Legislator Case Law & Legislation
284/2015 AI generated

284/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 284/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Του ΝΠΔΔ που εδρεύει στην …, με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κατσανίδη Κωνσταντίνο κατέθεσε προτάσεις και στρέφεται ως προς τον αναιρεσίβλητο 14ο και κατ' επέκταση όλων των αναιρεσιβλήτων, 2) Του Ν.Π.Δ.Δ.

Legislator headnote

AI generated

284/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι διοικητική διαφορά ουσίας, από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, δημιουργείται όταν ο ένας από τους διαδίκους είναι ασφαλιστικός φορέας και η διαφορά αναφέρεται γενικώς στις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου (Ολ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 284 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 284/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσειόντος-καθ'ου η κλήση:

1) Του ΝΠΔΔ που εδρεύει στην …, με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κατσανίδη Κωνσταντίνο κατέθεσε προτάσεις και στρέφεται ως προς τον αναιρεσίβλητο 14ο και κατ' επέκταση όλων των αναιρεσιβλήτων, 2) Του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.2 του ν. 3918/2011 καθώς και των άρθρων 26, 26 παρ. 1εδ, β και 29 παρ.1, του ιδίου ως άνω Νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και στρέφεται κατά των με α.α 1ου, 2ου, 6ου, 13ου και 18ου αναιρεσιβλήτων. 3) Του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία 1η Δ.Υ.Π.Ε.

σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 2 του Ν. 4238/2014 κατά τις οποίες οι μονάδες παροχής υπηρεσιών του (Ε.Ο.Π.Υ.Υ) μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Π.Ε., στην παρούσα υπόθεση νομιμοποιείται ενεργητικώς το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε.), εδρεύουσας στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη και στρέφεται κατά των με α.α 4ου, 5ου ,7ου, 8ου, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου,15ου, 16ου και 17ου των αναιρεσιβλήτων και κατέθεσε προτάσεις.

Των καλούντων-αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Β. του Ι., 2.Σ. Δ. του Σ.,3. Μ. Ζ. του Χ.,4. Α. Θ. του Η., 5. Λ. Κ. του Σ., 6. Φ. Κ. του Ε., 7.Π. Λ. του Ι., 8. Δ. Λ. του Ν., 9. Χ. Μ. του Ι., 10. Κ. Μ. του Γ., 11. Ρ. Α. του Ι., 12. Κ. Σ. του Π., 13. Α. Τ. του Μ.λ, 14. Γ. Τ. του Μ., 15. Π. Τ. του Α., 16.Α. Τ. του Β., 17. Ε. Χ. του Ε., 18.Δ. Γ. του Θ., κατοίκων…, όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νικολέττα Ραΐτσιου, η οποία και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:624/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1873/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 21-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης και ν απορριφθούν οι λοιποί.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, κατά δε το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α' του ν. 702/1977 στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που αναφύονται από την αναγνώριση, παραχώρηση ή απονομή δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής ή από την ολική ή μερική άρνηση ικανοποίησης τέτοιου αιτήματος καθώς και οι αναφυόμενες από τη μεταβολή κατάστασης που δημιουργήθηκε με διοικητική πράξη, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, καθόσον αφορά τις ασφαλιστικές σχέσεις γενικώς μεταξύ των φορέων και των ασφαλισμένων ή των εργοδοτών τους, ιδίως δε οι διαφορές περί υπαγωγής στην ασφάλιση και τη διάρκεια της, τις καταβλητέες από τους εργοδότες και τους ασφαλισμένους εισφορές και τις πάσης φύσεως παροχές από τον ασφαλιστικό φορέα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι διοικητική διαφορά ουσίας, από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, δημιουργείται όταν ο ένας από τους διαδίκους είναι ασφαλιστικός φορέας και η διαφορά αναφέρεται γενικώς στις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου (Ολ.

ΑΠ 11/2001). Αντίθετα δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας η διαφορά μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, της οποίας αντικείμενο αποτελεί η εκπλήρωση εκ μέρους του εργοδότη νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης του για αναγνώριση και πληρωμή των ασφαλιστικών διαφορών του μισθωτού. Και τούτο γιατί η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν απορρέει από τις διατάξεις του δημοσίου δικαίου περί κοινωνικής ασφάλισης, αλλά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τη σχετική εργασιακή σύμβαση.

Επομένως, η διαφορά αυτή, ενόψει και του ότι ο ένας από τους διαδίκους δεν είναι ασφαλιστικός φορέας, είναι ιδιωτική και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, σε περίπτωση έγερσης αγωγής από το μισθωτό κατά του εργοδότη για αναγνώριση της υποχρέωσης του αυτής, οφείλουν να ερευνήσουν τη νομική βασιμότητα της και εάν την κρίνουν νόμιμη να προχωρήσουν στην κατ' ουσία έρευνά της και όχι να την κηρύξουν απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας.

Στην προκείµενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι είναι ιατροί και συνδέονται µε το εναγόµενο και ήδη αναιρεσείον µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου υπηρετούν δε σε τοπικές Μονάδες Υγείας του. Ότι το εναγόµενο, κατά το διάστηµα από 1-12-1999 έως 31-12-2003, διενεργούσε κράτηση 3%, µηνιαίως, επί των ακαθαρίστων αποδοχών τους υπέρ του Μετοχικού Ταµείου Πολιτικών Υπαλλήλων, κατά παράβαση των αναφερομένων διατάξεων, µε συνέπεια την καταβολή σ' αυτούς µειωµένων αποδοχών.

Ζητούσαν δε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να τους καταβάλει τα παρακρατηθέντα ποσά. Με το περιεχόµενο αυτό η αγωγή, η οποία παραδεκτά στρέφεται κατά του εναγοµένου αναιρεσείοντος ως εργοδότη αυτού και όχι ως ασφαλιστικού φορέα, υπάγεται, σύµφωνα µε όσα προαναφέρθηκαν, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου το Πολυµελές πρωτοδικείο, το οποίο απέρριψε τη ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του και προχώρησε στην εκδίκασή της, δεν υπέπεσε στην πληµµέλεια του άρθρου 560 αρ. 3 ΚΠολΔ., της υπέρβασης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Εποµένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από την ως άνω διάταξη, είναι αβάσιµος. Εξάλλου, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθµό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυµελές Πρωτοδικείο εσφαλµένα ερµήνευσε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1050/1942 και απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος, περί έλλειψης παθητικής νοµιµοποίησης αυτού, αφού τα παρακρατηθέντα απέδωσε στο Ταµείο Πολιτικών Υπαλλήλων, δεδοµένου ότι µε το εκτεθέν περιεχόµενο η αγωγή, νοµίµως ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος, ως εργοδότη των αναιρεσιβλήτων, ευθυνόμενου για τις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του.

Στο άρθρο 1 του ν. 119/1975 "Περί µονιµοποιήσεως των ιατρών του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.λπ." (ΦΕΚ Α' 172) ορίζεται ότι: "1.Το µόνιµον Ιατρικόν Προσωπικόν του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελείται: α) Εξ Ιατρών θεραπευτών ... 2. Το περί ων η προηγουµένη παράγραφος προσωπικόν κατατάσσεται εις θέσεις µισθολογικής κλίµακος αντιστοίχου της βαθµίδος των µονίµων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ... ".

Περαιτέρω, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 8 παρ.1 και 9 του ν.δ. 1204/1972, προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νοµοθεσία του Ι.Κ.Α. οι ασφαλισµένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισµένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυµα, ο οποίος περιλαµβάνει ιατρούς που ασκούν νόµιµα το επάγγελµά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεράποντες ιατροί του ιδρύµατος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του ίδιου ν. δ/τος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών µε το Ι.Κ.Α., µη συνιστώσα σχέση ή σύµβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόµου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ, του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυµα.

Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ, 3 του ίδιου ν.δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ' άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται µε το ΙΚΑ µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του ιδίου ν. δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρµογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συµβάσεων µε θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, µε αµοιβή οριζόµενη είτε αναλόγως του αριθµού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισµό από τις περί αµοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συµβάσεις, µη συνιστώσες σχέσεις ή συµβάσεις εργασίας, µπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε µετά µηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.

δ/τος, σύµφωνα µε το άρθρο 5 αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθµιση µισθολογικών θεµάτων γιατρών ΙΚΑ µε σύµβαση κλπ" ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί µε σύµβαση ορισµένου ή αορίστου χρόνου ή µε ειδική σύµβαση, σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις, εξοµοιώνονται µισθολογικά µε τους µόνιµους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύµατος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη µισθολογική εξέλιξη τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - µετακινήσεις - αποσπάσεις - µεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήµατα που ισχύουν για τους µόνιµους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθµίσεις δεν υπάγονται : α) οι µε ειδική σύµβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δηµοσίου, β) οι µε ειδική σύµβαση ιατροί των οποίων η µηνιαία αποζηµίωση είναι µεγαλύτερη από τις µηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθµιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν µε αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθµιση αυτή.

Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και µισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δlτος 1204/1972. Τέλος, στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαµβανόµενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύµφωνα µε το άρθρο 10 του ν. δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληµατικές, άγονες και παραµεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφεροµένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισµό της αποζηµίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.

δ/τος 1204/1972. Από το συνδυασµό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η µε το ΙΚΑ σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 είναι εκείνη της ειδικής σύµβασης εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, η δε γενοµένη µε το άρθρο 18 του ν.2150/1993 µισθολογική εξοµοίωση µε τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, που συνδέονται µε αυτό µε σχέση δηµοσίου δικαίου, δεν µετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής µε το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000).

Εποµένως, έχει εφαρµογή στις συµβάσεις αυτές η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και µετά την ισχύ του ν. 2150/1993, του άρθρου 10 του ν. δlτος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συµβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε µετά από προειδοποίηση ενός µηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ 5/2000 ψηφίστηκε και δηµοσιεύτηκε ο ν. 3232 της 12-2-2004, ο οποίος µε τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συµβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συµβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου".

Όµως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν. δlτος 1204/1972, που φέρεται ότι ερµηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει µε ειδικές συµβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων µε το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συµβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συµβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγµατι ερµηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερµηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν µπορεί να έχει εδώ αναδροµική ισχύ, σύµφωνα µε το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγµατος, όπως αναθεωρήθηκε µε το ψήφισµα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στην µεν παράγραφο 1 αυτού ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόµων ανήκει στη νοµοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφό του 2 ότι νόµος που δεν είναι πράγµατι ερµηνευτικός ισχύει µόνο από τη δηµοσίευσή του ( Ολ ΑΠ 21-22/2007).

Τέλος, στο άρθρο 22 του π.δ/τος 422 της 27.3/4.5.1981 "Περί κωδικοποιήσεως των περί Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων διατάξεων(ΦΕΚ Α'114),ορίζεται ότι : "Εις τους πόρους του Ταμείου, εκτός των υπό των μετόχων καταβολών (κρατήσεων), προστίθενται και οι εξής : Α' Κράτησις τρία τοις εκατόν (3%) α)...β) Επί του αντιτίμου των πάσης φύσεως υπηρεσιών ή εργασιών των προσφερομένων υπό μη κεκτημένων την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ειδικού Ταμείου ή ν.π.δ.δ.

και γ )...". Ενόψει δε του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, οι θεράποντες ιατροί του ιδρύματος δεν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, ούτε συνδέονται με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, απασχολουµένων στο Δηµόσιο, τα καταβαλλόµενα σε αυτούς ποσά για τις υπηρεσίες τους εµπίπτουν στην έννοια του αντιτίµου των πάσης φύσης υπηρεσιών ή εργασιών των προσφερόµενων υπό µη κεκτηµένων την ιδιότητα του δηµοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ειδικού ταµείου ή ν.π.δ.δ.

του άρθρου 22 παρ. Α' περ. β' του π.δ/τος 422/1981 και ως εκ τούτου υπόκεινται στην κράτηση του 3% υπέρ του Μετοχικού Ταµείου Πολιτικών Υπαλλήλων, που συνιστά κοινωνικό πόρο του Ταµείου αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόµενη απόφαση του δέχθηκε ότι όλοι οι ενάγοντες είναι ιατροί, που εργάζονται στο εναγόμενο-εφεσίβλητο με τις εξής ειδικότητες :

ο πρώτος ως ιατρός νευρολόγος, η τρίτη και ο δέκατος έκτος ως ιατροί ακτινολόγοι, η έκτη ως ιατρός ψυχίατρος, ο όγδοος ως ιατρός πνευμονολόγος, η δεύτερη, η έβδομη, η δέκατη, ο δέκατος έκτος ως παιδίατροι, ο τέταρτος ως ιατρός δερματολόγος, η πέμπτη ως ιατρός γαστρεντερολόγος, η ένατη και η ενδέκατη ως ιατροί παθολόγοι, ο δωδέκατος ως ιατρός καρδιολόγος, η δέκατη τρίτη ως γενικός ιατρός, ο δέκατος τέταρτος και ο δέκατος όγδοος ως ιατροί ουρολόγοι και η δέκατη έβδομη ως ιατρός μικροβιολόγος και απασχολούνται στην Τοπική Μονάδα Υγείας (Υποκατάστημα) του εφεσίβλητου Ι.Κ.Α.

στο Χαλάνδρι (εκτός από το δέκατο έκτο, που εργάζεται στην Τ.Μ.Υ. στο Ι.Κ.Α. Κάτω Χαλανδρίου και το δέκατο τέταρτο, ο οποίος έχει αποχωρήσει από τις Yπηρεσίες του πρώτου εναγομένου). Η πρόσληψη τους από το εναγόμενο-εφεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. έλαβε χώρα στις 17/3/2000, 2/9/1996,14/8/2000, 8/1/1992 (για τον τέταρτο απ' αυτούς είχε προηγηθεί σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από τις 28/5/1986 έως τις 30/9/1991),3/11/1998, 11/5/1998, 8/9/1993, 2/3/1993, 14/11/1988, 28/3/1991, 22/8/1993, 12/7/1991, 2/7/1986, 20/8/1993, 15/3/1993, 21/11/1995, 26/11/1984 (όπως τροποποιήθηκε και 9/12/1994 (ημερομηνία πρώτης πρόσληψης 24/4/1985 και έως τον Οκτώβριο του 1986) και 20/11/1989 αντίστοιχα.

Όλοι οι ενάγοντες προσελήφθησαν από το εναγόμενο¬-εφεσίβλητο με βάση το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων". Κατά τα άρθρα 5, 8 και 10 του Ν. Δ. 1204/1972 ορίζονται τα εξής: Άρθρο 5: 1. "Οι θεράποντες ιατροί κατά την παροχή των ιατρικών φροντίδων εις τους δικαιούχους, ακολουθούν τους κανόνας της ιατρικής δεοντολογίας, ως και τα επιστημονικώς παραδεδεγμένα, εν όψει της εξελίξεως της ιατρικής επιστήμης και τεχνικής.

Άρθρο 8: 1. Αι ιατρικαί φροντίδες υπό ιατρών ειδικοτήτων, νοουµένων ως τοιούτων και των οδοντιάτρων ως και των εργαστηριακών, παρέχονται εις τον δικαιούχο δι' εµµίσθων ιατρών του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων απασχολούµενων εις ίδια του ιδρύµατος ιατρεία εργαστήρια και υγειονοµικούς εν γένει σχηµατισµούς τούτων ή εις τα ιδιωτικά αυτών ιατρεία ή εις ίδια εργαστήρια ...

Άρθρο 10: Αν τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρµογή των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συµβάσεων µετά θεραπόντων ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον. Αι εν των προηγουµένω εδαφίω συµβάσεις δύναται να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε, τηρούµενης µηνιαίας προθεσµίας προειδοποιήσεως.

Αι διατάξεις του άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρµόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών". Εξάλλου το άρθρο 18 του ν. 2150/93, που φέρει τον τίτλο: "Ρύθµιση µισθολογικών θεµάτων γιατρών Ι.Κ.Α. µε σύµβαση. Παροχή κινήτρων στους υπαλλήλους του Ι.Κ.Α." ορίζει τα εξής: 1. Οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α. γιατροί µε σύµβαση ορισµένου ή αορίστου χρόνου 1) µε ειδική σύµβαση, σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις, εξοµοιώνονται µισθολογικά µε τους µόνιµους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύµατος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. υπολογίζεται για τη µισθολογική εξέλιξή τους. 2. Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - µετακινήσεις - αποσπάσεις - µεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήµατα που ισχύουν για τους µόνιµους γιατρούς του Ι.Κ.Α.

από εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου 3. Στις παραπάνω ρυθµίσεις δεν υπάγονται: α) Οι µε ειδική σύµβαση γιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δηµοσίου. β) Οι µε ειδική σύµβαση γιατροί των οποίων η µηνιαία αποζηµίωση είναι µεγαλύτερη από τις µηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθµιση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εκτός αν µε αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθµιση αυτή.

Για τους γιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και µισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α). 4. Για τους προσλαµβανοµένους στο εξής στο Ι.Κ.Α. γιατρούς, σύµφωνα µε το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις γιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληµατικές, άγονες και παραµεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες, όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη γιατρών, θα ισχύουν ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισµό της αποζηµίωσης οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.

δ. 1204/1972. Ο αριθµός των γιατρών αυτών συνολικά σε καµιά περίπτωση δεν θα υπερβαίνει το 2% του συνόλου των εκάστοτε προβλεπόµενων οργανικών θέσεων για τον κλάδο γιατρών στο Ι.Κ.Α. Κατόπιν, εκδόθηκε ο Ν. 3232/2004, ο οποίος µε την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ όρισε ότι: "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ.1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α), που προβλέπει ειδικές συµβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ, είναι ότι οι συµβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου".

Από το συνδυασµό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι οι γιατροί που προσλαµβάνονται στο ΙΚΑ µετά την ισχύ του ν. 2150/1993 (16-6-1993) αυτού και δεν υπόκεινται στις εξαιρέσεις των παραγράφων 3 και 4 παρ. β. του άρθρου 18 του ίδιου νόµου, καθώς και εκείνοι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ κατά την έναρξη εφαρµογής του ίδιου νόµου, συνδεόµενοι µε αυτό µε σύµβαση ορισµένου ή αορίστου χρόνου η µε ειδική σύµβαση, σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις του Ν.Δ. 1204/1972,οι οποίοι εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μονίμους θεραπευτές γιατρούς αυτού (αρθ. 18 παρ.1), συνδέονται με το ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Και τούτο διότι παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ορισμένο τόπο και χρόνο υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων του ΙΚΑ, ο δε χρόνος υπηρεσίας τους στο Ίδρυμα αυτό υπολογίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη, ο χαρακτήρας δε αυτής της σύμβασης δεν αλλάζει από την τυχόν ανάπτυξη κάποιας πρωτοβουλίας ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους.

Η εργασιακή σχέση των εναγόντων έχει ήδη κριθεί με την 889/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εναντίον της οποίας έχει ήδη ασκηθεί η 6862/2005 έφεση από το νυν εφεσίβλητο. Με τα δεδομένα αυτά κρίνει ότι η σύμβαση που συνέδεε τους ανωτέρω συμβληθέντες-ενάγοντες έφερε το χαρακτήρα και τα στοιχεία τόσο κατά τη σύναψή της όσο και κατά τη λειτουργία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, αφού οι συμβληθέντες αυτοί δεν απέβλεψαν στο τελικό αποτέλεσμα της συμφωνηθείσης εργασίας παρά σ' αυτή καθ' εαυτή την εργασία, που θα χρειασθεί για την επίτευξη του έργου. 'Άλλωστε, συνεχίζει το Πρωτοδικείο, με την εργασία τους οι ενάγοντες καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εφεσίβλητου, παρέχοντας ιατρικές υπηρεσίες στους ασφαλισµένους στα ιατρεία του εφεσίβλητου ΙΚΑ.

Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται ότι το εναγόμενο¬-εφεσίβλητο κατά παράβαση των άρθρων 22 παρ. α περ. β και 23 παρ.4 του ΠΔ 422/1981 παρακράτησε από τους ενάγοντες και υπέρ του δεύτερου εναγομένου ΜΤΠΤ, κατά τη χρονική περίοδο από την 1-7-1999 έως τις 31-12-2003 τα παρακάτω ποσά και ειδικότερα, συνολικά, από 1)τον Β. Π. το ποσό των 1.728,93 ευρώ. 2)την Δ.

Σ. το ποσό των 2.187,30 ευρώ. 3)την Ζ. Μ. το ποσό των 1.588,55 ευρώ.4) τον Θ. Α. το ποσό των 2.297,18 ευρώ. 5)την Κ. Λ. το ποσό των 2.227,18 ευρώ. 6) την Κ. Φ. το ποσό των 2.058,39 ευρώ. 7)την Λ. Π. το ποσό των 2297,65 ευρώ. 8)τον Λ. Δ. το ποσό των 2.210,79 ευρώ. 9)την Μακρίδου Χριστίνα το ποσό των 2.126,07 ευρώ. 10) την Μ. Κ. το ποσό των 2.250,50 ευρώ.11)την Ρ. Α. το ποσό των 2.299,92 ευρώ.12) τον Σ.

Κ. το ποσό των 2.135,10 ευρώ. 13) την Τ. Α. το ποσό των 2.422,18 ευρώ. 14)τον Τ. Γ. το ποσό των 969,72 ευρώ.15)τον Τ. Π. το ποσό των 2.355,22 ευρώ.16)τον Τ. Α. το ποσό των 2.202,39 ευρώ. 17)τη Χ. Ε. το ποσό των 2.290,52 ευρώ.18)το Γ. Δ., το ποσό των 2.325,17 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή και αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, περί έλλειψης δικαιοδοσίας, παθητικής νομιμοποίησης και παραγραφής των απαιτήσεων των εναγόντων, δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους τα ποσά που προαναφέρθηκαν.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 2, 4 εδ β ν. 2150/1993 και 10 ν.δ. 1204/1972 καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, οι ειδικές συμβάσεις που συνήψαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι με το αναιρεσείον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελούν, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 5 του ίδιου ν.δ/τος, σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σχέση διεπόμενη αποκλειστικά από τις διατάξεις του νομοθετικού αυτού διατάγματος και η συνδέουσα τους αναιρεσίβλητους με το αναιρεσείον έννομη σχέση, δεν μεταβλήθηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993, καθώς επίσης δεν μεταβλήθηκε η φυση της συνδέουσας τους αναιρεσίβλητους σχέσης σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη μισθολογική εξομοίωση τους με τους μόνιμους ιατρούς του αναιρεσείοντος, μέχρι την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.

γ' του Ν. 3232/2004 και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του τετάρτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεµφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4139/2013) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος και των υπεισελθόντων στη θέση του ΝΠΔΔ (άρθρο183 ΚΠολΔ), όπως,ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί, την 1873/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέµπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος και των υπεισελθόντων στη θέση του, ΝΠΔΔ με την επωνυμία 1) "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και 2) "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Π.Ε.)" τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ