Legislator Case Law & Legislation
284/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible appeal against non-appealable co-defendant.

Case Number 284/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the appeal was inadmissible because it targeted a necessary co-defendant, but the court found this claim unsupported by the lower court's ruling. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded, and the appellant was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 517, 559, 562 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a necessary co-defendant is inadmissible unless the co-defendant lost the first instance; new arguments not raised in the lower court are rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal necessary co-defendant Code of Civil Procedure procedural defect legal costs construction contract appeal against judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 517 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 284 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 284/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Νικόλαο Λεοντή -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Χ1,την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Χαρούλα Απαλαγάκη.

Των αναιρεσιβλήτων :1) Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, 2) Ψ2, 3) Ψ3, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Ψ4, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Βύρων Βοσκίδης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.,5) Ψ5, 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8 και 9) Ψ9, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.06.1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 12324/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2395/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 06.10.2006 αίτησή της και τους από 23.10.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 19.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ...., ...., ....., ....., ....., .... και ...... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ........, προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Φρατέλη Ναχμία, η οποία επισπεύδει την κρινόμενη 362/2006 αίτηση για αναίρεση της 2395/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (3-12-2007), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έκτη, έβδομο, όγδοο και ένατη των αναιρεσιβλήτων με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (3-12-2007). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη 362/10-10-2006 αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο, 283/26-10-2007, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 2395/7-9-2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ. εκτίμηση του διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 22996/23-6-1997 αγωγή εδιώκετο από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα να υποχρεωθούν οι πέντε πρώτοι κατά σειρά εναγόμενοι, ως οικοπεδούχοι, και η έκτη ως εργολάβος, σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως προς εκείνη του περιγραφομένου διαμερίσματος, την πώληση του οποίου είχε υποσχεθεί η τελευταία με την διατυπούμενη στο .....

προσύμφωνο της συμ/φου Θεσ/νίκης Φ.Σταφυλά-Μακρίδου σύμβαση με την ιδιότητά της της εργολάβου ανεγέρσεως πολυορόφου οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου των συνεναγομένων της, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες της διατυπούμενης στο ..... συμβόλαιο της συμ/φου Θεσ/νίκης Αρτέμιδος Μπουλάκη-Θεοδωρίδου συμβάσεως, με παράλληλη προς αυτήν εγχώρηση των απορρεόντων από την εν λόγω εργολαβική σύμβαση δικαιωμάτων της.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 12324/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά την απεύθυνσή της κατά της έκτης των εναγομένων και έγινε δεκτή κατά την απεύθυνσή της κατά των λοιπών, ο πέμπτος των οποίων απεβίωσε και στη δικονομική του θέση υπεισήλθαν οι διαλαμβανόμενοι στο διατακτικό της εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού και ήδη πέμπτη, έκτη, έβδομος, όγδοος και ένατη των αναιρεσιβλήτων.

Οι ηττηθέντες εναγόμενοι προσέβαλαν την εν λόγω απόφαση με την 2462/10-6-2005 έφεση, με την οποία κατ' αποδοχή της και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.

Ειδικότερα: Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρι.1 εδ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με και μη εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' Ολ.ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί ου έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί δυσβάστακτες ή αφόρητες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει σε κίνδυνο την οικονομική υπόστασή του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του. Τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 389, 390, 399 ΑΚ προκύπτει, ότι το συμβατικό δικαίωμα να κηρύξει το ένα από τα μέρη έκπτωτο το άλλο, είναι δικαίωμα συμβατικής υπαναχωρήσεως, το οποίο, αν ασκηθεί, επιφέρει την διάλυση αναδρομικά (ex tunc) της συμβάσεως και την απόσβεσή των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από αυτή, γεγονός που έχει σαν συνέπεια την αμοιβαία υποχρέωση των συμβαλλομένων να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Μπορεί όμως να συμφωνήσουν τα μέρη, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις αποτελούν ενδοτικό δίκαιο, ότι η ενέργεια της υπαναχωρήσεως θα αναφέρεται στο μέλλον (ex nunc). Σε κάθε όμως περίπτωση οι οφειλόμενες από τη σύμβαση παροχές, που δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί, εφόσον ανάγονται στο μέλλον, παύουν εφεξής να οφείλονται, αφού μετά την υπαναχώρηση και τη διάλυση για την αιτία αυτή της συμβάσεως έπαυσε να υπάρχει το συμβατικό θεμέλιο.

Κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ..... προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αρτέμιδος Μπουλάκη-Θεοδωρίδου και του υπ' αριθμ. ...... τροποποιητικού της ίδιας συμβολαιογράφου (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα συμβολαίων), οι πέντε πρώτοι των αρχικώς εναγομένων, από τους οποίους ο πέμπτος, Ψ, απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι πέμπτη, έκτη, έβδομος, όγδοος και ένατη των ήδη εκκαλούντων, συγκύριοι και σύννομε[ς οικοπέδου, εκτάσεως 498, 75 τ.μ., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ....

και ....., της περιοχής ..... Θεσσαλονίκης, ανέλαβαν την υποχρέωση (υπόσχεση) να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στην έκτη αρχικώς εναγομένη κατασκευάστρια και εργολάβο εταιρία, με την επωνυμία "......... Ο.Ε.", ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, η δε αντισυμβαλλόμενη εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει επί του άνω οικοπέδου, με δαπάνες της και με τους λοιπούς όρους που αναφέρονται σ' αυτό, μία πολυώροφη οικοδομή κατά το σύστημα του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, από την οποία, ποσοστό 54% εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένες μελλοντικές αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες αυτής, θα περιερχόταν στους οικοπεδούχους.

Συγχρόνως, οι τελευταίοι ανέλαβαν την υποχρέωση και υποσχέθηκαν, ως αντάλλαγμα των δαπανών κατασκευής της άνω οικοδομής, να μεταβιβάσουν τμηματικά, με την πρόοδο των εργασιών και μέχρι την παράδοση του έργου αποπερατωμένου, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην αντισυμβαλλόμενη εργολάβο ή στους τρίτους που θα υποδείκνυε αυτή ποσοστό 46% εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, το οποίο θα αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες, επίσης, μελλοντικές αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής, που θα περιέλθουν σ' αυτήν (εργολάβο).

Με το άρθρο 6 του ανωτέρω προσυμφώνου συμφωνήθηκε ότι η εργολάβος ήταν υποχρεωμένη μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την υπογραφή του (προσυμφώνου), να εφοδιαστεί με τη σχετική άδεια οικοδομής, στη συνέχεια δε, εντός 21 μηνών από την έκδοση της να αποπερατώσει και παραδώσει στους οικοπεδούχους τους χώρους της αντιπαροχής τους, μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους και εγκαταστάσεις της οικοδομής.

Η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στις ..... και συνεπώς το έργο ήταν παραδοτέο στις 9-8-1995. Για κάθε μήνα καθυστέρησης η εργολάβος ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στους οικοπεδούχους, ως αποζημίωση, το ποσό των 1.000 δραχμών, ανά τετραγωνικό μέτρο. Εάν η καθυστέρηση παράδοσης των χώρων της αντιπαροχής, έστω και ενός, υπερέβαινε τους έξι (6) μήνες από την ανωτέρω προθεσμία παράδοσης, οι οικοπεδούχοι είχαν το δικαίωμα να κηρύξουν έκπτωτη την εναγομένη εργολάβο, με την κοινοποίηση σχετικής δήλωση τους, θα παρέμεναν δε προς όφελος τους τα ανεγερθέντα μέχρι τότε κτίσματα επί του οικοπέδου τους, εκτός από εκείνα, για τα οποία είχαν υπογραφεί οριστικά συμβόλαια πώλησης σε τρίτους αγοραστές, παραιτούμενης της εργολάβου από κάθε σχετική αξίωση, καθώς και εκείνης περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού, οι οικοπεδούχοι παρέδωσαν το ως άνω οικόπεδο στην εργολάβο εταιρία, η οποία άρχισε την ανέγερση της πολυώροφης οικοδομής. Με το υπ' αριθ. ...... προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Σταφυλά-Μαυρίδου, η άνω εργολάβος υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει στην ενάγουσα (εφεσίβλητη) πλήρως αποπερατωμένο, κατά τους όρους του εργολαβικού συμβολαίου το υπ' αριθ. 1 διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, καθαρού εμβαδού 84, 47 τ.μ., με τα αντιστοιχούντα ποσοστά 6, 95% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, αντί αναγραφόμενου στο προσύμφωνο τιμήματος 20.000.000 δραχμών, πραγματικού δε 32.700.000 δραχμών, από το οποίο, καταβλήθηκε στην εργολάβο α) ποσό 3.000.000 δραχμών, κατά την υπογραφή του προσυμφώνου και β) ποσό 12.700.000 δραχμών στις 19-3-1997, με την υπ' αριθμ. ........

επιταγή της Κτηματικής Τράπεζας, η οποία εξοφλήθηκε, το δε υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών, ενώ ποσό 14.000.000 δραχμών, που θα καλυπτόταν από στεγαστικό δάνειο της Κτηματικής Τράπεζας ή άλλου πιστωτικού ιδρύματος, θα καταβαλλόταν εντός τεσσάρων μηνών από της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του διαμερίσματος.

Με το ίδιο προσύμφωνο πώλησης η εργολάβος - πωλήτρια εκχώρησε στην ενάγουσα όλα τα δικαιώματά της που απορρέουν από το εργολαβικό συμβόλαιο έναντι των οικοπεδούχων εναγομένων, σχετικά με τη μεταβίβαση του διαμερίσματος, δικαιούμενης να ασκήσει κατ' αυτών οποιοδήποτε δικαίωμα είχε και η ίδια (όρος 9 του άνω προσυμφώνου), εκχώρηση την οποία ανήγγειλε στους οικοπεδούχους η ενάγουσα με την κοινοποίηση της ένδικης αγωγής.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μολονότι παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ενός μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, η εργολάβος όχι μόνο δεν περάτωσε τους διαιρετούς χώρους των οικοπεδούχων, αλλά ενώ ήταν υπερήμερη, εγκατέλειψε οριστικά την οικοδομή ημιτελή, πριν ολοκληρώσει το στάδιο της τοποθέτησης δαπέδων, γι' αυτό και οι οικοπεδούχοι εργοδότες, μετά την πάροδο χρόνου μεγαλύτερου των είκοσι μηνών από το συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης, κάνοντας χρήση του άνω συμβατικού δικαιώματος τους, με την από 21-10-1996 εξώδικη δήλωσή τους, που της επέδωσαν στις 25-10-1996 (βλ.

προσκομιζόμενη εξώδικη δήλωση και την υπ' αριθ ...... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, .......), κήρυξαν αυτή έκπτωτη από την εργολαβική σύμβαση. Η άσκηση του δικαιώματος της συμβατικής υπαναχώρησης από τους οικοπεδούχους επέφερε κατάργηση της αγωγικής εργολαβικής σύμβασης και αναδρομική απόσβεση, αυτοδικαίως, των δικαιωμάτων της εργολάβου από την εν λόγω σύμβαση, από το χρόνο που αυτή καταρτίσθηκε, με επακόλουθο την οριστική περιέλευση σ' αυτούς των διαιρεμένων χώρων που προορίζονταν για την εργολάβο ως εργολαβική αμοιβή και για τους οποίους δεν καταρτίσθηκαν οριστικές εμπράγματες συμβάσεις μεταβίβασης τους, μεταξύ των οποίων και το επίδικο διαμέρισμα, που διεκδικεί η ενάγουσα.

Με την υπ' αριθμ. κατάθ. 46203/1996 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η εργολάβος εταιρία ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη, ως καταχρηστική, η υπαναχώρηση των οικοπεδούχων από την εργολαβική σύμβαση, όπως το ίδιο ζήτησε και η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. κατάθ. 31609/2000 τριτανακοπή της, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, έως την έκδοση αμετακλήτων αποφάσεων επί των οποίων, είχε αναβληθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η συζήτηση της ένδικης αγωγής, οι οποίες, όμως, απορρίφθηκαν αμετάκλητα (βλ.

την υπ' αριθμ. 629/2000 και 1506/2002 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα υπ' αριθμ. ... και ..... πιστοποιητικά του Γραμματέα του ίδιου Δικαστηρίου, αντίστοιχα). Έτσι οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι δικαιούνται να αρνηθούν να συνάψουν οριστικό συμβόλαιο για το ανωτέρω διαμέρισμα με την ενάγουσα, που υπέδειξε η εργολάβος και συγκεκριμένα δυνάμει του παραπάνω υπ' αριθμ. .......

προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Σταφυλά-Μαυρίδου, με το οποίο και εκχώρησε η εργολάβος στην ενάγουσα τα δικαιώματα της κατά των οικοπεδούχων - εργοδοτών σε σχέση με το εν λόγω διαμέρισμα. Την εγκατάλειψη του έργου από την εργολάβο εταιρία ημιτελούς, καθώς και τη νόμιμη κήρυξη της τελευταίας, έκπτωτης, από τους εναγόμενους οικοπεδούχους, κατ' ενάσκηση συμβατικού τους δικαιώματος, συνομολογεί η ενάγουσα, η οποία ισχυρίζεται, προβάλλοντας νόμιμη αντένσταση επί της προηγηθείσας ένστασης των εναγομένων (οικοπεδούχων), περί απόσβεσης των δικαιωμάτων της εργολάβου από την εργολαβική σύμβαση, πριν την εκχώρηση της απαίτησης στην ίδια (ενάγουσα), λόγω της άνω συμβατικής υπαναχώρησής τους, ότι η εν λόγω ένσταση των εναγομένων -προβάλλεται καταχρηστικά.

Για τη θεμελίωση της αντένστασης της ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι, μετά την άσκηση του προαναφερόμενου δικαιώματος τους, της συμβατικής υπαναχώρησης, δεν απέβαλαν την εργολάβο εταιρία από το εργοτάξιο, αλλά αντιθέτως α) ανέχθηκαν τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών εκ μέρους της, β) επέτρεψαν στην εργολάβο να διαφημίζει το έργο και την πώληση διαμερισμάτων, με την ανάρτηση επιγραφών στο εργοτάξιο και μέσω των εφημερίδων, και γ) ανέχθηκαν την ελεύθερη πρόσβαση των εκπροσώπων της (εργολάβου) στο έργο για την επίδειξη σε υποψήφιους αγοραστές των προς πώληση διαμερισμάτων, δημιουργώντας έτσι σκόπιμα την πεποίθηση σ' αυτήν (ενάγουσα) ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στις συμβατικές σχέσεις τους (οικοπεδούχων-εργολάβου).

Αποτέλεσμα δε ήταν να παραπεισθεί αυτή και να προβεί στην κατάρτιση του ως άνω προσυμφώνου με την εργολάβο, για την αγορά του διαμερίσματος και στην καταβολή του ποσού των 15.700.000 δραχμών έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, πράξεις στις οποίες δεν θα προέβαινε, αν οι εναγόμενοι δεν έδειχναν την πιο πάνω συμπεριφορά.

Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, της ενάγουσας είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην αρχή δεν αποδείχθηκε ότι οι οικοπεδούχοι μετά τη λύση της εργολαβικής σύμβασης με την εργολάβο, επέτρεπαν στην τελευταία τη συνέχιση των εργασιών στην οικοδομή, καθώς και τη διαφήμιση του έργου με την ανάρτηση επιγραφών στο εργοτάξιο και μέσω των εφημερίδων, ούτε ότι ανέχθηκαν την ελεύθερη πρόσβαση των εκπροσώπων της εργολάβου στην οικοδομή, για την επίδειξη σε υποψήφιους αγοραστές των προς πώληση διαμερισμάτων της, προκειμένου να δημιουργήσουν σκοπίμως την πεποίθηση στους τρίτους υποψήφιους αγοραστές, ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μεταξύ τους.

Αντίθετα προέκυψε ότι οι οικοπεδούχοι, μετά τη λύση της εργολαβικής σύμβασης, με τον προαναφερόμενο τρόπο και την άρνηση της εργολάβου να εγκαταλείψει το έργο, προσπάθησαν άμεσα να την απομακρύνουν από το εργοτάξιο, ασκώντας εναντίον της την υπ' αριθμ. .... (ήτοι πριν την κατάρτιση του επίμαχου προσυμφώνου της ενάγουσας) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 283/12-3-1997 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αίτηση.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι οικοπεδούχοι άσκησαν αμέσως έφεση, η οποία έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ. 20792/16-7-1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και εκτελέστηκε άμεσα η απόφαση. Εξάλλου η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι οι εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση των διαπραγματεύσεων της με την εργολάβο για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, ούτε ότι την προέτρεψαν με οποιονδήποτε τρόπο για την αγορά του και την καταβολή του ανωτέρω τιμήματος στην εργολάβο, ή ότι την διαβεβαίωσαν ότι θα συμπράξουν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του διαμερίσματος.

Αντίθετα, όπως η ίδια αναφέρει στο δικόγραφο της παραπάνω τριτανακοπής της κατά της εργολάβου και των οικοπεδούχων εναγομένων, οι τελευταίοι απέπεμπαν τους υποψήφιους αγοραστές διαμερισμάτων, με δηλώσεις τους προς αυτούς, ότι η εργολάβος είναι αφερέγγυος και ότι δεν προτίθενται να μεταβιβάσουν προς αυτήν ούτε χιλιοστό του οικοπέδου (βλ.

σελ. 11 της τριτανακοπής). Η ίδια δε συνάντησε για πρώτη φορά τους οικοπεδούχους, μετά την υπογραφή του προσυμφώνου, κατά τη συζήτηση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. κατάθεση μάρτυρα αδελφού της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σελ. 6 πρακτικών). Έτσι, μόνη η καταβολή απ' αυτήν μέρους του τιμήματος, ποσού 15.500.000 δραχμών, έναντι του συμφωνηθέντος, των 32.700.000 δραχμών, για το οποίο άλλωστε διατηρεί, με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, αξίωση κατά της εργολάβου, δεν αρκεί να καταστήσει την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος των εναγομένων, καταχρηστική, και συνακόλουθα απαγορευμένη, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ που προεκτέθηκε.

Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, το επίδικο διαμέρισμα, πριν την κατάρτιση του προσυμφώνου της ενάγουσας, είχε μεταβιβαστεί κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, δύο φορές, ήτοι, με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαρβάρας-Βασιλίκης Ελαία-Βλαχάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα (στον τόμο ...

με αριθμό ..... του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης), με τη σύμπραξη των οικοπεδούχων, στους Γ1 και Γ2, από τους οποίους ακολούθως μεταβιβάστηκε στον Γ3 με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει επίσης νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο .... με αριθμό ..... του ίδιου παραπάνω Υποθηκοφυλακείου (βλ.

επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες συμβόλαια με αντίστοιχες πράξεις μεταγραφής στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης). Οι ανωτέρω μεταβιβάσεις μπορούσαν εύκολα να διαπιστωθούν από την ενάγουσα, πριν την κατάρτίση του προσυμφώνου της, μετά από έλεγχο στο Υποθηκοφυλακείο. Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, η προβολή από τους εναγόμενους της ανωτέρω ένστασης περί απόσβεσης της υποχρέωσης τους να συμπράξουν στην κατάρτιση οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του προσυμφωνηθέντος να μεταβιβαστεί στην ενάγουσα διαμερίσματος, λόγω της νόμιμης συμβατικής υπαναχώρησης τους από την εργολαβική σύμβαση {ένσταση η οποία νομίμως αντιτάσσεται κατά της εκδοχέως ενάγουσας, εφόσον είναι μη προσωποπαγής και η γέννηση της, ως προς τον γενεσιουργό νομικό της λόγο, εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας της εκχώρησης), δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του ασκούμενου αυτού δικαιώματος, γι' αυτό και η προβαλλόμενη προς απόκρουση του εν λόγου ισχυρισμού σχετική αντένσταση της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Από τις παραδοχές αυτές της αποφάσεως προκύπτει ότι την απορριπτική της κρίση επί της αντενστάσεως της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του συμβατικού δικαιώματος των οικοπεδούχων αναιρεσιβλήτων υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση στήριξε παράλληλα επί της επάλληλης επικουρικής αιτιολογίας ότι πριν από την κήρυξη έκπτωτης της εργολάβου εταιρείας (.....) και την εκχώρηση του δικαιώματος της τελευταίας για μεταβίβαση, ως εργολαβική αμοιβή, του με στοιχ. (1) διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου στην αναιρεσείουσα, με αναγγελία της στους οικοπεδούχους αναιρεσιβλήτους με την επίδοση της ένδικης 22996/23-6-1997 αγωγής, το εν λόγω διαμέρισμα είχε μεταβιβασθεί με τη σύμπραξη των οικοπεδούχων κατά πλήρη κυριότητα διαδοχικά με τις διατυπούμενες στα ....

και ....... συμβόλαια της συμ/φου Θεσ/νίκης Βαρβάρα-Βασιλικής Ελαία-Βλαχάκη στους Γ1 και Γ2 και από εκείνους στον Γ3, με μεταγραφή τους στις 26-3-1996 και 29-3-1996 αντίστοιχα. Η επάλληλη επικουρική αυτή αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, εφόσον η αναιρεσείουσα, ως εκδοχέας ανύπαρκτου δικαιώματος, στερείται του απαιτουμένου εννόμου συμφέροντος προς προβολή της αντενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και, κατ' αποδοχή αυτής, παραδοχής της αγωγής της για μεταβίβαση κατά κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματος.

Η προσβαλλόμενη απόφαση ανεπιτυχώς πλήττεται κατά την επάλληλη αυτή αιτιολογία της με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί μεταβιβάσεως του διαμερίσματος, τον οποίο οι τελευταίοι, ως εκκαλούντες, το πρώτον διατύπωσαν με τις έγγραφες προτάσεις τους.

Πρόκειται για πραγματικά περιστατικά με τα οποία αμφισβητείται κατ' αποτέλεσμα η ύπαρξη στο πρόσωπο της ενάγουσας της διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως έννομου συμφέροντος για την αιτούμενη δι' αυτής παροχή έννομης προστασίας με την μορφή της καταδίκης των εναγομένων σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως προς εκείνη κατά κυριότητα του διαμερίσματος, (ΚΠολΔ 68).

Επομένως δεν αποτελούν ισχυρισμό κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκεινται στην καθιερούμενη με το εν λόγω άρθρο απαγόρευση, κατά το οποίο ως "νέοι ισχυρισμοί" νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ουσιαστικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί θεμελιωτικών ενστάσεων πραγματικών περιστατικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης ως η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, η έλλειψη του οποίου σε κάθε περίπτωση επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, εφόσον τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά (ΚΠολΔ 68, 73, 527 πρ. 3, 269 παρ. 1 εδ. 2) και (β) ότι η παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ως αντιφατικό, τον παράλληλα διατυπωθέντα ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι το εν λόγω διαμέρισμα είχε αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο της διατυπούμενης στο ......

συμβόλαιο προσυμβάσεως πωλήσεως του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερείδεται επί της αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως ότι πρόκειται για αντιφατικό ισχυρισμό. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο δεύτερος του προσθέτου, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την κύρια αιτιολογία της, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.1, 19 και 8 ΚΠολΔ, ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, και παράλληλα ότι παρά το νόμο δε ελήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επί μέρους πραγματικά περιστατικά, θεμελιωτικά της ερειδόμενης στο εν λόγω άρθρο αντενστάσεως της αναιρεσείουσας, αξιολογούνται ως αλυσιτελείς και απαράδεκτοι, εφόσον το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς στην επάλληλη αιτιολογία της, που ανεπιτυχώς πλήττεται.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή του λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος δεν ελήφθηκαν υπόψη ούτε συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με την αντένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δε καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα από ....

και ..... φύλλα της εφημερίδας "........", στην οποία διεφημίζοντο τα προς πώληση διαμερίσματα, και επομένως ο αντίθετος περί τούτου πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 517 εδ. α' ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, αν δε υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Κατά την έννοια τη διατάξεως αυτής η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων εκείνων που διατέλεσαν αντίδικοι του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, όχι δε και κατά των ομοδίκων του, εκτός από την περίπτωση της αναγκαίας ομοδικίας στην δίκη περί διανομής ή εκείνη του ν.1562/1985 αφού η άσκηση εφέσεως από κάποιο ομόδικο επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς διαδίκους, ώστε καθίστανται και αυτοί εκκαλούντες και πρέπει να καλούνται κατά τη συζήτηση της εφέσεως, διαφορετικά η συζήτηση αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΚΠολΔ 76 παρ.1, 3, 4,) Προφανές όμως είναι ότι για να επάγεται αποτελέσματα η έφεση για τους λοιπούς αναγκαίους ομοδίκους, με δικονομική υποχρέωση κλητεύσεως των τελευταίων, πρέπει να ηττήθηκαν κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ώστε να νομιμοποιούνται για την άσκηση του εν λόγου ενδίκου μέσου (ΚΠολΔ 516).

Την έφεση των αναιρεσιβλήτων απέκρουσε η αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, ως απαράδεκτη, με την προβολή του ισχυρισμού ότι δε στρέφεται κατά της αναγκαίας ομοδίκου τους και συνεναγομένης τους εργολάβου εταιρείας, ισχυρισμός που απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι πρόκειται περί απλής ομοδικίας. 'Ηδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση λόγω μη κλητεύσεως της συνεναγόμενης των εκκαλούντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη εργολάβου εταιρείας.

Επομένως πρόκειται για λόγο αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος (ΚΠολΔ 562 παρ.2) σε κάθε δε περίπτωση ελέγχεται ως αβάσιμος, μετά την απόρριψη της αγωγής ως προς τη συνεναγομένη των εκκαλούντων εργολάβο εταιρεία.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, που παρίστανται με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αναστάσιο Δημητρούκα και Βύρωνα Βοσκίδη, αντίστοιχα, και κατέθεσαν ίδιες έκαστος τούτων προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ για τον καθένα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 362/10-10-2006 αίτηση για αναίρεση της 2395/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ για έκαστο τούτων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ