Supreme Court dismisses appeal due to mandatory lawyer representation absence and forced joint litigation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the second appellant failed to appear with a lawyer during the hearing. The court found that the appellant's lawyer lacked valid authorization and that the parties were bound by forced joint litigation. Consequently, the entire hearing was voided for all parties due to the absence of required legal representation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; Articles 76, 947 of the Code of Civil Procedure: In civil courts, mandatory lawyer presence requires explicit authorization; absence renders proceedings void, and forced joint litigation prevents contradictory rulings against co-litigants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 284 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 284/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Λεβέντη και Φώτιο Σαρρή και κατέθεσε προτάσεις και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και 2) Ν. Ν., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευστράτιο Καρβέλη και Ουρανία Πολίτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2076/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 463/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 6-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 7 ν. 4055/2012), 96 παρ. 1 και 2 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 ν. 3994/2011) και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, δ) αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών (Α.Π. 181/2015).
Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο φερόμενος μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν αποδεικνύεται η χορήγηση προς αυτόν ρητής πληρεξουσιότητας, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως πλέον οφείλει να εξετάσει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων αυτός θεωρείται δικονομικώς απών και σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Δεν εφαρμόζεται δε ως προς τον κατά τα άνω δικονομικώς απόντα αναιρεσείοντα η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, διότι διαφορετικά θα καταστρατηγείτο η διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως ότι θα αποδειχθεί η ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (Α.Π. 37/2015).
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 947 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι όταν ασκείται σε βάρος εταιρείας και του νομίμου εκπροσώπου της αγωγή με την οποία ζητείται να ανεχθεί η εταιρεία πράξη (όπως να αποδέχεται τις υπηρεσίες εργαζομένου συνεπεία άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του) με απειλή χρηματικής ποινής κατ’ αυτής και προσωπικής κράτησης κατά του εκπροσώπου της, συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των εναγομένων ομοδίκων, με την έννοια ότι δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι σ’ αυτούς.
Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 26-3-2015 αίτηση για αναίρεση της 463/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (17-11-2015) δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο δεύτερος αναιρεσείων.
Και ναι μεν από το προσκομιζόμενο από τον αναιρεσίβλητο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτό παραγγελία του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Φωτίου Σαρρή για επίδοσή του σ’ αυτόν (τον αναιρεσίβλητο) και με την επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Α. Δ. ότι του επιδόθηκε στις 23-6-2015, προκύπτει ότι η συζήτηση επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, συνεπώς και από τον απολιπόμενο δεύτερο από αυτούς.
Όμως από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε χορηγήσει στον ανωτέρω δικηγόρο τη σχετική πληρεξουσιότητα με κάποιον από τους αναφερόμενους στην αρχή της παρούσης νόμιμους τρόπους. Ενόψει δε του ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονται με αναγκαστική ομοδικία, με την έννοια ότι δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι σ’ αυτούς (αφού με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε άκυρη καταγγελία της μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας σύμβασης εργασίας και ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής κατ’ αυτής και προσωπικής κράτησης κατά του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος νομίμου εκπροσώπου της) πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26-3-2015 αίτησης για αναίρεση της 463/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 5 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ