284/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ κίνηση, η εκκρεμότητα και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει μια σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 672), όπως αυτή στην οποία προβλέπεται από κανονισμό η αποχώρηση του μισθωτού από την υπηρεσία αυτοδικαίως, λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας.
Legislator headnote
AI generated284/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κίνηση, η εκκρεμότητα και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει μια σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 672), όπως αυτή στην οποία προβλέπεται από κανονισμό η αποχώρηση του μισθωτού από την υπηρεσία αυτοδικαίως, λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 284 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 284/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Τράπεζα ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σουμελά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1914/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4139/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κίνηση, η εκκρεμότητα και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει μια σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 672), όπως αυτή στην οποία προβλέπεται από κανονισμό η αποχώρηση του μισθωτού από την υπηρεσία αυτοδικαίως, λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας.
Σπουδαίο λόγο αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζόμενου ή και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν για τον εργοδότη, σε συγκεκριμένη περίπτωση, μη ανεκτή την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως. Για την εκτίμηση της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 10/1995).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 του οργανισμού προσωπικού της αναιρεσίβλητης τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε με την από 26-6-2003 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ της τελευταίας και της πλέον αντιπροσωπευτικής οργανώσεως του προσωπικού της βάσει εξουσιοδοτήσεως του ν. 1876/1990, κατατέθηκε νομότυπα στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας την 30-6-2003 (άρθρο 5 ν. 1876/1990) και έχει έκτοτε κανονιστική ισχύ, "Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού της τραπέζης λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών [...].
Η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) Δια του θανάτου του μισθωτού. 2) Στην περίπτωση αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης συνεχούς απουσίας του υπαλλήλου πέραν του μηνός, η οποία θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, επιφέρουσα αυτοδικαίως άνευ άλλου τινός τη λύση της σχέσεως εργασίας. 3) Για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ. 4) Στην περίπτωση ποινικής διώξεως του υπαλλήλου εκ μέρους της τραπέζης, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων".
Ωστόσο, η από την τράπεζα άσκηση του δικαιώματος προς καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και, εντεύθεν, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, η καταγγελία είναι άκυρη (ΑΚ 174).
Περαιτέρω, με το άρθρο 26 του ίδιου οργανισμού προσωπικού προβλέπονται τα πειθαρχικά παραπτώματα, με το άρθρο 27 οι πειθαρχικές ποινές, με το άρθρο 28 η πειθαρχική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα καθώς και τα πειθαρχικά συμβούλια και με το άρθρο 29 η διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι δεν αποκλείεται το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των μισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να προσφύγει στην πειθαρχική διαδικασία, αφού ο λόγος της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος, δεδομένου μάλιστα ότι δεν προβλέπεται ως πειθαρχική ποινή η λύση της σύμβασης εργασίας συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος.
2. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ηλικίας 37 ετών, την 2-6-1997 προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και έκτοτε απασχολήθηκε ως υπάλληλος, εξελιχθείς έως το βαθμό του λογιστή Α'.
Ότι η εναγόμενη, με το από 26-10-2011 έγγραφο, το οποίο επιδόθηκε στον ενάγοντα την 1-11-2011, κατήγγειλε από την ημερομηνία αυτή τη σύμβαση εργασίας, χωρίς αποζημίωση, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο που συνίσταται στη σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του και ιδίως της υποχρεώσεως πίστεως προς την τράπεζα. Ότι η καταγγελία έγινε διότι ο ενάγων, πλην άλλων, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως υπαλλήλου εξυπηρετήσεως επιχειρήσεων του καταστήματος … και την εκ της θέσεως αυτής πρόσβασή του στα πληροφοριακά συστήματα της εναγόμενης, διενήργησε βοηθητικές συναλλαγές αναζητήσεως προσωπικών στοιχείων και λογαριασμών επ' ονόματι της διευθύντριας του καταστήματος και τριών (3) πελατών της τράπεζας.
Ότι αυτό συνέβη χωρίς να υφίσταται υπηρεσιακός λόγος ή εντολή των ανωτέρων του και συνιστά ενέργεια που αντίκειται στον οργανισμό προσωπικού, στους όρους της συμβάσεως εργασίας και στο πλαίσιο ασφαλείας πληροφοριών του ομίλου και στοιχειοθετεί επιλήψιμη και αντίθετη με την προστασία και προαγωγή των συμφερόντων της τράπεζας συμπεριφορά.
Ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με το από 20-6-2011 σημείωμα του διενεργηθέντος εσωτερικού ελέγχου του εν λόγω καταστήματος, το οποίο διαβιβάσθηκε στη Διεύθυνση Καταστημάτων … και κοινοποιήθηκε στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού, διαπιστώθηκε, κατόπιν ελέγχου των ημερολογίων της θέσης εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος απασχολείτο ως υπάλληλος εξυπηρετήσεως επιχειρήσεων και είχε ως αντικείμενο εργασιών τη συλλογή οικονομικών στοιχείων πιστούχων πελατών, ότι την 11-4-2011 πραγματοποίησε τη διενέργεια των Β… έως Β… δέκα έξι (16) συνολικά βοηθητικών συναλλαγών (…), μέσω των οποίων ανεζήτησε προσωπικά στοιχεία και λογαριασμούς της διευθύντριας του καταστήματος, Μ.
Κ., καθώς και των πελατών αυτού Α. Α. του Δ., Α. Α. του Μ. και Α. Α., κατά παράβαση του τραπεζικού απορρήτου, το οποίο περιλαμβάνεται στους κανόνες του Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας που θέσπισε η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών και το οποίο επιβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα την υποχρέωση να μην παρέχει σε τρίτους πληροφορίες για τις οικονομικές σχέσεις ή άλλα γεγονότα του πελάτη, τα οποία ο πελάτης εμπιστεύθηκε σε αυτό ή των οποίων το πιστωτικό ίδρυμα έλαβε γνώση κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, εφόσον δεν είχε προς τούτο σχετική εντολή ή εξουσιοδότηση της προϊσταμένης του, υπεύθυνης πελατείας επιχειρήσεων, Α.
Χ.. Ότι ως προς τις Β… έως Β… έξι (6) συναλλαγές κατά την ώρα 10:26 έως 10:27 για την αναζήτηση προσωπικών στοιχείων επ' ονόματι της διευθύντριας του καταστήματος, στην από 21-4-2011 έγγραφη απολογία του ο ενάγων υποστήριξε ότι δεν θυμάται, αν εκτέλεσε ο ίδιος τις βοηθητικές αυτές συναλλαγές και ότι εάν αυτό συνέβη, τις είχε διενεργήσει εκ παραδρομής.
Ότι ως προς τις Β… έως Β… δέκα (10) συναλλαγές κατά την ώρα 11:05 έως 11:06 επ' ονόματι των ως άνω πελατών της εναγόμενης, στις από 27-4-2011 έγγραφες εξηγήσεις του ο ενάγων απήντησε ότι με την Β… συναλλαγή ανεζήτησε την εμφάνιση των πελατών με την επωνυμία Α. στο πλαίσιο εργασιών που είχαν ανατεθεί και ότι οι ανωτέρω συναλλαγές έγιναν εκ παραδρομής και από λάθος πληκτρολόγηση λόγω συνωνυμίας με αποτέλεσμα τη λάθος ενημέρωση σε λάθος λογαριασμό πελάτη.
Ότι στις από 13-5-2011 έγγραφες εξηγήσεις του προς την Επιθεωρήτρια, Ε. Σ., ο ενάγων ανέφερε ότι οι προαναφερόμενες συναλλαγές έγιναν στο πλαίσιο ανατεθείσης σε αυτόν από την προϊσταμένη του, Α. Χ., εργασίας αναζητήσεως στοιχείων πιστούχων πελατών του καταστήματος. Ότι, όπως ανέφερε με το από 18-5-2011 έγγραφό της στην άνω Επιθεωρήτρια, η Α.
Χ. δεν είχε δώσει στον ενάγοντα καμία εντολή για την πραγματοποίηση των συναλλαγών αυτών, διότι δεν υπήρχε προς τούτο υπηρεσιακός λόγος, αφού οι πελάτες της εναγόμενης επ' ονόματι των οποίων ο ενάγων ενήργησε τις βοηθητικές συναλλαγές δεν ήταν πιστούχοι. Ότι μόνος πιστούχος ήταν ο Α. Ν. του Π. με ΑΠ …, επ' ονόματι του οποίου ο ενάγων δεν ενήργησε καμία βοηθητική συναλλαγή.
Ότι σύμφωνα με την εικόνα καταγραφής του κλειστού κυκλώματος τηλεοράσεως του εν λόγω καταστήματος, την ώρα που εκτελούντο οι βοηθητικές συναλλαγές επ' ονόματι της Μ. Κ. (10:26 έως 10:27) στο τερματικό του ενάγοντος εργαζόταν ο ίδιος. Ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι ενήργησε από παραδρομή, αφού πραγματοποίησε δέκα έξι (16) συνολικά βοηθητικές συναλλαγές, μάλιστα δε, με την Β028 βοηθητική συναλλαγή, ανεζήτησε την εμφάνιση των κινήσεων και του υπολοίπου λογαριασμού του πελάτη Α.
Α. του Δ.. Ότι ο ενάγων προέβη στις ως άνω ενέργειες εν αγνοία των υπευθύνων λειτουργών του καταστήματος … και χωρίς να υφίσταται υπηρεσιακός λόγος, κατά παράβαση του πλαισίου ασφαλείας πληροφοριών του ομίλου, το οποίο εκδόθηκε με την 221/27-9-2006 εγκύκλιο και απευθύνεται προς όλους τους λειτουργούς του ομίλου προκειμένου να δοθεί ιδιαίτερη μέριμνα επί της στρατηγικής και των γενικών αρχών ασφαλείας πληροφοριών της πολιτικής, πλην άλλων, και για την ένδικη περίπτωση της αποδεκτής χρήσης πληροφοριακών συστημάτων, η οποία ορίζει ότι "Ο όμιλος διαθέτει και λειτουργεί πληροφοριακά συστήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται από τους λειτουργούς για την υποστήριξη των εργασιών.
Όλοι οι χρήστες πρέπει να χρησιμοποιούν τα συστήματα κατά τρόπο αποδοτικό, δεοντολογικώς ορθό και νόμιμο. Ο σκοπός της εν λόγω πολιτικής είναι να θέσει τις αρχές και τους κανόνες ορθής χρήσεως των πληροφοριακών συστημάτων από όλο το προσωπικό του ομίλου και τρίτους. Οι πληροφορίες του ομίλου (προδιαγραφές προϊόντων, βάσεις δεδομένων, λίστες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εσωτερικό λογισμικό, τεκμηρίωση υπολογιστών κλπ) πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για τους επιχειρησιακούς σκοπούς που έχει ορίσει η Διοίκηση.
Η χρήση των πληροφοριών αυτών για οποιοδήποτε άλλο σκοπό επιτρέπεται μόνο μετά από ειδική άδεια από τον καθορισμένο ιδιοκτήτη πληροφοριών. Όλοι οι χρήστες των πληροφοριακών συστημάτων πρέπει να κατανοήσουν την ανάγκη για την προστασία των εταιρικών πληροφοριών και να εκτελούν τις καθημερινές δραστηριότητες, συμμορφούμενοι με το πλαίσιο ασφαλείας πληροφοριών του ομίλου.
Η χρήση των πληροφοριακών συστημάτων του ομίλου παρέχεται στους λειτουργούς του ομίλου ως εργαλείο διεξαγωγής επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Κατά συνέπεια, πρέπει να χρησιμοποιούνται για υπηρεσιακούς λόγους". Ότι ο ενάγων αντί να τηρήσει τους προαναφερόμενους κανόνες που έθεσε η εναγόμενη, χρησιμοποίησε τα πληροφοριακά συστήματα αυτής χωρίς να συντρέχει υπηρεσιακή αιτία και εισήλθε σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στοιχεία λογαριασμών της διευθύντριάς του και των άνω τριών (3) πελατών - μη πιστούχων, χωρίς οι εν λόγω ενέργειές του να λάβουν χώρα προς υποστήριξη των εργασιών του καταστήματος, καίτοι γνώριζε πως η χρήση των πληροφοριακών συστημάτων της εναγομένης επιτρέπεται μόνο για εξυπηρέτηση υπηρεσιακών αναγκών, όπως παραδέχθηκε στις έγγραφες εξηγήσεις του προς την Επιθεωρήτρια, Ε.
Σ.. Ότι οι ως άνω ενέργειες του ενάγοντος, αντίκεινται στους όρους της συμβάσεως εργασίας του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι όροι ότι υποχρεούται να εκτελεί την εργασία του με επιμέλεια, να συμμορφώνεται με τις εντολές της εναγομένης, να τηρεί την υπηρεσιακή και επαγγελματική εχεμύθεια και γενικά να εκτελεί την υπηρεσία του, όπως επέβαλλαν το καταστατικό και ο κανονισμός προσωπικού, οι αποφάσεις της Διοικήσεως, οι εγκύκλιες οδηγίες των υπηρεσιών της, το τραπεζικό απόρρητο και η προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τυγχάνουν δε αντικανονικές και ασυμβίβαστες προς την υπαλληλική του δραστηριότητα και οδήγησαν, αυτοτελώς, όπως αναφέρεται στην από 26-10-2011 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεώς του, σε ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγόμενης προς αυτόν, ο οποίος, εξάλλου, βαρυνόταν και με άλλα δύο περιστατικά αντικανονικής και παράτυπης εκπληρώσεως των υπηρεσιακών καθηκόντων του για το ένα εκ των οποίων ελέγχθηκε πειθαρχικώς από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης και του επιβλήθηκε η ποινή της προσωρινής παύσεως τριών μηνών.
Ότι, ειδικότερα, την 1-4-2011 επιβλήθηκε στον ενάγοντα η ως άνω ποινή για τη μη τήρηση των κανονισμών και των οδηγιών της εναγομένης, καθόσον από τη διερεύνηση υποθέσεως ελλείμματος ποσού 90.000 ευρώ στο κεντρικό ταμείο του καταστήματος της 17-8-2010, είχε διαπιστωθεί ότι αυτός, κατά παράβαση του κανονισμού του ταμείου και χωρίς να έχει σχετική αρμοδιότητα, είχε αναμιχθεί στη διαχείριση του χρηματικού αποθέματος του κεντρικού ταμείου, καταστρατηγώντας τη βασική αρχή της αυτοτελούς ταμειακής διαχειρίσεως χρηματικού αποθέματος, καταλογίσθηκε δε σε βάρος του και σε βάρος του κεντρικού teller Σ.
Α., ο οποίος επίσης κρίθηκε υπεύθυνος και ελέγχθηκε πειθαρχικά, εξ ημισείας το ανωτέρω έλλειμμα. Ότι, εκτός της πειθαρχικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την εν λόγω αντισυμβατική συμπεριφορά του, ο ενάγων καταργήθηκε από τη θέση του … από 1-2-2011, σύμφωνα με την από 26-1-2011 εντολή της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και, έκτοτε, δεν του ανατέθηκαν εγγράφως νέα καθήκοντα εργασίας, αλλά, με προφορική εντολή της διευθύντριας του καταστήματος, υπέκειτο στη διάθεση της προϊσταμένης, Α.
Χ., να εκτελεί όποια εργασία του ανατίθετο. Ότι το δεύτερο περιστατικό αντικανονικής και παράτυπης συμπεριφοράς του ενάγοντος αφορά στη διαπίστωση ότι αυτός ως υπεύθυνος διαχειριστής του ΑΤΜ του καταστήματος, δεν τηρούσε τον κανονισμό λειτουργίας μηχανών ΑΤΜ και τις οδηγίες ΕΕΧ αριθ. 1743/19-7-2007 της Διευθύνσεως Οργανώσεως, καθόσον προέβαινε κατ' επανάληψη στην καταμέτρηση του ταμειακού αποθέματος κατά την αποφόρτωση του ΑΤΜ χωρίς την παρουσία του κεντρικού teller.
Ότι υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα, για το κατά τρόπο ανεπανόρθωτο κλονιστικό της πίστεως της εναγομένης στο πρόσωπό του γεγονός της διενέργειας των ανωτέρω βοηθητικών συναλλαγών χωρίς να υφίσταται υπηρεσιακός λόγος ή εντολή ανωτέρων του από τη θέση εργασίας του, κατά εκμετάλλευση της θέσεως του αυτής και της εξ αυτής προσβάσεως στα πληροφοριακά συστήματα της εναγομένης, κατά παρέκκλιση του προαναφερόμενου πλαισίου ασφαλείας πληροφοριών του ομίλου, κατέστη αδύνατη η συνέχιση της ισχύος της συμβάσεως εργασίας του.
3. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι υφίστατο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο η εναγομένη προέβη την 1-11-2011 σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, ενόψει του ότι αυτός βαρυνόταν και με τα προαναφερόμενα δύο περιστατικά αντισυμβατικής συμπεριφοράς. Και, περαιτέρω, έκρινε ότι η καταγγελία αυτή δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της εναγομένης τράπεζας.
Διότι η εκ μέρους του ενάγοντος παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου προσέβαλε την ασφάλεια των συναλλαγών της εναγομένης, ανεξαρτήτως του ότι αυτή δεν υπέστη οικονομική ζημία. Ενώ το γεγονός ότι ο ενάγων, καθ' όλη την υπηρεσία του έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, υπήρξε ευδόκιμος υπάλληλος, είχε αναγνωρισθεί στο παρελθόν από την εναγόμενη, η οποία τον προήγαγε έως το βαθμό του λογιστή Α' και τον τοποθέτησε σε υπεύθυνες θέσεις.
Αλλά αυτό δεν μπορούσε βάσιμα να δημιουργήσει υποχρέωση της εναγόμενης να διατηρήσει τον ενάγοντα στην υπηρεσία της με τη λήψη εναντίον του κάποιου ηπιότερου, σε σχέση με την απόλυση, μέτρου και δη την επιβολή κάποιας προβλεπόμενης από τον οργανισμό πειθαρχικής ποινής (όπως επίπληξη, πρόστιμο ή προσωρινή παύση με αντίστοιχη στέρηση αποδοχών), διότι έτσι δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί αποτελεσματικά η κλονισθείσα εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του και να διαφυλαχθούν ικανοποιητικά τα συμφέροντά της.
Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 1914/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι, το δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 672 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος και ορθώς υπήγαγε σ' αυτές τα ως άνω περιστατικά, τα οποία με πληρότητα παρέθεσε στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.
Διότι από αυτές σαφώς διαφαίνεται ότι το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής είχε δοκιμασθεί ήδη με την αφορμή άλλου παραπτώματος, πριν από την καταγγελία της συμβάσεως, χωρίς αποτέλεσμα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η προσβαλλομένη παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιβάλλει στον εργοδότη να προσφύγει στην επιβολή ηπιότερων της καταγγελίας μέτρων, εφόσον με αυτά μπορεί να αντιμετωπιστεί ο λόγος που οδήγησε στην απόλυση του εργαζόμενου, είναι αβάσιμος.
4. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ' αυτό αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Τα αποδεικτικά δε αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 315/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της εκτίμησης τέτοιων βεβαιώσεων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών αποτελεί η προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που επιμελήθηκε την εξέταση.
Συνεπώς, κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέσα στην προθεσμία προσθήκης και αντίκρουσης. Στην περίπτωση αυτή η εντός της προθεσμίας αντίκρουσης δοθείσα ένορκη βεβαίωση (ανεξάρτητα του αν και με ποιες προϋποθέσεις λαμβάνεται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζεται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 692/2017, AΠ 1114/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης και κατ' ορθή εκτίμηση αυτού ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κακώς έλαβε υπόψη την …/22-5-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου … Μ. συζ. Θ. Σ., η οποία έγινε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης και με νομότυπη κλήτευση του ίδιου με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων (της αναιρεσίβλητης) η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά, πλην όμως προσκομίσθηκε με επίκληση από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την κατατεθείσα μέσα στη νόμιμη προθεσμία προσθήκη των προτάσεών της, και την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε θεωρήσει παραδεκτή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, η νομίμως γενομένη ένορκη βεβαίωση, ακόμη και αν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε προσκομισθεί απαραδέκτως (εντός της προθεσμίας αντίκρουσης, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος, ΚΠολΔ 237 παρ.3) παραδεκτώς προσκομίζεται στο εφετείο, ενώπιον του οποίου επιτρέπονται νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.
5. Όπως η άσκηση κάθε δικαιώματος, έτσι και η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο απαγορεύεται (και είναι άκυρη, ΑΚ 174), όταν υπερβαίνει τα αντικειμενικά όρια που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν συνιστά, όμως, υπέρβαση των ορίων αυτών μόνη (χωρίς τη συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών) η από μέρους του εργοδότη παράκαμψη της τυχόν προβλεπόμενης πειθαρχικής διαδικασίας, όταν μάλιστα από τον οργανισμό προσωπικού δεν προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής της οριστικής απολύσεως ως πειθαρχική ποινής.
Η επιλογή της πειθαρχικής διαδικασίας ή της καταγγελίας της συμβάσεως εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη. Η επίκληση μόνων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών δεν θεμελιώνει βάση αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ως γενομένης με κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 858/1984, ΑΠ 980/1993).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Έτσι, "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής, με την προϋπόθεση ότι είναι ορισμένες (ΑΠ 1168/2007). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της έφεσης και κατ' εκτίμησή του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, τον ισχυρισμό του ότι πριν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας η αναιρεσίβλητη δεν ανέμενε την εκδίκαση της προσφυγής του κατά της σε βάρος του πρωτοδίκως επιβληθείσας ποινής της τρίμηνης προσωρινής παύσης, που ήταν εκκρεμής ενώπιον του δευτεροβαθμίου πειθαρχικού της συμβουλίου.
Και ότι έτσι στερήθηκε τη δυνατότητα να εκθέσει σε ανώτερο πειθαρχικό όργανο τις απόψεις του για το συγκεκριμένο συμβάν, οι οποίες ασκούν ουσιώδη επίδραση και στην έκβαση της παρούσας δίκης. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός, που φέρεται αγνοηθείς, δεν αρκούσε για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προς καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Πράγματι, η επιλογή μεταξύ της πειθαρχικής διαδικασίας ή της καταγγελίας της συμβάσεως εναπόκεινται στην κρίση του εργοδότη. Γι' αυτό και δεν είναι υποχρεωτική η ολοκλήρωση της διαδικασίας ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όταν μάλιστα από τον οργανισμό προσωπικού δεν προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής της οριστικής απολύσεως ως πειθαρχικής ποινής.
Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης η καταγγελία έγινε με την επίκληση νεότερων περιστατικών που συνιστούν αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος (βλ. παραπάνω, αρ.2) και όχι εκείνου, για το οποίο εκκρεμεί η προσφυγή του ενώπιον του δευτεροβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 4139/ 2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ