Legislator Case Law & Legislation
284/2007 AI generated

284/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 284/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

284/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 284 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 284/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "OLYMPIC CATERING S.A.", που εδρεύει στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών "ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ" και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ντεντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566, παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το oποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση - που δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου για αναγνώριση της ακυρότητας της τοποθέτησης αυτού αρχικά στην υπηρεσία φορτοεκφόρτωσης αεροσκαφών και στη συνέχεια στα κυλικεία αεροδρομίου Ρόδου και καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης- παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 656 του ΑΚ και 7 του Ν. 2112/20, διότι δέχθηκε το Εφετείο, ότι η τοποθέτηση του αναιρεσίβλητου σε απλή θέση υπαλλήλου και η αφαίρεση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που είχε ως προϊστάμενος του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας, αποτέλεσε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και ότι μείωσε την προσωπικότητά του, παρότι έπρεπε να δεχθεί, ότι από τη συμπεριφορά του κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, και κατέστη αδύνατη η περαιτέρω συνεργασία τους.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ο οποίος πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως αόριστος. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου ασκήθηκε καταχρηστικά, ενόψει των αναφερομένων περιστατικών, που είχε προτείνει νομίμως τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Oπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, πρέπει να απορριφθεί, διότι ο τελευταίος, όχι μόνο δεν συναίνεσε, αλλά αντέδρασε και εγγράφως στη μεταβολή της εργασιακής του σχέσης.

Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό και κατά συνέπεια ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο έκτος, από την παραπάνω διάταξη, λόγος της αναιρέσεως για λήψη υπόψη από το Εφετείο μη προταθέντων νομίμως ουσιωδών πραγμάτων, ήτοι όλων των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου, που περιέχονται στο δικόγραφο των προτάσεων και της προσθήκης των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού αυτές δεν επαναφέρθηκαν νομίμως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, στο Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται οι ισχυρισμοί, τους οποίους έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς νόμιμη επίκληση.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.

Mε τους τρίτο και πέμπτο, από την διάταξη αυτή, λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) τα από 9-5-1994 και 21-12-1998 έγγραφα της αναιρεσείουσας που απευθύνονται προς όλες τις διευθύνσεις και υπηρεσίες της, 2) τις από 7-5-2003,και 16-7-2003, πέντε αναφορές των τότε υπαλλήλων της (αναφέρονται 5 ονόματα) που απευθύνονται προς την ίδια, 3) το από 23-5-2001 έγγραφο του Αστυνομικού Τμήματος αερολιμένα Ρόδου, 4) την υπ' αριθ. 29/2004 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, 5) το υπ' αριθ. 3008/2004 έγγραφο του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου, 6) την από 16-3-2004 έκθεση ένορκης κατάθεσης μάρτυρα ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου, 7) την από 16-3-2004 έκθεση εξέτασης του αναιρεσίβλητου ως κατηγορουμένου ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου, 8) τα υπ' αριθ. 152/2002 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, 9) το από 17-3-2004 φύλλο της τοπικής εφημερίδας Ρόδου "...", 10) το από 20-3-2004 φύλλο της τοπικής εφημερίδας Ρόδου ".... ", και 11) τις υπ' αριθ. 6536, 6537, 6538, 6539/13-10-2003 και 6543/14-10-2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου .... , που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ως δικαστικά τεκμήρια η αναιρεσείουσα στη δευτεροβάθμια δίκη.

Ανεξάρτητα όμως από το ότι ο λόγος αυτός είναι αόριστος αφού δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της αποφάσεως που αναφέρονται στους ισχυρισμούς που προέβαλε η αναιρεσείουσα προς αντίκρουση της αγωγής, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί από το αναιρετήριο, αν το δικαστήριο ανέγνωσε λανθασμένα το έγγραφο και αν στήριξε αποκλειστικά ή προεχόντως σ'αυτό την κρίση του για το αποδεικτέο γεγονός.

Στην κρινόμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με το τέταρτο, από την ως άνω διάταξη, λόγο της αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 7/28-11-2001 πρακτικού και αποφάσεως της Επιτροπής Παραπόνων, σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσίβλητος δέχτηκε, χωρίς επιφύλαξη, την οριστική απαλλαγή του από τα καθήκοντα του προϊσταμένου του υποκαταστήματός της, διότι απέδωσε διαφορετικό νόημα στο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, με αποτέλεσμα να δεχτεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου.

Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναγράφεται το ακριβές περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, ούτε ότι το δικαστήριο στήριξε το πόρισμά του για την έλλειψη συναινέσεως του αναιρεσίβλητου στην αφαίρεση των καθηκόντων του προϊσταμένου του υποκαταστήματος αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερόμενο έγγραφο και συνεπώς ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη για την απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν επικαλέστηκαν παραδεκτά oι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, προς απόδειξη της αγωγής του, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα έγγραφα: 1) Την από 16-8-2001 έγγραφη απολογία του ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου, 2) το από 27-3-2002 έγγραφο του διευθύνοντος συμβούλου ....

προς τον αναιρεσίβλητο, 3) το από 17-5-2002 έγγραφο του αναιρεσίβλητου προς τον .... και 4) τους τίτλους σπουδών του αναιρεσίβλητου. Επομένως, ο έβδομος, από το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς νόμιμη επίκληση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 20/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ