Γιαλού στηρίζεται στην κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και ενισχύεται από τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες έγγραφα και συγκεκριμένα την με αρ.
…/1986 Πράξη Αποδοχής Κληρονομιάς του δωρεοδόχου των εναγόντων το τμήμα αυτό αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας Κ. και νυν των εναγόντων και ήταν αδύνατον ο δρόμος, ήτοι η επαρχιακή οδός αυτή να λοξοδρομούσε μόνο για ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα εντός ιδιοκτησίας και καθόλο το μήκος του να ήταν ενιαίος. Επιπλέον, στη με ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς του δωρεοδόχου των εναγόντων αναφέρεται ρητά, ότι ο πατέρας του τελευταίου Α.
Κ..ς είχε κληρονομήσει όλη την έκταση των δύο (2) στρεμμάτων της ιδιοκτησίας του από τη μητέρα του Μ. συζ. Δ. Κ.., δυνάμει της με αρ. … /1941 Δημοσίας Διαθήκης του τότε Συμβ/φου Μυκόνου Ανδρέου Αλεξόπουλου. Επίσης ενισχύεται ακόμη περισσότερο από του έτους 1974 τοπογραφικό δ ιάγραμμα του Π. Κ., στο οποίο εμφαίνεται η επαρχιακή οδός προς Πλατύ Γυαλό να έχει πλάτος 8 μ.
και να μην εισέρχεται εντός της ιδιοκτησίας Κ., αλλά το όριο της γραμμής της είναι ευθεία γραμμή. Τέλος η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι όταν διαπιστώθηκαν κατόπιν διενέργειας αυτοψίας στο επίδικο οι προαναφερόμενες αυθαίρετες κατασκευές από την Πολεοδομία, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο, το τελευταίο προέβη στην επιβολή προστίμου στους ενάγοντες, το οποίο οι τελευταίοι κατέβαλαν χωρίς το τελευταίο να αντιδράσει για την κατάληψη του επιδίκου, ενώ προέβησαν και σε νομιμοποίηση αυτών όπως προκύπτει και από το τοπογραφικό νομιμοποίησης αυθαιρέτων του έτους 2012 του Α.
Τ. που προσκομίζεται. Με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή>> Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν επί του επίδικου εδαφικού τμήματος 37,88 τ.μ.( αγροτεμαχίου), που βρίσκεται στο νησί της Μυκόνου, συγκυριότητα (με τις διακρίσεις που αναφέρονται στην απόφαση), κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με έκτακτη χρησικτησία,καθ'όσον για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών ασκούσαν σ' αυτό τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις νομής, κατά τις διατάξεις του ΑΚ. 2) Οτι η κυριότητα του επιδίκου δεν περιήλθε στο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, καθ'όσον τούτο, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ήταν ιδιωτική γη ''καθαρής ιδιοκτησίας'', ανήκε, δηλαδή, στην κατηγορία των ''μούλκια ακινήτων'',δεν είχε περιέλθει στο Οθωμανικό Κράτος και δεν εξουσιάστηκε από τον Σουλτάνο, ούτε κατείχετο από Οθωμανούς πολίτες, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Επικράτεια κατά την Επανάσταση του 1821 και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, το οποίο το αναιρεσείον κατέλαβε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και δήμευσε(1821-1830). 3) Ότι το επίδικο δεν αποτελούσε τμήμα δασικής εκτάσεως ούτε είχε το χαρακτήρα λιβαδιού κατά το έτος 1833, και ότι δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο( έκτακτη χρησικτησία), κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, όσο και του ΑΚ.
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων , εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη, και, στη συνέχεια, δέχθηκε αυτή και αναγνώρισε αυτούς συγκυρίους (κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα ,του επιδίκου, διέταξε δε τη διόρθωση της εσφαλμένης στα κτηματολογικά βιβλία εγγραφής.
Με αυτά που δέχθηκε , και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις , περί έκτακτης χρησικτησίας, διατάξεις του ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά, ανελέγκτως, πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επίσης, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 1 του β.δ. /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, περί χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα , των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθ'όσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ,αφού ,όπως προεκτέθηκε, το επίδικο ήταν ιδιωτική γη ''καθαρής ιδιοκτησίας'', ανήκε δηλαδή πριν από το 1821 σε χριστιανούς πολίτες ,σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,2, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν του έτους 1274 "περί γαιών", και ποτέ δεν υπήρξε δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενες στους 1ο και 2ο, κατά το πρώτο μέρος, αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
Β. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος αυτό διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, το δε πεδίο εφαρμογής του έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης.
Το αντικειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή τούτου, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα ,εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στην νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 148/2016). Στην προκείμενη περίπτωση οι στηριζόμενοι στις αναφερόμενες στην αρχή ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων(ΑΠ 419/2020).
Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, αναιρετικούς λόγους αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τη διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον-εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμούς ιδίας κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου:
α) δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης β) άλλως, ως δάσους κατά τις διατάξεις του βδ της 17/29-11-1836, και γ) άλλως ως λειβαδιού και βοσκότοπου κατά το άρθρο 1 του βδ της 12-12-1833.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, εκτιμώντας ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί συνιστούν ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και απορρίπτοντας αυτούς ως αναπόδεικτους, για τους λεπτομερώς εκτιθέμενους στην απόφασή του λόγους, δεν υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, καθ' όσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης για την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον και όχι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες, ούτε οι τελευταίοι έφεραν το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της 30ετούς έκτακτης χρησικτησίας στο επίδικο κατά τις διατάξεις του βρδ, μέχρι τις 11-9-1915, προϋπόθεση της οποίας, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, είναι ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, ιδιότητα που , όπως προεκτέθηκε, δεν έχει το επίδικο, οι δε σχετικές περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες (ΑΠ 419/2020).
Τέλος, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, της εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης ως προς τον προταθέντα από το αναιρεσείον -εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμό περί κτήσης κυριότητας αυτού στο επίδικο, ως αδέσποτο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/03-07-1837, είναι απορριπτέοι, διότι στηρίζονται σε ανακριβή προϋπόθεση, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα αντικειμενικού βάρους απόδειξής του (ΑΠ 954/1996).
Γ1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης(ΑΠ 1373/2019), 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 57/1990).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020,ΑΠ 1078/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1α', 19 και 10 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Ειδικότερα , ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με χρησικτησία, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις περί χρησικτησίας διατάξεις του ΒΡΔ, και τις περί τακτικής και εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ, καθώς επίσης , χωρίς απόδειξη , δέχθηκε τους αγωγικούς , περί χρησικτησίας, ισχυρισμούς.
Οι σχετικές από τους αριθμούς 1α' και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, που αφορούν στην παραβίαση των διατάξεων του ΒΡΔ και του ΑΚ περί χρησικτησίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες , εξαιτίας της αοριστίας τους, διότι στο λόγο αυτό δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα , οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση του δικαιώματος της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο , παρά μόνο, όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ'επιλογή αποσπασματικές παραδοχές αυτής.
Επίσης, οι σχετικές αιτιάσεις που αφορούν στην παραβίαση των διατάξεων , περί χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα , του ΒΡΔ, και ελλείψεως αιτιολογίας, είναι αβάσιμες, διότι η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων προϋποθέτει την ιδιότητα του επιδίκου ως δημόσιου κτήματος, ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση,περί καταλύσεως της κυριότητας του Δημοσίου ,με χρησικτησία, 30ετή μέχρι τις 11.9.1915, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, στηριζόμενο στα προσκομισθέντα και μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα εναγόντων, έγγραφα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια), χωρίς να παρίσταται ανάγκη ειδικής αξιολόγησης ενός εκάστου εξ αυτών, η δε από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση περί του ότι το Εφετείο δέχθηκε την από τους αναιρεσιβλήτους κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμη.
Συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων ,κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που οι τελευταίοι , υπέβαλαν με τις προτάσεις τους(άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ'άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-04-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 191/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων , τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, 5 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ