Supreme Court dismisses appeal on worker's wage arrears claim abuse and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a worker's claim for wage arrears. The court found the worker's refusal to seek new employment during the arrears period constituted an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. Additionally, the court rejected the procedural argument that the lower court considered unproposed facts, ruling that the appellant had legally raised the same defense in the appeal stage.
Legislator headnote
AI generatedArt. 656, 281 A.C.; Art. 559(8)(a), 561(1) C.P.C.: A worker's claim for wage arrears is subject to good faith limits and is abusive if the worker voluntarily remains unemployed to collect arrears without working; procedural errors regarding unproposed facts are inadmissible if the argument was legally raised in subsequent stages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 284 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 284/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό.
Του αναιρεσιβλήτου: Κωνσταντίνου Νικόπουλου του Νικολάου, κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 970/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5468/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2006 αίτησή του και με τους από 29-2-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 18-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και των από 29-2-2008 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, στους μισθούς υπερημερίας.
Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμη βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ :
Ο αναιρεσείων κατά το από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2003 χρονικό διάστημα της υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα για μια τετραετία, από τότε που έληξε το χρονικό διάστημα για το οποίο είχε ζητήσει (και του επιδικάστηκαν) μισθούς υπερημερίας με την αναφερόμενη προηγούμενη αγωγή του δεν κατέβαλε προσπάθεια για την εξεύρεση άλλης εργασίας, ανάλογης με την ειδικότητα και τις ικανότητές του, ως ηλεκτροτεχνίτη ή με την άσκηση ακόμη και ελεύθερου επαγγέλματος, αφού διαθέτει σχετική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.
Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) θα μπορούσε ευχερώς, ενόψει των παραπάνω προσόντων του, αλλά και της προϋπηρεσίας του στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου, να βρει άλλη εργασία, δεδομένου ότι αυτός δεν προέβη ποτέ σε δήλωση προς τον Ο.Α.Ε.Δ. ότι είναι άνεργος ώστε μέσω των σχετικών καταχωρήσεων αφενός μεν να ενημερώνεται για συγκεκριμένες θέσεις εργασίας και αφετέρου να καταστεί δυνατή η εύρεση μέσω του Ο.Α.Ε.Δ.
ανάλογης με την ειδικότητα και τα προσόντα του εργασίας. Μάλιστα από τα φύλλα εφημερίδων, που κυκλοφόρησαν μέσα στο χρονικό διάστημα από 24-9-1999 μέχρι και 31-3-2004, στα οποία δημοσιεύθηκαν πολλές αγγελίες εταιρειών που ζητούσαν αποθηκάριους καθώς και ηλεκτροτεχνίτες (ειδικότητα του αναιρεσείοντος), προκύπτει ότι κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου υπήρχε μεγάλη ζήτηση για εργαζομένους της ειδικότητας και των προσόντων του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, η ηλικία του τελευταίου, που το έτος 2000 είχε υπερβεί το 50° έτος της ηλικίας του (αφού γεννήθηκε το 1948), την οποία αυτός επικαλείται ως στοιχείο αρνητικό για την εξεύρεση μόνιμης εργασίας, είναι αληθές ότι περιορίζει τη δυνατότητα ευρέσεως εργασίας, πλην όμως ενόψει του ότι στην ηλικία αυτή υπάρχει πολύ μεγαλύτερη εμπειρία, την οποία ως πρόσθετο και αναγκαίο προσόν απαιτούν οι περισσότερες από τις εταιρείες που ζητούν εργαζομένους της ειδικότητας του αναιρεσείοντος, και του ότι ο αναιρεσείων μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του έχει ικανό χρόνο για να προσφέρει ειδικευμένη εργασία ως έμπειρος αποθηκάριος ή ηλεκτροτεχνίτης σε οποιοδήποτε εργοδότη, στην προκειμένη περίπτωση η ηλικία του δεν λειτουργούσε αποτρεπτικά ως προς πιθανή πρόσληψή του.
Άλλωστε ο αναιρεσείων, ανταποδεικτικά δεν προσκόμισε ούτε μία αίτηση την οποία απηύθυνε προς οποιοδήποτε εργοδότη για εύρεση εργασίας ως ιδιωτικός υπάλληλος, παρά μόνον αίτησή του προς το ΑΣΕΠ για την πρόσληψή του ως δημοσίου υπαλλήλου, την οποία υπέβαλε προφανώς κατ' επίφαση, γνωρίζοντας ότι αυτή θα απορριπτόταν, αφού είναι γνωστό ότι για την πρόσληψη στο Δημόσιο απαιτούνται πρόσθετα προσόντα και κυρίως τίθεται ως όριο ηλικίας το 35ο έτος, ηλικίας δηλαδή, στην οποία δεν βρισκόταν ο αναιρεσείων, ούτε κατά το χρόνο πρόσληψής του από τον αναιρεσίβλητο κατά το έτος 1998.
Επίσης ο αναιρεσείων από την καταγγελία της συμβάσεώς του εργασίας και καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για την εξεύρεση άλλης εργασίας, διότι απασχολούνταν στο ψιλικατζίδικο, που διατηρούσε δίπλα στο σπίτι του στα ...... και αναλάμβανε, έναντι αμοιβής, εξωτερικές ηλεκτρολογικές εργασίες.
Δέχτηκε δε ακολούθως το Εφετείο ότι με βάση τα παραπάνω περιστατικά ο αναιρεσείων για μια ολόκληρη τετραετία, που συμπίπτει με το χρόνο υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου εργοδότη του, παρέμεινε αδικαιολόγητα και κακόβουλα άνεργος, αποφεύγοντας να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, ώστε να εισπράξει από τον τελευταίο τους μισθούς υπερημερίας και να ματαιώσει το δικαίωμά του για καταλογισμό της αντίστοιχης ωφέλειας.
Έτσι το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2003 υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και κατά συνέπεια η σχετική ένσταση, από το άρθρο 281 ΑΚ, που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος, ήταν ουσιαστικά βάσιμη.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό πρώτο κατά το υπό στοιχείο α' λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 970/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της προαναφερόμενης ενστάσεώς του για κατάχρηση δικαιώματος και ακολούθως, αφού δέχτηκε ως βάσιμους και άλλους λόγους της ίδιας εφέσεως, δέχτηκε κατ' ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εν λόγω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της την ένδικη από 7-9-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος.
Με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται το Εφετείο αναφορικά με την προαναφερόμενη ένσταση του αναιρεσιβλήτου για κατάχρηση δικαιώματος και δη με σαφώς εκτιθέμενο αποδεικτικό πόρισμα: α) Δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ. Και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις ως άνω σχετικές παραδοχές του Εφετείου και για τους παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφασή του λόγους, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος άσκηση της αξιώσεώς του για καταβολή των αποδοχών του υπερημερίας του ένδικου από 1-1-2000 έως 31-12-2003 χρονικού διαστήματος είχε ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος, ως υπερβαίνουσα και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του, εφόσον κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, παρέμενε θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το χρονικό αυτό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του αναιρεσιβλήτου, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Ακόμη, δεν παραβίασε το άρθρο 10 παρ. 11 του ν. 3051/2002, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυσε μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 3144/2003 και ακολούθως μετά τη συμπλήρωση του ίδιου εδαφίου της με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 3174/2003, με την οποία διάταξη καταργήθηκε το ανώτατο όριο ηλικίας πρόσληψης ή διορισμού στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.
α' και β' βαθμού και τα Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, όπως αυτό ισχύει κ.λπ., λαμβανομένου υπόψη ότι με την τελευταία συμπλήρωση της διατάξεως, που ίσχυσε από 28-8-2003, ορίστηκε ότι η κατάργηση του ανώτατου ορίου ηλικίας πρόσληψης ή διορισμού αφορά το "τακτικό προσωπικό". Και αυτό γιατί είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δέχτηκε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ότι για την πρόσληψη στο Δημόσιο απαιτούνται, εκτός των πρόσθετων προσόντων, και η μη υπέρβαση του 35ου έτους της ηλικίας, πλην όμως τούτο επικουρικώς, όπως εκτιμάται, διατυπώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, για την ισχυροποίηση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο αναιρεσείων παρέμενε θεληματικά άνεργος και κατ' επίφαση είχε υποβάλει την αίτησή του προς το Α.Σ.Ε.Π.
για την πρόσληψή του ως δημοσίου υπαλλήλου, κατά τα ως άνω σχετικώς αναφερόμενα. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α' ζήτημα, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.
Μάλιστα, καμία αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων θεληματικά και κακόβουλα δεν επιδίωξε την ανεύρεση εργασίας ως ιδιωτικού υπαλλήλου και της άλλης παραδοχής ότι κατά τη διάρκεια του ένδικου χρονικού διαστήματος ο ίδιος "απασχολούνταν από ψιλικατζίδικο, που διατηρούσε δίπλα στο σπίτι του στα ......
και αναλάμβανε, έναντι αμοιβής, εξωτερικές ηλεκτρολογικές εργασίες", εφόσον με την τελευταία παραδοχή δεν αποκλείεται η θεληματικά και από κακοβουλία παράλειψη της επιδιώξεως της ανευρέσεως εργασίας ως υπαλλήλου. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και δη εκείνων των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ.
Ενόψει αυτών : 1) Οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ίδιων ουσιαστικών διατάξεων και επιπλέον της διατάξεως της παρ. 11 του άρθρου 10 του ν. 3051/2002, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυσε μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 3144/2003 και ακολούθως μετά τη συμπλήρωση του ίδιου εδαφίου της με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 3174/2003, δηλαδή αμφότεροι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους. Με το υπόλοιπο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται και ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσείων και στην ηλικία στην οποία βρισκόταν θα μπορούσε να ανεύρει εργασία "ως έμπειρος αποθηκάριος ή ηλεκτροτεχνίτης σε οποιοδήποτε εργοδότη", ενόψει του ότι μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του είχε ικανό χρόνο για να προσφέρει τέτοια ειδικευμένη εργασία, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ και συγκεκριμένα, όπως εκτιμάται, διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσείων ως εκ της προχωρημένης ηλικίας των 56 ετών στην οποία βρισκόταν δεν μπορούσε να ανεύρει εργασία ανάλογη με εκείνη την οποία παρείχε στον αναιρεσίβλητο εργοδότη του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κυρίως γιατί με αυτόν, υπό το πρόσχημα παραβιάσεως φερόμενων ως διδαγμάτων της κοινής πείρας και υπό την επίκληση της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, επίσης ως απαράδεκτος, γιατί και υπό την εκδοχή ότι οι προαναφερόμενοι ορισμοί αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, πάντως τα διδάγματα αυτά δεν αφορούν ην ερμηνεία των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ και έτσι, και αν ακόμη παραβιάστηκαν, πάντως η παραβίασή τους έγινε κατά την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, δηλαδή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, με αποτέλεσμα η κρίση του Εφετείου να μην υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και έτσι να μην ιδρύεται ο από τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.
β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Και 2) οι ενιαίως κρινόμενοι τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως αφενός λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών και αφετέρου λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αντίστοιχα, επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', δηλαδή αμφότεροι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους.
2.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 281 του ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι για την πληρότητα της από το τελευταίο άρθρο (281 ΑΚ) ενστάσεως, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, απαιτείται να προβάλλονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, να γίνεται επίκληση της καταχρήσεως, η οποία προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και να διατυπώνεται συγχρόνως και αίτημα για απόρριψη της αγωγής ή της ενστάσεως, ανάλογα, και για την αιτία αυτήν.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη (στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη) ένσταση για καταχρηστική άσκηση του κατά το άρθρο 656 του ΑΚ δικαιώματος του ενάγοντος μισθωτού για απόληψη μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως πρέπει να προβάλλεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ότι ο ενάγων μισθωτός παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) συζήτηση της ως άνω ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος προέβαλε προφορικά και συνοπτικά και ότι η αγωγή αυτή έπρεπε να απορριφθεί επειδή ασκούνταν κατά κατάχρηση δικαιώματος, ενώ με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν στο ακροατήριο ανέπτυξε την ένστασή του αυτήν ισχυριζόμενος ότι ο αναιρεσείων κατά το ένδικο από 1-1-2000 έως 31-12-2003 χρονικό διάστημα παρέμεινε θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας από κακοβουλία και οκνηρία να βρει αλλού εργασία ανάλογη με την ειδικότητά του ως ηλεκτροτεχνίτη και τα λοιπά προσόντα του, ενόψει του ότι μπορούσε να βρει εργασία και ως απλός υπάλληλος καταστήματος (όπως εργαζόταν στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου), αλλά και ως ηλεκτροτεχνίτης, εφόσον για την πρόσληψη υπαλλήλων με τέτοιες ειδικότητες υπήρχε πολύ μεγάλη ζήτηση από πάρα πολλές επιχειρήσεις (μικρών και μεγάλων καταστημάτων, άλλες επιχειρήσεις κ.λπ.), πράγμα που προέκυπτε και από αγγελίες εργοδοτών που ζητούσαν άτομα για ανάλογη επαγγελματική ενασχόληση, δεδομένου μάλιστα ότι και η ηλικία του (κατά το έτος 2000 ήταν ηλικίας 51 ετών) δεν ήταν απαγορευτική στην εξεύρεση ανάλογης εργασίας, πολλώ μάλλον εφόσον διέθετε το προσόν της σχετικής επαγγελματικής πείρας πολλών ετών.
Ενώ αυτός (αναιρεσείων) παρέμενε άνεργος για να εισπράττει από τον εργοδότη του αναιρεσίβλητο, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Τα ως άνω επικληθέντα περιστατικά αρκούν για το ορισμένο της ως άνω ενστάσεως για κατάχρηση δικαιώματος που προβλήθηκε. Επομένως το Εφετείο με το να δεχτεί, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η ένσταση αυτή, η οποία επαναφέρθηκε στο Εφετείο υπό τη μορφή του πρώτου και υπό το στοιχείο α' λόγου της ως άνω εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, ήταν ορισμένη δεν έσφαλε και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-
3.- Επειδή από τα άρθρα 57 εδ. α', 59 εδ. α', 914, 919 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 361, 362, 363, 366 και 367 ΠΚ, συνάγονται τα εξής : 'Οποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρο 2 παρ. 1) πλέγμα των αξιών που απαρτίζουν την ηθική υπόσταση του ανθρώπου, και ειδικότερα προσβάλλεται στην, προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 5 παρ. 2 και 9 παρ. 1), από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ, ν.δ. 53/1974, άρθρο 8) και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ, ν. 2462/1997, άρθρα 17 και 22), τιμή του η την υπόληψή του και μάλιστα εκείνη που σχετίζεται με την ιδιωτική ή την οικογενειακή ζωή του, με συκοφαντία ή δυσφήμηση ή εξύβριση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί ή προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Σε περίπτωση κατά την οποία η προαναφερόμενη προσβολή υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Ο άδικος όμως χαρακτήρας της προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση αίρεται σε περίπτωση κατά την οποία ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημηστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας του αγωγικού κεφαλαίου που αφορούσε την επιδίκαση υπέρ του αναιρεσείοντος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, η οποία φερόταν, κατά την ένδικη αγωγή, ότι προκλήθηκε σ' αυτόν από την προσβολή της προσωπικότητάς του, που τελέστηκε από τον αναιρεσίβλητο με τη διάδοση από αυτόν ψευδών και δυσφημηστικών για το πρόσωπό του περιστατικών, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 14-2-2000, κατά τη συζήτηση της από 13-6-1999 προηγούμενης αγωγής του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδείχτηκε στον αναιρεσίβλητο η από 31-3-1999 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσίβλητος τότε αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του, χωρίς να προσβάλει ως πλαστό το προαναφερόμενο έγγραφο και χωρίς βέβαια να κατονομάσει συγκεκριμένο πρόσωπο ως πλαστογράφο.
Η δήλωσή του αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του παραπάνω δικαστηρίου. Ακολούθως δε με την προσθήκη των προτάσεών του, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 17-2-2000, ισχυρίστηκε κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Αναφορικά με το από 31-3-1999 έγγραφο καταγγελίας σύμβασης εργασίας του αντιδίκου από εμένα τον πρώτο των εναγομένων, που παρουσίασε και επικαλέστηκε ο αντίδικος ως έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο της απόλυσής του, αυτό ουδέποτε υπογράφτηκε από εμένα και άμεσα προσέβαλα αυτό ως πλαστό στο ακροατήριο του Δικαστηρίου Σας, συγχρόνως με την επίδειξή του από τον αντίδικο, επιφυλασσόμενος ρητά όπως καταμηνύσω ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κάθε άγνωστο υπαίτιο πλαστογράφο της υπογραφής μου σ' αυτό, καθώς και τον ίδιο τον αντίδικο, ως ηθικό αυτουργό της πλαστογραφίας αυτής, αλλά και για το αδίκημα της απάτης επί Δικαστηρίου, συντρέχει δε νόμιμη περίπτωση, λόγω και της κρισιμότητας του συγκεκριμένου ζητήματος για την εντεύθεν κρίση της ένδικης περίπτωσης, όπως το Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 398 παρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το κρίνει αναγκαίο, να διορίσει πραγματογνώμονα γραφολόγο, προκειμένου να διαπιστωθεί η πλαστογράφηση της υπογραφής του πρώτου από εμάς τους εναγόμενους στο ως άνω έγγραφο, αίτημα που διατυπώνουμε αμφότεροι εμείς οι εναγόμενοι και με την παρούσα μας".
Κατά τη συζήτηση δε της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 879/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσίβλητος ενσωμάτωσε στις προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, τις προτάσεις και την προσθήκη-αντίκρουση που είχε υποβάλει, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι ίδιοι ως άνω ισχυρισμοί, των οποίων πράγματι έλαβαν γνώση, ο γραμματέας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του Εφετείου, καθώς και οι δικαστές που επιλήφθηκαν της υποθέσεως σε πρώτο και δεύτερο βαθμό και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται ούτε η αντικειμενική, αλλά ούτε και η υποκειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν θεμελιώνεται αξίωση αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε ότι από το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του στο ως άνω έγγραφο, που του επιδείχτηκε, χωρίς να προσβάλει αυτό ως πλαστό και κυρίως χωρίς να κατονομάσει συγκεκριμένο πρόσωπο ως πλαστογράφο, σε συνδυασμό με τη διατύπωση επιφύλαξης για άσκηση μηνύσεως σε βάρος του αναιρεσείοντος ως ηθικού αυτουργού στην πράξη της πλαστογραφίας και της απάτης στο δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτός διατηρούσε αμφιβολίες για τη γνησιότητα του συγκεκριμένου εγγράφου, και για το λόγο αυτόν άλλωστε, με την αναφερόμενη παραπάνω προσθήκη των προτάσεών του υπέβαλε προς το δικαστήριο που δίκασε την αρχική αγωγή του (επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω υπ' αριθμόν 879/2000 απόφαση) αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από πραγματογνώμονα-γραφολόγο προκειμένου να διαπιστωθεί η πλαστογράφηση της υπογραφής του.
Ενώ το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφενός μεν απέρριψε σιωπηρά, στα πλαίσια της παρεχόμενης σ' αυτό από το νόμο διακριτικής του ευχέρειας, το παραπάνω αίτημα του αναιρεσιβλήτου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αφετέρου δε για τη διαμόρφωση της τελικής κρίσης του δεν προέβη σε οποιαδήποτε αξιολόγηση του επίδικου εγγράφου, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (που εξέδωσε την υπ' αριθμόν 4769/2002 τελεσίδικη απόφαση), ουδόλως έλαβε υπόψη του το ίδιο ως άνω έγγραφο.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδεικνύεται η αναλήθεια του φερόμενου από τον αναιρεσείοντα ως δυσφημηστικού γεγονότος της πλαστογραφίας της υπογραφής του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του αναιρεσείοντος, αλλά ούτε και η υποκειμενική υπόσταση αυτής, αφού δεν αποδείχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας του ίδιου γεγονότος.
Εξάλλου, η αναφορά στην προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου των παραπάνω φράσεων, έγινε, όπως προαναφέρθηκε προς άσκηση νόμιμου δικονομικού δικαιώματος αυτού για την απόκρουση της εναντίον του αγωγής και για τη θεμελίωση του αιτήματος του για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος της, με το οποίο διωκόταν η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος με συκοφαντία ή με δυσφήμιση, που τελέστηκε κατά τον ως άνω σ' αυτήν αναφερόμενο τρόπο, ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Και αυτό γιατί πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές του αυτές, δεν στοιχειοθετείται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ούτε η αντικειμενική υπόσταση συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος του αναιρεσείοντος, αλλ' ούτε, σε κάθε περίπτωση, η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος τούτου, ενώ περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται εδώ για άδικη πράξη συκοφαντικής δυσφημήσεως ή, έστω, δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως, αφού επρόκειτο, πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, για άσκηση νόμιμου δικονομικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για την απόκρουση της κατ' αυτού αγωγής και για τη θεμελίωση του αιτήματός του για η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην εν λόγω απόφασή του είναι απολύτως επαρκείς και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως ο δεύτερος (και τελευταίος) πρόσθετος λόγος αναιρέσεως τόσο κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, όσο και κατά το από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ), με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί του αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο β' ζητήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.-
4.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Περαιτέρω, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, πλην όμως για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση και συγκεκριμένα να είχε προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται και δη με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμός για το δεδικασμένο, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη με την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 στοιχ.
γ' ΚΠολΔ, εφόσον οι διατάξεις που καθιερώνουν αυτό (δεδικασμένο) τέθηκαν προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι κάποιου ανώτερου κοινωνικού σκοπού (βλ. σχ. ΑΠ 1821/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) κατά το ένα από τα μέρη του πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί, κρίνοντας επί του στην τρίτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενου αγωγικού κεφαλαίου και δεχόμενο ότι το αναφερόμενο από 31-3-1999 έγγραφο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου ούτε αξιολογήθηκε από την προηγούμενη (υπ' αριθ. 4769/2002) εφετειακή απόφαση, αλλ' ούτε και αποδείχθηκε γνήσιο, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε η αναλήθεια του φερόμενου από τον αναιρεσείοντα ως δυσφημηστικού γεγονότος της πλαστότητας της υπογραφής του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την εν λόγω προηγηθείσα εφετειακή απόφαση, με την οποία είχε κριθεί, και δη τελεσιδίκως, άκυρη η προαναφερόμενη καταγγελία.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι ο αναιρεσείων προέβαλε στο Εφετείο με τις προτάσεις του, οι οποίες υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, ισχυρισμό για σχετικό δεδικασμένο αναφορικά με την αναλήθεια ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου για πλαστότητα του ως άνω από 31-3-1999 εγγράφου.
Ακόμη, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην ίδια, από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί εσφαλμένως δέχτηκε ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 4769/2002 προηγούμενη απόφασή του για αναλήθεια του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου για την πλαστότητα του ως άνω από 31-3-1999 εγγράφου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο προέβη σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, ενώ στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν προέβη σε μια τέτοια έρευνα.
Απλώς, ερευνώντας το σχετικό παράπονο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου δέχτηκε ότι με την ως άνω υπ' αριθ. 4769/2002 τελεσίδικη προηγούμενη απόφασή του ουδόλως λήφθηκε υπόψη το προαναφερόμενο έγγραφο.-
5.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με το ένα από τα μέρη του δεύτερου (και τελευταίου) πρόσθετου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή στις ως άνω στην τρίτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενες παραδοχές του αναφορικά με το ουσιαστικά αβάσιμο της στην εν λόγω σκέψη αναφερόμενης αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατέληξε χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην εν λόγω παραδοχή του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των μνημονευόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και αφενός όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και αφετέρου των ομολογιών των διαδίκων που συνάχθηκαν κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη.-
6.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση με το υπόλοιπο μέρος του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το ως άνω στην τρίτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενο μέρος της, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αναφερόμενη πράξη του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν άδικη, επειδή επρόκειτο για εκδήλωση που έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματός του και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, παρά το ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα από αυτόν (αναιρεσίβλητο), υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς γενόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας δίκης (πρωτόδικων προτάσεων, εφέσεως και κατ' έφεση προτάσεων του αναιρεσιβλήτου), ο τελευταίος είχε πράγματι προτείνει με τις πρωτόδικες προτάσεις του ότι η αναφορά στην προσθήκη των προτάσεών του των φράσεων που στην τρίτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφέρονται έγινε για την άσκηση νόμιμου δικονομικού δικαιώματος αυτού για την απόκρουση της εναντίον του αγωγής και για τη θεμελίωση του αιτήματός του για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Τον ισχυρισμό του δε αυτόν νόμιμα επανέφερε, σύμφωνα με τα άρθρα 240, 520 και 522 ΚΠολΔ, με την έφεσή του υπό τη μορφή του δεύτερου λόγου της εφέσεώς του αυτής και στη συνέχεια το λόγο αυτόν εφέσεως επιτρεπτώς περαιτέρω διευκρίνισε, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενόψει της τηρήσεως της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ.
ΚΠολΔ), με τις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις του, με αποτέλεσμα το Εφετείο επιτρεπτώς να λάβει υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό και να μην υποπέσει στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον ως άνω (δεύτερο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και οι οποίοι αφορούν την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του προαναφερόμενου και στην τρίτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενου αγωγικού κεφαλαίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 5468/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 29 Φεβρουαρίου 2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ