284/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Αυγούστου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 549/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Μαρτίου 2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated284/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από δε τις διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του Α.Κ. προκύπτει ότι η παραγραφή διακόπτεται μεν, με την έγερση της αγωγής, ματαιώνεται όμως το αποτέλεσμα αυτό, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή απορριφθεί αυτή τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός εξαμήνου οπότε, και μόνον η παραγραφή θεωρείται, ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 284 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 284/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Μενελαΐδος (Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου) εδρεύοντος εν Κέδρω-Καρδίτσα, νομίμως εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Θεογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπαποστόλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Αυγούστου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 549/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Μαρτίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτου και πέμπτου από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγων αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 1, 91 εδάφιο τελευταίο και 119 του από 1-1-1996 ισχύοντος ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του π.δ. 410/1995 και 276 του ν.3463/2006), συνάγεται ότι η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου είναι πενταετής και αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, λαμβάνεται δε υπόψη αυτή (η παραγραφή) και αυτεπαγγέλτως.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του Α.Κ. προκύπτει ότι η παραγραφή διακόπτεται μεν, με την έγερση της αγωγής, ματαιώνεται όμως το αποτέλεσμα αυτό, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή απορριφθεί αυτή τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός εξαμήνου οπότε, και μόνον η παραγραφή θεωρείται, ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του Α.Κ. προκύπτει, ότι η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού δι' αποφυγής μειώσεως της περιουσίας του λήπτη γεννάται από τη στιγμή, που ο βλαπτόμενος προβαίνει στη σχετική δαπάνη, την οποία διαφορετικά θα ενεργούσε ο λήπτης από τη δική του περιουσία. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, 28/1997, 42/1995), Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.ΑΠ 661/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος αποτελεί "Καποδιστριακό" δήμο, στον οποίον ενσωματώθηκε η πρώην Κοινότητα ..., με την οποίαν ο ενάγων, δασολόγος στο επάγγελμα, συμφώνησε περί το έτος 1993 και προς υλοποίηση του προγράμματος "Ανάπτυξη πρασίνου στους Δήμους και στις Κοινότητες", που τελούσε υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εσωτερικών, την εκτέλεση έργου ανάπτυξης πρασίνου στις θέσεις "Μεγ.
Πέτρα", "Ιτιά", "Καψάλα" "Παναγιά" και "Κομποτιά" της εν λόγω Κοινότητας, έναντι αμοιβής, η οποία θα καταβάλλονταν με την αποστολή του Πρακτικού Επανελέγχου στο ως άνω Υπουργείο, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Β. Π., που περιέχεται στα με αριθμ. 155/2002 πρακτικά, δεδομένου ότι τότε θα πιστοποιούνταν, αν πέτυχε το έργο της αναδάσωσης-φύτευσης και θα καθορίζονταν το τελικό ποσό της αμοιβής του ενάγοντος.
Ο ενάγων σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής προέβη στη φύτευση δενδρυλλίων στις παραπάνω περιοχές, συνέταξε δε τη σχετική μελέτη προϋπολογισμού για κάθε περιοχή (βλ. από Ιούλιο 1994, Μάϊο 1994, Αύγουστο 1994, και Μάρτιο 1994, αντίστοιχα, προϋπολογισμούς δαπάνης ανάπτυξης πρασίνου), την οποίαν υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Καρδίτσας με την αναλυτική κατάσταση των εργασιών, ενώ η αρμόδια επιτροπή ελέγχου ανάπτυξης πρασίνου προέβη στη σύνταξη αρχικά Πρωτοκόλλου καταλληλότητας με ημερομηνία 17.12.1993 και στη συνέχεια Πρωτοκόλλου ανάπτυξης πρασίνου με ημερομηνία 19.4.1994, όπου βεβαιώθηκε ότι φυτεύτηκαν με επιτυχία 20.000, δένδρα προς 500 δραχμές το δένδρο.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι συντάχθηκε και το από 29.10.1996 Πρωτόκολλο Επανελέγχου ανάπτυξης πρασίνου από την αρμόδια επιτροπή, όπου βεβαιώθηκε ότι από τα 20.000 δενδρύλλια επέζησαν τα 18.100 προς 500 δραχμές το ένα και έτσι η αμοιβή του ενάγοντος ανήλθε τελικά στο ποσά των 9.050.000 δραχμών (18.100 Χ 500) ή 26.559,06 €. Ο εναγόμενος όμως Δήμος, ο οποίος από την 1.1.1999 υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κοινότητας ..., αρνείται να καταβάλει το ως άνω ποσό στον ενάγοντα, με βάση την ως άνω σύμβαση έργου, η οποία είναι μεν άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος για την κατάρτιση της έγγραφος (συστατικός τύπος), πλην όμως εξαιτίας της ακυρότητας αυτής δημιουργείται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού ο εναγόμενος Δήμος με την εκτέλεση του παραπάνω έργου κατέστη αδικαιολογήτως, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερος σε βάρος του ενάγοντος και υποχρεούται σε απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, αποφεύγοντας να πληρώσει την αντίστοιχη αμοιβή σε άλλον τρίτο εργολάβο, στον οποίον εγκύρως θα ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου.
Έτσι ο εναγόμενος Δήμος πρέπει να αποδώσει στον ενάγοντα την ωφέλειά του, που απορρέει όχι από διοικητική σύμβαση, αλλά από άκυρη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και δη πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα ως αμοιβή το ως άνω ποσό των 26.539,06 €, με το νόμιμο τόκο από τότε που έγινε η επίδοση της αγωγής, την οποίαν συμφώνησε να του καταβάλει η Κοινότητα, κατά τα προεκτεθέντα, και όχι το Υπουργείο Εσωτερικών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εναγόμενος με σχετικό λόγο έφεσής του, και δη με την αποστολή του Πρακτικού Επανελέγχου στο Υπουργείο Εσωτερικών, γεγονός άλλωστε που ενισχύεται και από την από 25.9.2001 βεβαίωση που εξέδωσε ο τότε Δήμαρχος του εναγομένου Δήμου Ν.
Ε., με την οποίαν βεβαιώνει αφενός μεν ότι ο ενάγων εκτέλεσε το έτος 1996 το έργο αναδασώσεων με δικές του δαπάνες και συντάχθηκε το από 29.10.1996 Πρωτόκολλο Επανελέγχου, αφετέρου δε ότι η δαπάνη των εργασιών αυτών δεν πληρώθηκε ούτε από την πρώην Κοινότητα ... ούτε από τον Δήμο Μενελαίδος στο δικαιούχο της ενάγοντα, ενώ έπρεπε να είχε πληρωθεί έως το τέλος του 1996.
Εξάλλου, η ως άνω αξίωση του ενάγοντα δεν παραγράφηκε, όπως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμό τον οποίον επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσής του και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αν και η παραγραφή ερευνάται εν προκειμένω αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 3 Ν. 2362/1995, δεδομένου ότι επήλθε διακοπή της παραγραφής κατ' άρθρο 95 περ.
α' του ίδιου νόμου, όπως υποστηρίζει με αντένστασή του ο ενάγων. Ειδικότερα εφόσον η ένδικη αξίωση γεννήθηκε και κατέστη εναγώγιμη στις 29.10.1996, ο πενταετής χρόνος της παραγραφής, ο οποίος άρχισε από το τέλος του έτους 1996 (31 Δεκεμβρίου 1996), διακόπηκε με την υποβολή της διαφοράς που αφορά την ικανοποίηση της αξίωσης στο Δικαστήριο στις 24.12.2001, με την άσκηση της προαναφερθείσας από 23.12.2001 αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου, η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο την 28.12.2001 (βλ.
επικαλούμενη και προσκομισμένη από τον ενάγοντα με αριθμ. 3189Β'/ 28.12.2001 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Καρδίτσας ...), οπότε άρχισε νέα πενταετής παραγραφή, η οποία διακόπηκε και πάλι με την έκδοση της ως άνω με αριθμ. 155/1.8.2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, οπότε άρχισε και πάλι έκτοτε νέα πενταετής παραγραφή, εντός της οποίας ασκήθηκε η ένδικη αγωγή (κατάθεση 28.8.2006 και επίδοση αυτής στις 28.8.2006, όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση του ίδιου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή στο δικόγραφο της αγωγής, που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος).
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου, που προβάλλεται με λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, γιατί απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως επί της από 18.9.2006 ασκηθείσας από τον ενάγοντα αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας κατά της με αριθμ. 132/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποίαν κρίθηκε ομοίου περιεχομένου αγωγή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η κρίση του Δικαστηρίου για αναβολή ή όχι της συζήτησης της υπόθεσης απόκειται στην διακριτική του ευχέρεια και δεν συνιστά πλημμέλεια της απόφασής του που μπορεί να θεμελιώσει λόγο έφεσης κατ'αυτής, ανεξάρτητα από το ότι είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, αφού ο ενάγων παραιτήθηκε από την ασκηθείσα ως άνω αίτηση αναίρεσης (βλ.
από 23.3.2007 εξώδικη δήλωση του ενάγοντα, ή οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο με την προαναφερθείσα με αριθμ. 9112Β'/23.3.2007 έκθεση επιδόσεως, καθώς και με αριθμ. εκθ. καταθ. Π 3094/9.5.2007 παραίτηση από δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας). Εξάλλου, ο επικουρικός ισχυρισμός-λόγος έφεσης του εναγομένου ότι δεν υπήρξε πλουτισμός, άλλως δεν σώζεται (αρθρ.909 ΑΚ), είναι μη νόμιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού ο πλουτισμός εν προκειμένω συνίσταται στη δαπάνη που ο Δήμος εξοικονόμησε, δηλαδή στην δαπάνη που θα κατέβαλε για το ίδιο έργο που εκτέλεσε ο ενάγων σε άλλον εργολάβο, με τον οποίον θα κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση έργου".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 26.559,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1, 91 εδ.
α' του ν. 2362/1995, 904 εδ. α' και 263 του ΑΚ που εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χρόνο γεννήσεως της αγωγικής αξιώσεως και της δυνατότητας δικαστικής επιδιώξεώς της, που συναρτάται ευθέως από το νόμο με την αφετηρία υπολογισμού της πενταετούς παραγραφής της, σε τρόπο ώστε να καθίσταται ασαφές, αν αυτή η παραγραφή είχε συμπληρωθεί πριν από την άσκηση της πρώτης αγωγής του αναιρεσιβλήτου (24-12-2001) ή διακόπηκε με αυτή.
Ειδικότερα ενώ, κατά τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, σε εκτέλεση της από του έτους 1993 προφορικής (και γι' αυτό άκυρης) συμφωνίας του με την ενσωματωθείσα στον αναιρεσείοντα δήμο, τότε κοινότητα ..., προέβη κατά το επόμενο έτος 2004 στην επιτυχή φύτευση 20.000 δενδρυλλίων προς 500 δραχμές το καθένα σε δασικές περιοχές της εν λόγω κοινότητας, καθ' υπόδειξή της και με ρητή έγκρισή της (σύνταξη πρωτοκόλλων καταλληλότητας και ανάπτυξης πρασίνου), τα περιστατικά δε αυτά ήταν πρόσφορα να επιφέρουν ισόποσο με τη βλάβη του αναιρεσιβλήτου αδικαιολόγητο πλουτισμό του αναιρεσείοντος και να καταστήσουν δικαστικώς επιδιώξιμη τη σχετική αγωγική αξίωση, με παράλληλη ενεργοποίηση της ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής από το τέλος του έτους 1994: 1) Με ανεπαρκή αιτιολογία μετατίθεται χρονικά κατά δύο έτη η γένεση και το δικαστικώς επιδιώξιμο της αγωγικής αξιώσεως, που συνδύαζονται με το από 29-10-1996 πρωτόκολλο επανελέγχου ανάπτυξης πρασίνου της αρμόδιας επιτροπής (που βεβαίωσε ότι από τα 20.000 δενδρύλλια επέζησαν τα 18.100), χωρίς να προσδιορίζεται:
α) ποιά ήταν η "αρμόδια επιτροπή" και β) η νομιμοποίησή της στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή να αποτελέσει το συντασσόμενο από αυτή πρωτόκολλο επανελέγχου καθοριστικό στοιχείο για τη γένεση και το δικαστικώς επιδιώξιμο της αγωγικής αξιώσεως, ενόψει και της ανυπαρξίας έγκυρης συμβατικής δεσμεύσεως των διαδίκων για την εκτέλεση του έργου της δενδροφύτευσης από τον αναιρεσίβλητο, 2) Με αντιφατική αιτιολογία γίνονται δεκτές δύο διαφορετικές ημεροχρονολογίες (19-4-1994 και 26-10-1996) ως προς την επίτευξη του αδικαιολογήτου πλουτισμού του αναιρεσείοντος, 3) Με ανεπαρκή αιτιολογία δεν αναγνωρίζεται το αγώγιμο της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου μετά την επιτυχή φύτευση των 20.000 δενδρυλλίων κατά τις 19-4-1994 και η έναρξη από 1-1-1995 της πενταετούς παραγραφής (που συμπληρώθηκε πριν από την άσκηση της πρώτης αγωγής), αλλά συνδέεται η μη ευδοκίμηση μέρους από αυτά τα δενδρύλλια σε μάκρος χρόνου δύο και πλέον ετών, ενώ η ανυπαρξία ή μείωση του πλουτισμού του εναγομένου-αναιρεσείοντος, σε σύγκριση με τη ζημία ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, δεν αποτελούσε στοιχείο της αγωγής του τελευταίου, αλλά μπορούσε να προταθεί κατ' ένσταση από τον εναγόμενο (άρθρο 909 ΑΚ). 4)Με ελλιπή αιτιολογία δέχεται ότι δεν συνυπολογίζεται για τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος-υπό την έστω και εσφαλμένη αφετηρία υπολογισμού της του έτους 1996- ο χρόνος που διανύθηκε μέχρι την επίδοση της πρώτης αγωγής (28-12-2001) που απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς, χωρίς να αναφέρεται πότε η απορριπτική απόφαση κατέστη τελεσίδικη και αν έκτοτε μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής μεσολαβούσε όχι μεγαλύτερο του εξαμήνου χρονικό διάστημα, ώστε να θεωρείται, κατά το άρθρο 263 παρ.2 του ΑΚ, ότι η παραγραφή διακόπηκε με την πρώτη αγωγή.
Κατά συνέπεια οι από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος, όπως εκτιμάται, δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρ. 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 549/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ