Legislator Case Law & Legislation
284/2012 AI generated

284/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 284/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Άρθρα 57 - 59 932 ΑΚ. Προσβολή προσωπικότητας λόγω προώθησης 16ετούς αλλοδαπής στην πορνεία. Ορισμένο της αγωγής. Επαρκείς αιτιολογίες αποφάσεως Εφετείου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από άρθρο 559 αρ. 14, 1, 19, 8 Κ.Πολ.Δικ.

Legislator headnote

AI generated

284/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 25.8.2003 αγωγής της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτή τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη: Κατά το φθινόπωρο του 1998, η ηλικίας τότε 16 ετών ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, ρουμανικής καταγωγής, αφού παραπλανήθηκε από συμπατριώτη της, ονομαζόμενο C.

Keywords

AI generated
psychiatric confinement sexual act with a prisoner placement for detoxification treatment psychiatric work incapacity deportation despite health issues semi-detention
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 284 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Άρθρα 57 - 59 932 ΑΚ. Προσβολή προσωπικότητας λόγω προώθησης 16ετούς αλλοδαπής στην πορνεία. Ορισμένο της αγωγής. Επαρκείς αιτιολογίες αποφάσεως Εφετείου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από άρθρο 559 αρ. 14, 1, 19, 8 Κ.Πολ.Δικ.

Αριθμός 284/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Τ. Μ. (G. M.) του G., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Καρανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.8.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1527/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2582/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 27 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνης της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 περ. α' του ΚΠολΔικ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Κατά δε τα άρθρα 57-59, 914 και 932 του ΑΚ επί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας με αδικοπραξία, εκείνος που προσβάλλεται δικαιούται να απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, επί πλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που εξειδικεύουν στοιχεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, με την οποία έχει προσβληθεί παράνομα η προσωπικότητα του ενάγοντος, πρέπει να ανταποκρίνεται στο αίτημα του συγκεκριμένου προσδιορισμού της αγωγικής αξίωσης. Η παράλειψη όμως επουσιωδών στοιχείων δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (ΑΠ 926/2004, 1190/2003), ώστε λόγω ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της να θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 25.8.2003 αγωγής της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτή τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη: Κατά το φθινόπωρο του 1998, η ηλικίας τότε 16 ετών ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, ρουμανικής καταγωγής, αφού παραπλανήθηκε από συμπατριώτη της, ονομαζόμενο C.

M. ότι θα της εξασφάλιζε μετά την άφιξή της στην Ελλάδα εργασία σε εστιατόριο της περιοχής Βουλιαγμένης, παραλήφθηκε στο αυτοκίνητο ενός δευτέρου συμπατριώτη της (Φ.), και οδικώς δια μέσου Βουλγαρίας (αφού της αφαιρέθηκε εκεί από το συνοδό της το διαβατήριό της) εισήλθε στην Αθήνα και οδηγήθηκε χωρίς τη θέλησή της σε οίκο ανοχής (στη ...

αρ. 39 στη Γλυφάδα), όπου την υποχρέωναν τα αναφερόμενα πρόσωπα, που ενεργούσαν κατ' εντολήν του εναγομένου (αναιρεσείοντος) να εκδίδεται και να ικανοποιεί τις γενετήσιες επιθυμίες ανδρών καθημερινά από ώρα 11.00 πρωινή έως 10.00' ή 11.00' βραδυνή, χωρίς να της καταβάλλετε ούτε μέρος των χρημάτων με το πρόσχημα ότι έπρεπε να εξοφλήσει τα έξοδα μεταφοράς της στην Ελλάδα, όπως το ίδιο υποχρέωναν και δύο άλλες συστεγαζόμενες με αυτή νεαρές, αλλοδαπές γυναίκες, μεταφέροντας επί πλέον αυτές και σε άλλες διευθύνσεις, (όπως Κεφαλληνίας 15 ή και σε άλλα σημεία και σπίτια) για να συνευρίσκονται ανεπιλέκτως με διάφορους άνδρες, η κατάσταση δε αυτή διήρκεσε μέχρι τις 10.10.1998, οπότε με τη βοήθεια ενός άνδρα Λιβανικής καταγωγής (του H.

I.) δραπέτευσε και κατήγγειλε τον έχοντα την διεύθυνση της όλης επιχείρησης για την εκμετάλλευση αυτή και πλειάδας άλλων γυναικών εναγόμενο με τους συνεργούς του. Γι' αυτό ζήτησε, όπως το αίτημα της αγωγής μετατράπηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς της, που συνιστά και αδικοπραξία, το ποσό των 900.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή περιέχει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔικ αναγκαία για το ορισμένο αυτής περιστατικά, τα οποία, υποτιθέμενα αληθή, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανά να επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης και έτσι δικαιολογείται το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της.

Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και ο αντίθετος πρώτος από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενου με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι επουσιώδεις ισχυρισμοί οι θεμελιωτικοί αιτημάτων αναβολής της δίκης ή επαναλήψεως της συζητήσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και επανεξέταση των μαρτύρων (ΑΠ 1084/1993).

Επομένως ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης λόγω αναιρέσεως της καταδικαστικής ως προς αυτόν αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση αυτού, είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης.

Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας από δόλο ή από αμέλεια (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Η προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλομένου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας.

Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, ήτοι το βαθμό πταίσματος του υποχρέου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου (ΑΠ 654/2009).

Οι ως άνω συμπαρομαρτούσες συνθήκες λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος και δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά το δικαστήριο αποφασίζει γι' αυτά με μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο ελεύθερη κρίση (ΑΠ 1166/2009), που δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 79/2010).

Στην κρινόμενη υπόθεση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο (ήδη αναιρεσείων) εναγόμενος, ο οποίος εμφανιζόταν να διατηρεί το διαφημιστικό γραφείο "Libi S.A." με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, διατηρούσε κρυφά, σε διάφορα σημεία της Αθήνας και των γύρω από αυτή δήμων, οίκους ανοχής, στους οποίους, από κοινού με άλλους υπό τις εντολές αυτού συνεργούς του, διακινούσε νεαρές γυναίκες από διάφορες χώρες των Βαλκανίων και τις προωθούσε στην πορνεία εισπράττοντας και τις σχετικές αμοιβές, στις παράνομες δε αυτές δραστηριότητές του ενεπλάκη χωρίς τη θέλησή της η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία γεννήθηκε στις 30.5.1982, στην πόλη Μποτοσάν της Ρουμανίας, όπου διαβιούσε με τη μητέρα της και το σύζυγο της τελευταίας μέχρι το έτος 1998.

Το φθινόπωρο του έτους 1998, ο συμπατριώτης της ενάγουσας C. M., σε συνεννόηση με συνεργούς του εναγομένου, την έπεισε, με την ψευδή διαβεβαίωση ότι θα της εξασφάλιζε εργασία σε εστιατόριο των Αθηνών, να έρθει στην Αθήνα, παραδίδοντας αυτή για τη μεταφορά της στον Ρουμάνο F. C. A., ο οποίος οδικώς, μαζί με άλλα 4 άτομα, εκ των οποίων δυο νέες γυναίκες (μια ανήλικη και μια ενήλικη) τη μετέφερε με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στη Σόφια Βουλγαρίας, από όπου με κλειστό φορτηγό αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και ακολούθως με λεωφορείο στην Αθήνα, αφού μετά τη διέλευση από τα Ελληνικά σύνορα και τη θεώρηση του διαβατηρίου της αφαιρέθηκε τούτο από την κατοχή της από το συνοδό της (F.).

Στην Αθήνα αφού διανυκτέρευσε στο σπίτι του τελευταίου, όπου διέμενε και ο αλβανός υπήκοος Η. Τ., εμφανίσθηκε ενώπιόν της μια 18ετής ρουμάνα, ονομαζόμενη V., η οποία εξήγησε στην ενάγουσα ότι την προόριζε το "κύκλωμα" να δουλέψουν οι τρεις γυναίκες μαζί σε οίκο ανοχής, ότι κάθε αντίσταση θα ήταν μάταιη διότι ήταν σε διαρκή επιτήρηση και θα την κακοποιούσαν και ότι το "κύκλωμα" ήταν υπό την προστασία αστυνομικών.

Την επομένη μεταφέρθηκε η ενάγουσα μαζί με τις άλλες δυο γυναίκες, που συνταξίδευσαν από τη Ρουμανία, στο ξενοδοχείο "Μιραμάρε" στη Γλυφάδα, όπου διέμενα φυλασσόμενες από τον F. και τον Η. Τ., μέλη του "κυκλώματος" του εναγομένου, οι οποίοι κάθε πρωί τις μετέφεραν σε χώρο που εμφανιζόταν ως "στούντιο μασάζ", ήταν όμως οίκος ανοχής, βρισκόταν στη ...

αρ. 39 στη Γλυφάδα, απέναντι από το Αστυνομικό Τμήμα Αλλοδαπών και ανήκε στον εναγόμενο, καταλάμβανε δυο ορόφους, είχε ειδικό εξοπλισμό, κάμερα στον ανελκυστήρα και θύρες απευθείας εισόδου στα διαμερίσματα, με υπεύθυνη την Μ. Ι.-Ζ.. Στο χώρο αυτό ο εναγόμενος, δια μέσου των προαναφερομένων συνεργών του εξανάγκασε την ενάγουσα να εκδίδεται, παρά τη θέλησή της, και να ικανοποιεί τις γενετήσιες επιθυμίες αδιακρίτως όλων των προσερχομένων ανδρών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους, υπό τις απειλές ξυλοδαρμού της, καθημερινά από ώρα 11.00' έως 22.00'-23.00', ενώ τα χρήματα που εισέπραττε η υπεύθυνη τα κατέβαλε στον εναγόμενο δια μέσου του πολωνού L.

E. T., χωρίς να τις αποδίδεται κανένα μέρος από αυτά με το πρόσχημα ότι έπρεπε να εξοφληθούν τα έξοδα του ταξιδιού της. Η κατάσταση αυτή συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του 1998, οπότε η ενάγουσα ήλθε σε συνεννόηση με τον ένοικο του ξενοδοχείου Μιραμάρε, όπου διανυκτέρευε, I. H., ο οποίος κατανοώντας την κατάστασή της τη βοήθησε να διαφύγει και δια μέσου του δημοσιογράφου Ε.

Τ. παρουσιάσθηκαν σε τηλεοπτική εκπομπή του τα ανωτέρω γεγονότα και στις 14.10.1998 επενέβη η Δ/νση Προστασίας Ανηλίκων της Ελληνικής Αστυνομίας. Σε βάρος του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για αρπαγή ανηλίκου και μαστρωπεία, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση για το κακούργημα της αρπαγής ανηλίκου κατά συρροή σε κάθειρξη 9 (7+7) ετών (ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για το πλημμέλημα της μαστρωπείας λόγω παραγραφής του), η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε και δεν είχε επανεκδικασθεί η υπόθεση, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που αποδείκνυαν τη συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων, στην εκμετάλλευση του οίκου ανοχής της ... αρ.39, καταλήγει: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, από τις κατά τα άνω, άδικες πράξεις του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας, η τελευταία υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί συνολικό ποσό € 300.000.

Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων και, συγκεκριμένα, αφού ληφθούν υπόψη, ο βαθμός του πταίσματος του εναγομένου, το είδος και ο βαθμός της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας από την ανωτέρω περιγραφόμενη συμπεριφορά του εναγομένου, η έκταση της βλάβης αυτής, δεδομένου ότι, μετά από τα ανωτέρω περιστατικά, η ενάγουσα παρουσίασε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, δεν μπορεί να εργασθεί και αποφεύγει την επικοινωνία με κόσμο και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ποσό των € 200.000, για χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της, έσφαλε και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο αυτή υποστηρίζει ότι πρέπει να της επιδικασθεί ολόκληρο το ποσό που ζήτησε με την αγωγή της, πρέπει να γίνει δεκτός, ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμος".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την (αντ)έφεση του αναιρεσείοντος, κάνοντας κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης (για μεγαλύτερο από την πρωτόδικη χρηματικό ποσό) δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57-59, 299, 914 και 932 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, σ'αυτόν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφού αναφέρεται: 1) Η χωρίς συγκατάθεση της ανήλικης (16ετούς) αναιρεσίβλητης, με απατηλό τρόπο από τον αναιρεσείοντα ως ιθύνοντα νου, δια μέσου συνεργών του, υποστήριξη της διαφυγής της από τη δικαιούμενη τότε να μεριμνήσει για το πρόσωπό της, λόγω ανηλικότητάς της, μητέρα της, με σκοπό να τη μεταχειρισθεί σε ανήθικες ασχολίες, η μεταφορά της για το σκοπό αυτό από τη Ρουμανία στην Ελλάδα, η εγκατάστασή της σε οίκο ανοχής, παρά την εναντίωσή της και ο εξαναγκασμός της να εκδίδεται ικανοποιώντας ανεπιλέκτως τις προβαλλόμενες γενετήσιες επιθυμίες των υποδεικνυομένων σ' αυτήν ανδρών επί 11-12 ώρες καθημερινά, χωρίς κανένα μάλιστα οικονομικό αντάλλαγμα, πέραν των εξόδων διαμονής και διατροφής της, για χρονικό διάστημα 15 περίπου ημερών. 2)Η με τον τρόπο αυτό επέμβαση από τον αναιρεσείοντα στη σφαίρα της γενετήσιας ελευθερίας της αναιρεσίβλητης και η οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής της, με δυσμενή επακόλουθα στην ψυχική της υγεία, την τιμή και την υπόληψή της ως μερικότερες εκφάνσεις της προσωπικότητάς της. 3) Η εν όψει των συνθηκών αρπαγής της ανήλικης αναιρεσίβλητης από την επιμέλεια της μητέρας της και προώθησής της στην πορνεία, της ηλικίας της (16 ετών και 5 μηνών), της χρονικής διάρκειας και συχνότητας εκμετάλλευσής της, των συνεπειών της για την ψυχική υγεία, την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσίβλητης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, θεμελίωση δικαιώματος εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης λόγω προσβολή της προσωπικότητάς της.

Τα ως άνω περιστατικά, τα οποία περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελούν ιδιαίτερα και αυτοτελή στοιχεία, των οποίων η παράθεση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας κατά τη διατύπωση του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ως προς το επιδικαστέο ποσό χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης, η δε αξιολόγηση καθενός από αυτά κρίνεται με ελεύθερη απόδειξη, χωρίς να απαιτείται ειδικά για την οικονομική κατάσταση των μερών προσδιορισμός της περιουσίας και των εισοδημάτων τους.

Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-9-2010 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της 2582/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ