Supreme Court partially allows appeal against lower court decision due to erroneous legal reasoning despite correct ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision of 357/2020. While the lower court correctly dismissed the plaintiff's claim, it erroneously characterized the hospital as a public law organization. The court found that this flawed reasoning created a prejudicial legal precedent for the appellant, who had previously won the case. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision solely regarding its reasoning to prevent this adverse precedent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a decision only regarding its reasoning when erroneous legal grounds create a prejudicial precedent, even if the operative part of the decision is correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 283 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 283/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. Ι. Δ. με την επωνυμία «Γ. Ν. «Π., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Ευφραιμίας Γερασοπούλου, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Τ.-Π. του Σ., 2. Δ. Μ. του Ι., 3. Β. Κ. του Κ., 4. Β. Γ.-Μ. του Κ., 5. ‘Α. Κ. του Π., 6. Μ. Τ. του Κ., 7. Ό. Γ.-Χ. του Α., 8. Κ. Κ. του Χ., 9. Μ. Γ. του Γ., 10. Κ. Α. του Ν., 11. Θ. Μ. του Ε., 12. Ε. Γ. του Α., 13. Α. Γ. του Μ., 14. Δ. Λ. του Ι., 15. Π. Σ. του Β., κατοίκων όλων ως εκ της υπηρεσίας τους στο Γ. Ν. «Π.» που εδρεύει στη ..., εκ των οποίων ο με α/α 11ος δεν παραστάθηκε άπαντες οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Στέλλας Πούλιου-Στύλλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 226/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 357/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος, δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη, όμως, ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Αν, αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου, που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί, παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 αυτού και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20-03-2013) προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς, είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (Oλ.
Α.Π. 14/2015, Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 514/2020, Α.Π. 1036/2020, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 42/2019, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 533/2018). Επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων, η ομοδικία είναι απλή. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 536/2020, Α.Π. 306/2020, Α.Π. 533/2018, Α.Π. 234/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 02-02-2022 κλήση, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από ... και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ... και του παρόντος Δικαστηρίου ... αίτηση αναίρεσης του καλούντος - αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γ.
Ν. Π.", κατά της με αριθμό 357/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου, η συζήτηση της οποίας είχε αρχικά ορισθεί, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για τη δικάσιμο της 11-05-2021, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 01-02-2022 και, ακολούθως, μετά τη ματαίωση αυτής, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (20-09-2022).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα, κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, από τους συνολικά δέκα πέντε (15) καθών η κλήση - αναιρεσίβλητους, δεν εμφανίστηκε, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο ενδέκατος αυτών Θ.
Μ. του Ε. ενώ οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Στέλλα Πούλιου - Στύλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης, που συνέταξαν οι δικαστικοί επιμελητές της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Σερρών, Δ.
Λ. και Β. Τ., αντίστοιχα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση καλούν - αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης και της, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής, ως άνω κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Δικηγόρο Σερρών Γεώργιο Δ.
Στύλλα, ο οποίος έχει υπογράψει την ένδικη από 27-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αγωγή των δέκα πέντε (15) εναγόντων - αναιρεσιβλήτων συνολικά, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο απών αναιρεσίβλητος, που αυτός εκπροσώπησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος, στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, καθώς και, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών, για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης.
Επομένως, εφόσον ο ως άνω καθού η κλήση - αναιρεσίβλητος, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς, έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το καλούν - αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία αυτού.
Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 357/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρο 614 αρ. 3 ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδίκασε την από 26-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...
έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γ. Ν. Π." και τον από 14-10-2019 και με αριθμό κατάθεσης ... πρόσθετο λόγο αυτής, κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 226/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε δεχθεί, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 27-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...
αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο την επιδίκαση υπέρ αυτών μισθολογικών αξιώσεων και συγκεκριμένα την καταβολή των διαφορών, μεταξύ των λαμβανομένων αποδοχών τους, πριν τις περικοπές, που επιβλήθηκαν με την διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1, αριθμ. 27 του Ν. 4093/2012 και των καταβαλλομένων σε αυτούς, από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, αποδοχών, μετά τις πιο πάνω περικοπές.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση και τυπικά και κατ' ουσίαν τον πρόσθετο λόγο αυτής, στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης εξόφλησης των επιδίκων αξιώσεων, που αφορούσε το από 13.11.2014 έως 31.08.2016 χρονικό διάστημα και την οποία πρότεινε το εκκαλούν νομικό πρόσωπο με τον πρόσθετο λόγο έφεσης, εξαφάνισε στο σύνολό της την ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 03-06-2020 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 13-01-2020, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 - άρθρο 1, άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Mε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, που ορίζει ότι: "Το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών", ιδρύεται ευθεία εκ του Συντάγματος υποχρέωση του κράτους, για τη λήψη θετικών μέτρων, προς προστασία της υγείας των πολιτών (Ολ. ΣτΕ 400/1986), η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και έκφραση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου.
Ενόψει των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 21 παρ. 3 και 25 παρ. 1, ψηφίστηκε ο νόμος 1397/1983 (ΦΕΚ Α'143/7.10.1983), με τον οποίο ιδρύθηκε το Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 6 παρ. 1-4, 7 παρ. 1, 24 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1 και 30 παρ. 1 του άνω νόμου προκύπτει ότι ο νομοθέτης ανήγαγε με αυτές, σε αντικείμενο ευθύνης της πολιτείας, την εξασφάλιση υπηρεσιών υγείας στο σύνολο των πολιτών, με την οργάνωση ενός αποκεντρωμένου εθνικού συστήματος υγείας, προέβλεψε δε ότι, στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, η παροχή νοσοκομειακής περίθαλψης με δαπάνες του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, ενεργείται από νοσοκομεία, ιδρυόμενα ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Στόχος του νόμου ήταν η ανάπτυξη του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας και έτσι διαχώρισε πλήρως τον δημόσιο από τον ιδιωτικό τομέα της υγείας, διευρύνοντας τον πρώτο, σε βάρος του δεύτερου, καθώς στο άρθρο 6 παρ. 1 προβλεπόταν ότι τα νοσοκομεία ιδρύονται μόνον ως ν.π.δ.δ., ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι, νοσοκομειακές μονάδες, που λειτουργούν ως υπηρεσίες ν.π.ι.δ.
εφόσον επιχορηγούνται, με οποιονδήποτε τρόπο, από το δημόσιο, μετατρέπονται σε ν.π.δ.δ. Ωστόσο, αργότερα, με το άρθρο 48 του ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α'123/15.07.1992) ορίστηκε ότι: "εφεξής τα ιδρυόμενα από το κράτος νοσηλευτικά ιδρύματα μπορεί να έχουν οποιαδήποτε νομική μορφή...". Η ένταξη των νοσοκομείων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, έχει ως βασικές συνέπειες την επιχορήγησή τους από το κράτος, σύμφωνα με το άρθρο 2592/1953, καθώς και τη στελέχωσή τους με ιατρικό προσωπικό, βάσει των διατάξεων του ν. 1397/1983.
Εξάλλου, με το ν. 2889/2001 (ΦΕΚ Α' 37/02-03-2001) ιδρύθηκαν τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (Πε.Σ.Υ.), που μετονομάσθηκαν σε Περιφερειακά Συστήματα Υγείας και Πρόνοιας (Πε.Σ.Υ.Π. με το ν. 3106/2003), με σκοπό τη δημιουργία ολοκληρωμένων συστημάτων παροχής υπηρεσιών υγείας, σε επίπεδο Περιφέρειας. Με το άρθρο 1 παρ. 4 του άνω ν. 2889/2001 ορίσθηκε ότι όλες οι Νοσοκομειακές μονάδες, καθώς και τα Κέντρα Υγείας και τα Περιφερειακά ιατρεία, που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ., τα οποία βρίσκονται και λειτουργούν στη χωρική αρμοδιότητα κάθε ιδρυόμενου Περιφερειακού Συστήματος Υγείας, μετατρέπονται αυτοδικαίως, σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντίστοιχου Πε.Σ.Υ.Π, με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.
Για τα Νοσοκομεία, όμως, που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 109 του Συντάγματος, ορίσθηκε με το άρθρο 13 παρ. 10 του ίδιου ως άνω ν. 2889/2001, μεταξύ άλλων, ότι διατηρούν το υφιστάμενο νομικό τους καθεστώς και δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 του νόμου αυτού. Επακολούθησε ο ν. 3329/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 81/04-04-2005), με τον οποίο καταργήθηκαν τα Πε.Σ.Υ., που είχαν συσταθεί με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2889/2001 (άρθρο 42) και διαιρέθηκε η επικράτεια σε Υγειονομικές Περιφέρειες, αντίστοιχες προς τις Διοικητικές, στις έδρες των οποίων συστάθηκαν Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Δ.Υ.ΠΕ" (άρθρο 1), ενώ τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., που αρχικώς αποτελούσαν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν. 1397/1983) και, στη συνέχεια, είχαν μετατραπεί (ν. 2889/2001) σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του οικείου Περιφερειακού Συστήματος Υγείας, χωρίς νομική προσωπικότητα, αλλά με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διατηρώντας τη διαχείριση της περιουσίας τους, η οποία περιερχόταν, κατά πλήρη κυριότητα, στο οικείο Πε.Σ.Υ. (που αποτελούσε ν.π.δ.δ.) μετετράπησαν, εκ νέου, με το άρθρο 7 του ν. 3329/2005, σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υποκείμενα στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της αντίστοιχης Υγειονομικής Περιφέρειας.
Σχετικά με τα νοσοκομεία ιδρυματικού χαρακτήρα, ο ανωτέρω νόμος προβλέπει τα εξής, στις ειδικές διατάξεις του άρθρου 12: "Τα νοσοκομεία της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 (ΦΕΚ 37 Α') διατηρούν το υφιστάμενο καθεστώς τους. Επ' αυτών, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10 και 11 του νόμου αυτού και οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 8 της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001.
Εξαιρείται το γενικό Ν. «Π.» και το Ψ. Ν. Α. «Δ.», στα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10 και 11 του νόμου αυτού και οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 8 του ν. 2889/2001". Σημειωτέον ότι τα άρθρα 6, 7 και 8 του ν. 2889/2001, τα οποία ισχύουν για όλα τα νοσοκομεία και αφορούν στην οργάνωσή τους και στη διάρθρωση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, δεν καταργήθηκαν με το ν. 3329/2005 (άρθρο 42 παρ. 1).
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, το ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων θεωρείται, όσον αφορά την υπηρεσία του στο νοσοκομείο, όργανο αυτού, κατά την έννοια των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ.
Συνεπώς, από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις ή υλικές ενέργειες ή παραλείψεις υλικών ενεργειών του προσωπικού αυτού, κατά την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη προς αποζημίωση του νοσοκομείου, όπου λειτουργούν, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, που τάσσουν οι διατάξεις αυτές (ΣτΕ 2816/2015).
Kατά συνέπεια η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του ν. 2683/1999 έχει εφαρμογή (και ήδη ν. 3528/2007), σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του ν. 1397/1983 και στο ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων οποιασδήποτε μορφής (Α.Π. 294/2008). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 1964/1991 "Κύρωση σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιδρύματος Ί.
Π." (ΦΕΚ Α' 146/26.09.1991), όπως τούτο (στο σύνολό του) αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (ΦΕΚ Α' 128/16.06.1998) και, στη συνέχεια, η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 "Κύρωση τροποποιητικής σύμβασης του Ελληνικού Δημοσίου με το Ί. Π." του ν. 3204/2003 (ΦΕΚ Α' 296/23.12.2003), κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου, η σύμβαση που υπεγράφη στις 24-05-1991, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Ί.
Π.", με την οποία ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γ. Ν. Π.", το οποίο άρχισε να λειτουργεί το έτος 1999. Το νοσοκομείο ανηγέρθη επί ακινήτου, η χρήση του οποίου παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς αντιπαροχή ή άλλης μορφής αντάλλαγμα, με δαπάνες του άνω ιδρύματος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου.
Το τελευταίο, ενέκρινε τις μελέτες κατασκευής του, παρακολουθούσε, επέβλεπε την εφαρμογή τους, ήλεγχε τη διαχείριση του Ιδρύματος και παρείχε κάθε συνδρομή στο έργο του (άρθρα 2, 3 παρ. 2 και 3, 6 παρ. 2 και 5, 7 και 9 του ν. 1964/1991). Ειδικότερα, στην κυρωθείσα με τους ως άνω νόμους σύμβαση, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις της, με τις από 03.11.1997, 08.07.1999 και 12.09.2003 νεώτερες, όμοιες συμβάσεις, οι οποίες κυρώθηκαν με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (ΦΕΚ Α' 128), το άρθρο 27 του ν. 2737/1999 (ΦΕΚ Α' 174) και το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 (ΦΕΚ Α' 296) αντίστοιχα, ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 1 [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με τον ν. 2618/1998, ακολούθως, δε, οι παράγραφοι 1, 3 και 4 αντικαταστάθηκαν με τον ν. 3204/2003]: "1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γ. Π. Ν. Π." και με έδρα τη …, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις, που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης. 2.
Το Γ. Π. Ν. Π. είναι κοινωφελές και δεν μπορεί να μετατραπεί σε κερδοσκοπική επιχείρηση, που έχει σκοπό το κέρδος. Τα πάσης φύσεως έσοδά του, θα διατίθενται για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του. Τυχόν πλεόνασμα θα διατίθεται στο Ελληνικό Δημόσιο.
Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος ασκεί και τις αρμοδιότητες του Α.Ν. 2039/1939. 3. Το Νοσοκομείο διασυνδέεται λειτουργικά με το Β' Πε.Σ.Υ.Π … [Περιφερειακό Σύστημα Υγείας]... εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 2889/2001 (Α' 37) και εφημερεύει στα πλαίσια του προγράμματος εφημεριών των Νοσοκομείων του Νομού …".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του άνω νόμου, σκοπός του ιδρυομένου νοσοκομείου είναι, μεταξύ άλλων, η παροχή ιατρικών εν γένει υπηρεσιών και νοσηλείας, η εφαρμογή νέων μεθόδων και μορφών νοσηλείας και ιατρικής, εν γένει, περίθαλψης, η έρευνα επί ιατρικών και γενικά επιστημονικών θεμάτων, που άπτονται της παροχής ιατρικών και νοσηλευτικών υπηρεσιών, καθώς και κάθε άλλη εργασία, που είναι συναφής με τους στόχους μιας σύγχρονης και πλήρως οργανωμένης νοσηλευτικής μονάδας.
Επίσης, κατά το άρθρο 5 του ν. 1964/1991, πόροι του συνιστώμενου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ν. Π.», θα αποτελούν: (α) Τα ημερήσια νοσήλια και οι εισπράξεις από τις πάσης φύσεως λοιπές ιατρικές πράξεις, όπως προβλέπονται εκάστοτε από τις ισχύουσες διατάξεις. (β) Τα πάσης φύσεως έσοδα εκ των εξωτερικών ιατρείων, καθώς και τα εκ του τμήματος ημερήσιας - βραχείας νοσηλείας προερχόμενα. (γ) Τα προερχόμενα εκ δραστηριοτήτων, προς εξυπηρέτηση του προσωπικού και των νοσηλευμένων, επισκεπτών, κ.λ.π. (εκμετάλλευση ή ενοίκια εκ κυλικείων, εστιατορίου, ανθοπωλείων, είδη δώρων, κ.λ.π., καθώς και του τυχόν παρεκκλησίου). (δ) Τα εκ της εκποιήσεως παλαιών μηχανημάτων, επίπλων σκευών και κάθε είδους αχρήστου υλικού. (ε) Τυχόν κληρονομίες κληροδοσίες και δωρεές και εν γένει έσοδα προερχόμενα εκ κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών και (στ) Ετήσια επιχορήγηση του Δημοσίου, που θα καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατά την ελεύθερη κρίση τους Σύμφωνα δε με την παράγραφο 15 του άρθρου 3 του Εσωτερικού Κανονισμού του Νοσοκομείου το ύψος της ετήσιας επιχορήγησης του Δημοσίου στο Νοσοκομείο, που καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν μπορεί να υπολείπεται της δαπάνης μισθοδοσίας του προσωπικού, που υπηρετεί στο Νοσοκομείο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 [όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 2618/1998]: "1. Το Δημόσιο δικαιούται να ελέγχει τη διαχείριση του Ιδρύματος... Τα μέλη της διοικήσεως του Ι. Π., υπέχουν τις ευθύνες των δημοσίων υπολόγων. 2...." και, κατά το άρθρο 12 του ως άνω νόμου, απολαμβάνει ειδικών φορολογικών και άλλων απαλλαγών. Εξάλλου στο άρθρο 14 της αρχικής σύμβασης [όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αντικαταστάθηκαν με τον ν. 2618/1998, η δε παράγραφος 5 προστέθηκε με τον ν. 2737/1999 και τροποποιήθηκε με τον ν. 3204/2003] ορίζεται ότι: "Στο Νοσοκομείο μπορούν να εγκαθίστανται Πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και μονάδες, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα Νοσοκομεία διατάξεις ύστερα και από γνώμη του Δ.Σ.
του Νοσοκομείου" (παρ. 3), είναι δε, επίσης, δυνατόν "... να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., που στελεχώνονται με ιατρικό και λοιπό προσωπικό, που υπηρετεί σε αυτά ή με προσωπικό άλλων νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ...." (παρ. 5). Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 παρ. 6 του ν. 1964/1991, οι προμήθειες, εκποιήσεις, αγορές, καθώς και η εκτέλεση έργων του νοσοκομείου, διενεργούνται κατ' εφαρμογή των διατάξεων, που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Με το άρθρο 27 του Ν. 2737/1999, προστέθηκε στο άρθρο 14 του Ν. 1964/1991 παράγραφος 5, με τα εδάφια α' έως ζ', με την οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι, όσον αφορά το ιατρικό προσωπικό, που στελεχώνει τμήματα και μονάδες νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., που εγκαθίστανται στο συγκεκριμένο νοσοκομείο, υπό τις προβλεπόμενες στην άνω διάταξη προϋποθέσεις, θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική θέση με το Γ.Π.Ν. "Π." και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του, μπορεί μετά πάροδο πενταετίας από την απόφαση της εγκατάστασης να επιστρέψει στο Νοσοκομείο όπου υπάρχει η οργανική του θέση, μετά από αίτηση του, οι τακτικές αποδοχές μισθοδοσίας του ανωτέρω προσωπικού εξακολουθούν να καταβάλλονται από το νοσοκομείο που προέρχεται, η δε αποζημίωση για πρόσθετες αμοιβές του παραπάνω προσωπικού, για εφημερίες εργασία εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινών ωρών, υπηρεσιακή απασχόληση προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή απασχόληση, προς κάλυψη έκτακτων ή εποχιακών υπηρεσιακών αναγκών, καθορίζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ.
και καταβάλλεται από το Γ.Π.Ν. "Π.". Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 [όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 2618/1998 και 3204/2003]: "Το Διοικητικό Συμβούλιο που θα έχει τη διοίκηση και διαχείριση του Γ. Ν. Π. είναι επταμελές... διορίζεται δε με απόφαση του Υπουργού Υγείας... με τριετή θητεία... Από τα επτά μέλη του Δ.Σ.
του Νοσοκομείου, τρία υποδεικνύονται από το Ί. Π., ένα υποδεικνύεται από τη Σύγκλητο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τρία επιλέγονται από τον Υπουργό Υγείας... Τα υποδεικνυόμενα από το Ί. Π. και τη Σύγκλητο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, διορίζονται υποχρεωτικά από τον αρμόδιο Υπουργό" (παρ. 2).
Κατά δε το άρθρο 16 παρ. 1 της Σύμβασης, που ρυθμίζει τη "Δικαιοδοσία του Διοικητικού Συμβουλίου" του Νοσοκομείου [όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 2618/1998, 2737/1999 και 3204/2003]: "Το Διοικητικό Συμβούλιο του συνιστωμένου με την παρούσα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, έχει τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του Νοσοκομείου και της εν γένει περιουσίας του.
Το Διοικητικό Συμβούλιο, κατά την άσκηση της διοίκησης του νομικού προσώπου και την εν γένει διαχείριση των υποθέσεων αυτού και της περιουσίας του, έχει τα πλέον εκτεταμένα δικαιώματα και την ευρύτατη και απεριόριστη εξουσία να ενεργεί όλες τις πράξεις του νομικού προσώπου, ενεργεί, δε, κατά πάσα περίπτωση, συλλογικώς και υπέχει τις ευθύνες του δημοσίου υπολόγου".
Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 3 της κυρωθείσας με τους προαναφερθέντες νόμους σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου και του Ι. Π., καταρτίσθηκε ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του Νοσοκομείου, ο οποίος εγκρίθηκε με την Α1α/8342/1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας (Β' 711/14-07-1998), τροποποιήθηκε δε και συμπληρώθηκε, στη συνέχεια, με τις Κ.Υ.Α.
Α1α/οικ. 9793/1998 (Β' 824), Υ.Α. 4α/5063/2001 (Β' 1180), Υ.Α. 4α/10760/2001 (Β' 1297), Υ.Α. 4α/18357/2003 (Β' 439), Υ.Α. 4α/114687/06/2007 (Β' 1193), Υ.Α. 4α/86735/2010 (Β'1869) και την Υ.Α. 4α/οικ.15730/2013 (Β' 417). Επισημαίνεται ότι, με την παρ. 11 του προμνημονευόμενου άρθρου 13 του ν. 2889/2001 ορίστηκε ότι εξαιρούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Π." και το "Ω.
Κ. Κ.", η οργάνωση και η διοίκηση των οποίων διέπεται από τις ισχύουσες γι' αυτά διατάξεις, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τους όρους απασχόλησης των απασχολούμενων ιατρών του Ε.Σ.Υ. και των πανεπιστημιακών ιατρών, για τους οποίους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3 και 4 του άνω άρθρου (11 ν. 2889/2001).
Προκύπτει, επομένως, ότι από την έναρξη της λειτουργίας του, το έτος 1999 το παραπάνω Νοσοκομείο λειτούργησε με τρείς κατηγορίες ιατρών, τους νεοπροσληφθέντες ιδιωτικού δικαίου, τους πανεπιστημιακούς, που ασκούσαν σε αυτό το κλινικό τους έργο και τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., που μετακινήθηκαν στο νοσοκομείο, μαζί με τις κλινικές τους, από άλλα δημόσια νοσοκομεία.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Π." αποτελεί, κατά τον συστατικό του νόμο αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, πλην των προβλεπομένων στον ίδιο ως άνω νόμο εξαιρέσεων (Α.Π. 1988/2013 Α.Π. 1429/2012 ΣτΕ 3019/2008), στο απασχολούμενο δε από αυτό ιατρικό προσωπικό μπορεί να ενταχθούν με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ιατροί του Ε.Σ.Υ., (αλλά και Πανεπιστημιακοί ιατροί, αφού για τους τελευταίους εφαρμόζονται, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 1964/1991, οι ισχύουσες για τα νοσοκομεία διατάξεις), οι οποίοι από την ένταξή τους στο ιατρικό προσωπικό του Γ.Π.Ν. "Π." τελούν πλέον σε οργανική σχέση με αυτό, υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία και στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του.
Εξάλλου, η προαναφερόμενη στο άρθρο 13 παρ. 11 του ν. 2889/2001 εξαίρεση του αναιρεσείοντος νοσοκομείου από τις διατάξεις του νόμου αυτού, ξεχωριστά από τα αναφερόμενα στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου νοσοκομεία, που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ., έγινε διότι, λόγω του προαναφερόμενου ειδικού καθεστώτος αυτού, ούτε υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου, με την οποία, όπως αναφέρθηκε, όλες οι νοσοκομειακές μονάδες, που ανήκουν στο Ε.Σ.Υ.
μετατράπηκαν αυτοδικαίως σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντιστοίχου Πε.Σ.Υ., όπως άλλωστε συνέβη και με τα αναφερόμενα στο άρθρο 13 παρ. 10 νοσοκομεία, τα οποία και αυτά διατήρησαν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς τους, ούτε και διεπόταν η οργάνωση και η διοίκηση αυτού από τις διατάξεις των άρθρων 5, 6,7 και 8 του ανωτέρω νόμου (2889/2001), αφού ρητά ορίστηκε ότι αυτή διέπεται από τις ισχύουσες για το αναιρεσείον (όπως και για το "Ω.") ειδικές διατάξεις, σε αντίθεση ως προς τη ρύθμιση αυτή με τα νοσοκομεία της παρ. 10, για τα οποία ορίστηκε ότι: "η οργάνωση και διοίκηση των ανωτέρω νοσοκομείων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 και 8 αυτού του νόμου", η οποία ρύθμιση διατηρήθηκε, ως προς τα νοσοκομεία αυτά, με δυο εξαιρέσεις και με το άρθρο 12 του μεταγενέστερου ν. 3329/2005 (ο οποίος, σημειωτέον, για το ένα από τα εξαιρεθέντα νοσοκομεία, ήτοι το Νοσοκομείο "Η.
Π." κρίθηκε αντισυνταγματικός, με τις αποφάσεις Ολ. ΣτΕ 1191/2009 και 1192/2009). Επισημαίνεται, τέλος, ότι παρά το γεγονός ότι το αναιρεσείον, κατά την παροχή των υπηρεσιών του ταυτίζεται (λειτουργικά), ως εκ του κοινωφελούς σκοπού του, με τις προσφερόμενες από τα δημόσια νοσοκομεία υπηρεσίες, δεν δύνανται να εφαρμοστούν, οι διατάξεις των άρθρων 105, 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., ενόψει της νομικής μορφής, υπό την οποία συστάθηκε και λειτουργεί, δηλαδή εκείνης του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (Α.Π. 1194/2021, Α.Π. 1988/2013, Α.Π. 1429/2012).
Εξάλλου, με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α' 141) προστέθηκε άρθρο 1Β στο ν. 2362/1995 (ΦΕΚ Α' 247) περί Δημοσίου Λογιστικού, με το οποίο ορίσθηκαν τα εξής: "1. Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς, κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α' 314). 2.
Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (Ο.Τ.Α.) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (Ε.Σ.Λ). 3. Κεντρική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Κεντρική Διοίκηση, εκτός Ο.Τ.Α.
και Ο.Κ.Α. 4. Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις καθώς και τις Ανεξάρτητες Αρχές...". Εξάλλου, με το άρθρο 50 παρ. 1εδ. α' του ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α' 66) προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 1Β του άνω νόμου 2362/1995 τελευταίο εδάφιο σύμφωνα με το οποίο: "Αναλυτικά τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, τους Ο.Τ.Α.
και τους Ο.Κ.Α., προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι φορείς που περιλαμβάνονται στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, καθορίζονται, κατ' αρχήν, από το νόμο. Για την κατάταξη, όμως, ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, απαιτείται προηγούμενη κρίση, σχετικά με τη συνδρομή των τασσόμενων στις οικείες διατάξεις κριτηρίων.
Δηλαδή, προκειμένου να υπαχθεί ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, εξετάζεται αν το εν λόγω πρόσωπο ελέγχεται και χρηματοδοτείται, κατά κύριο λόγο, από την Κεντρική Διοίκηση (Ολ. ΣΤΕ 3404/2014, Α.Π. 113/2017, ΣΤΕ 2497/2013).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, στη διαχείριση αυτής της σχέσης. Ειδικότερα, η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης, για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, απορρέει, κατά κανόνα, αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 73 του ΚΠολΔ).
Εκείνος που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος, νομιμοποιείται, κατ' αρχήν, ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα (Α.Π. 224/2021, Α.Π. 510/2021, Α.Π. 112/2008). Για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου, αρκεί, κατ' αρχήν, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος, είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης, συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως νομικά μεν, αβάσιμης, κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής ως ουσιαστικά, δε, αβάσιμης, στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της πραγματικών περιστατικών (Ολ.
Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1157/2017, Α.Π. 628/2010, Α.Π. 2402/2007, Α.Π. 1928/2008). Η, από το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, ελέγχεται από τον, με αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και του άρθρου 560 του ΚΠολΔ), προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 18/2005, Α.Π. 2108/2022, Α.Π. 1072/2020, Α.Π. 465/2019, Α.Π. 1243/2019 Α.Π. 269/2019, Α.Π. 3/2018 Α.Π. 1006/2017). Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης, σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή είναι απαράδεκτη και ο λόγος αναίρεσης, από την έλλειψη αυτή, στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ (Α.Π. 746/2018, Α.Π. 1595/2014 Α.Π. 1130/2013, Α.Π. 71/2013, Α.Π. 1582/2008).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1, εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που ισχύει από 01.01.2016) και εφαρμόζεται, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (03-06-2020) ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δηλαδή, κατά τα παραπάνω, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο νόμος απαιτεί, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο και καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1389/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία, δε, περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα, δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 9/2016, Α.Π. 401/2019, Α.Π. 95/2019 Α.Π. 293/2018). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 27-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γ.
Ν. Π.", ως ιατροί του Ε.Σ.Υ,, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τους χρόνους και με τις μηνιαίες αποδοχές, που αναφέρονται λεπτομερώς για τον καθένα. Ότι με τους νόμους 3986/2011, 4046/2012 και 4093/2012, υπέστησαν τις αναφερόμενες μειώσεις στις αποδοχές τους, κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5, 17 παρ. 1, 21, 22, 23 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 4, 28 παρ. 1 εδ.
α', 74, 79 παρ. 1, 80 παρ. 1, 103 παρ. 7 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος του άρθρου 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., του άρθρου 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας (151/1978), του άρθρου 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας (154/1981), των άρθρων 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης και του άρθρου 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα.
Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., τις περί αδικοπραξίας διατάξεις του Α.Κ. και τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στις διαφορές, μεταξύ των λαμβανομένων αποδοχών τους πριν τις περικοπές, που επιβλήθηκαν με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1, αριθμ. 27 του Ν. 4093/2012 και των καταβαλλομένων σε αυτούς από το εναγόμενο αποδοχών, μετά τις πιο πάνω περικοπές, με τον νόμιμο τόκο από την κατάθεση, άλλως από την επίδοση της αγωγής και, περαιτέρω, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την περικοπή των αποδοχών τους, χρηματική ικανοποίηση, ύψους χιλίων (1.000,00) ευρώ.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν λοιπών διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρο 614 αρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/ 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε τη με αριθμό 226/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, δέχθηκε την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 26-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γ. Ν. Π." και του από 14-10-2019 και με αριθμό κατάθεσης ... πρόσθετου λόγου αυτής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 357/2020 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, συνεκδικάζοντας την έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία δέχθηκε τυπικά την έφεση και τυπικά και κατ' ουσίαν τον πρόσθετο λόγο αυτής.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά λέξη, τα εξής: "... οι κρίσιμες διατάξεις της περιπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και οι διατάξεις της απόφασης οικ. 2/83408/022/14.11.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 01.08.2012, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τους πρώτο δεύτερο και τρίτο λόγους της ένδικης έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας, ως προς το ζήτημα αυτό, την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, αν και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, που διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) είχε δεχθεί την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης εξόφλησης των επιδίκων αξιώσεων, την οποία πρότεινε το εκκαλούν νομικό πρόσωπο με τον πρόσθετο λόγο έφεσης, εξαφάνισε στο σύνολό της, την ως άνω εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή. Επισημαίνεται ότι, με το άρθρο παρ. 1 II του ν. 4575/2018, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ. 1 του ν. 4589/2019: "Στους Ιατρούς του Ε.Σ.Υ.
Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., Επικουρικούς Ιατρούς και Ειδικευόμενους Ιατρούς και στο σύνολο των Ιατρών του Γ. Ν. Π. και για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία, κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016, καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών, που θα δικαιούνταν να λάβουν, με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.07.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών, που πράγματι τους κατεβλήθησαν, με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α' 222).
Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016". Με το παραπάνω άρθρο II του ν. 4575/2018, δηλαδή οι μηνιαίες αποδοχές των Ιατρών του Γ. Ν. Π. αποκαταστάθηκαν, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με το ν. 4093/2012 (πρβλ.
Ολ. Α.Π. 3/2022). Σχετικά, δε, με την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων της περιπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η ως άνω κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν προσβάλλεται με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον ένδικο αναιρετικό έλεγχο, μέρος, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού επικαλέστηκε τις ως άνω αναφερόμενες στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης διατάξεις, απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος νομικού προσώπου, περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, με την αιτιολογία ότι το εν λόγω Νοσοκομείο είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου εξομοιούμενο, ως προς όλες τις λειτουργίες του, με τα υπόλοιπα νοσοκομεία της χώρας, που είναι Ν.Π.Δ.Δ., ευθυνόμενο με τις διατάξεις των άρθρων 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών.
Ακολούθως, δε, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησης των επιδίκων αξιώσεων, που πρότεινε το εκκαλούν νομικό πρόσωπο, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνιστάμενη στο ότι, αν και δέχθηκε, όπως από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εκκαλούν Νοσοκομείο λειτουργεί με τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω Νοσοκομείο "...είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου [...] εξομοιούμενο, ως προς όλες τις λειτουργίες του με τα υπόλοιπα νοσοκομεία της χώρας, που είναι Ν.Π.Δ.Δ. [...]".
Την κρίση του δε αυτή αιτιολόγησε ως εξής: "[...] ασκεί δραστηριότητα, που καλύπτει ανάγκες γενικού συμφέροντος, που δεν εμπίπτουν στον εμπορικό τομέα, εφόσον επιτελεί καθαρά κοινωφελή ρόλο ήτοι την παροχή υπηρεσιών υγείας στο ευρύτερο σύνολο των πολιτών, ενταγμένο στο γενικότερο πλέγμα μέτρων και δράσεων, που έχει αναλάβει το κράτος, για την προστασία της υγείας, κατά το άρθρο 5 του Συντάγματος, ενώ, τέλος, το ήμισυ και πλέον των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του επιλέγονται από το κράτος και από έναν οργανισμό δημοσίου δικαίου, ήτοι τρία (3) μέλη επιλέγονται από τον ανωτέρω Υπουργό και ένα (1) από τη Σύγκλητο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ν.π.δ.δ.).
Επιπροσθέτως, το εναγόμενο Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του ίδιου Υπουργού, ο οποίος ασκεί τακτικό έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης, ορίζοντας δύο ορκωτούς λογιστές ενώ μπορεί οποτεδήποτε να διατάξει και έκτακτο έλεγχο [...]". Σύμφωνα, όμως, με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε το αναιρεσείον αποτελεί, κατά το συστατικό του νόμο, αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο έχει εξαιρεθεί ρητά, με το άρθρο 13 παρ. 11 του ν. 2889/2001, από τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., έχει αυτοτελή νομική υπόσταση, απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας πλην των, περιοριστικά προβλεπομένων, στον ίδιο ως άνω νόμο, περιπτώσεων και έχει δικούς του πόρους.
Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα ιδρυτική του Γ. Ν. Π. σύμβαση, που κυρώθηκε με τον ν. 1964/1991 και τις επακολουθήσασες τροποποιητικές αυτής συμβάσεις, επίσης κυρωθείσες με νόμο, εκδηλώθηκε η σύμπτωση τόσο της κρατικής βούλησης, όσο και αυτής του Ι. Π., για τη σύστασή του και ρητά εκφράστηκε η βούληση του Ιδρύματος περί της φύσης, της αποστολής και της διοικητικής αυτοτέλειας του εν λόγω Νοσοκομείου.
Έτσι, με τις συμβάσεις αυτές, με τις οποίες αποτυπώνεται η βούληση των συμβαλλομένων μερών (Ί. Π. αφενός και αφετέρου Ελληνικό Δημόσιο), η διοίκηση και διαχείριση του Νοσοκομείου ανατίθεται στο Διοικητικό του Συμβούλιο, η πλειοψηφία των μελών του οποίου (4 από τα 7 συνολικώς μέλη) δεν επιλέγεται από το Δημόσιο, αλλά υποδεικνύεται από το ίδιο το Ί.
Π. (3 μέλη) και τη Σύγκλητο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, προφανώς διότι στο Νοσοκομείο λειτουργούν πανεπιστημιακές κλινικές (1 μέλος). Εξάλλου, από τις διατάξεις της σύμβασης, όπως τροποποιηθείσα και κυρωθείσα ισχύει και του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του Νοσοκομείου προκύπτει ότι το Νοσοκομείο, ως αυτοτελές - εν σχέσει με το Ί.
Π. - νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έχει αυτονομία σε θέματα λήψης αποφάσεων, σε σχέση με την κύρια λειτουργία του. Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στη διασφάλιση της πιστής και επακριβούς εκτέλεσης της βούλησης των συμβαλλομένων μερών (πρβλ. ΣτΕ 2308/2020, ΣτΕ 1500/2019), προς τον σκοπό δε αυτό τάσσουν το πλαίσιο εντός του οποίου ασκείται η εξουσία λήψης οικονομικών αποφάσεων και ανάληψης οικονομικών ή άλλων υποχρεώσεων και περαιτέρω δεσμεύσεων από το Διοικητικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου και, πάντως, δεν περιορίζουν ουσιωδώς, ούτε, κατά μείζονα λόγο, αναιρούν την αυτονομία του ως άνω Νοσοκομείου, σε θέματα λήψης αποφάσεων, κατά την άσκηση της κύριας λειτουργίας του.
Επιπλέον, η κρατική επιχορήγηση προς το Νοσοκομείο, η οποία δεν υπερβαίνει το 50% του ετήσιου προϋπολογισμού του, η λειτουργική διασύνδεσή του με το σύστημα υγείας και η εγκατάσταση σε αυτό πανεπιστημιακών κλινικών, καθώς και μονάδων των νοσοκομείων του ΕΣΥ, εκτιμήθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης και των τροποποιήσεών της και διαμορφώθηκε αναλόγως το ειδικό καθεστώς που διέπει το Νοσοκομείο.
Επομένως, από τη συνεκτίμηση των ως άνω στοιχείων και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των σχετικών νομικών και πραγματικών δεδομένων, όπως οι περιστάσεις υπό τις οποίες συστάθηκε το εν λόγω Νοσοκομείο και οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκεί τη δραστηριότητά του, προκύπτει ότι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί οργανισμός δημοσίου δικαίου, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή, δεν περιλαμβάνεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101), όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του Ν. 1943/1991 (ΦΕΚ Α' 50) - (πρβλ.
Α.Π. 1125/2022), ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στον εν στενή εννοία δημόσιο τομέα (πρβλ. ΣτΕ 585/2021, ΣτΕ 2358/2012), ανεξάρτητα αν, κατά την παροχή των υπηρεσιών του, ταυτίζεται (λειτουργικά), ως εκ του κοινωφελούς σκοπού του με τον σκοπό που επιδιώκουν και υπηρετούν και τα δημόσια νοσοκομεία, επιδιώκει, δηλαδή, την εκπλήρωση σκοπού κειμένου εντός των αρμοδιοτήτων του κράτους, όπως επιτάσσει το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, ενόψει και του ότι η εκπλήρωση της άνω συνταγματικής επιταγής μπορεί να λαμβάνει χώρα τόσο υπό τη μορφή ενός Ν.Π.Δ.Δ., όσο και υπό τη μορφή ενός Ν.Π.Ι.Δ.
Επισημαίνεται, τέλος, ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας με τη με αριθμό 1224/2022 απόφασή του, την οποία το αναιρεσείον επικαλείται ως επιχείρημα υπέρ των απόψεών του, ότι δηλαδή δεν αποτελεί οργανισμό του Δημοσίου και συνακόλουθα δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 105-106 του ΕισΝΑ.Κ., ως ανήκον στον δημόσιο τομέα, ακύρωσε το καταρτισθέν, από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ) - δηλαδή από την κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητη αρχή, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164) και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων - Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτό επικαιροποιήθηκε, με χρόνο αναφοράς τους μήνες Δεκέμβριο 2018, Μάρτιο, Ιούνιο και Σεπτέμβριο 2019, καθ' ό μέρος το αναιρεσείον περιελήφθη στο Μητρώο αυτό, καθώς η εθνική στατιστική αρχή δέχθηκε ότι το εν λόγω Νοσοκομείο δεν αποτελεί "θεσμική μονάδα", κατά την έννοια της παραγράφου 2.12 του Παραρτήματος Α του Ε.Σ.Λ. 2010, για τον λόγο ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται σχετικώς, ως προς το κριτήριο της αυτονομίας στη λήψη αποφάσεων, κατά την άσκηση της κύριας λειτουργίας του, αλλά αποτελεί τμήμα της μονάδας που το ελέγχει (ήτοι του Δημόσιου Τομέα, κατά τις παραγράφους 2.38 και 20.309 του Παραρτήματος Α του Ε.Σ.Λ. 2010) και ότι, για τον λόγο αυτόν, εντάσσεται στη Γενική Κυβέρνηση και συγκεκριμένα στον θεσμικό τομέα S.13 (Γενική Κυβέρνηση), υποτομέα S.1311 (Κεντρική Κυβέρνηση πλην Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης).
Ωστόσο, με την προμνημονευόμενη απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι, από τις διατάξεις της Ιδρυτικής του Γ. Ν. Π. σύμβασης, που κυρώθηκε με τον ν. 1964/1991 και τις επακολουθήσασες τροποποιητικές αυτής συμβάσεις, επίσης κυρωθείσες με νόμο και του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του, το Νοσοκομείο, ως αυτοτελές - εν σχέσει με το Ί.
Π. - νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έχει αυτονομία σε θέματα λήψης αποφάσεων, σε σχέση με την κύρια λειτουργία του, κατά την έννοια της παραγράφου 2.12 του Παραρτήματος Α του Κανονισμού (Ε.Ε.) 549/2013 (L 174) "Για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης", με τον οποίο αναθεωρήθηκε το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών 1995 (Ε.Σ.Λ. 95), που είχε εισαχθεί με τον Κανονισμό 2223/1996 και θεσπίσθηκε το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών 2010 ("Ε.Σ.Λ. 2010" ή "Ε.Σ.Λ.") και ειδικότερα, μεταξύ άλλων:
α) έχει δικαίωμα να έχει στην κυριότητά του, με πλήρη αυτονομία, αγαθά και περιουσιακά στοιχεία και είναι σε θέση να ανταλλάσσει την κυριότητα αγαθών και περιουσιακών στοιχείων, σε συναλλαγές με άλλες θεσμικές μονάδες β) είναι σε θέση να λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις και να επιδίδεται σε οικονομικές δραστηριότητες, για τις οποίες είναι άμεσα υπεύθυνο και υπόλογο από νομική άποψη και γ) είναι σε θέση να αναλαμβάνει, για δικό του λογαριασμό, οικονομικές υποχρεώσεις, άλλες υποχρεώσεις ή περαιτέρω δεσμεύσεις και να συνάπτει συμβάσεις, στοιχεία που του προσδίδουν την ιδιότητα της θεσμικής μονάδας, κατά την έννοια των διατάξεων του ως άνω Κανονισμού 549/2013.
Περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεν εφάρμοσε τις προσήκουσες διατάξεις των άρθρων 361, 648 επ., 653, 655 του Α.Κ., αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, περιέχονται σε αυτό όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο, για την επιδίκαση, με βάση τις διατάξεις αυτές, των επιδίκων αξιώσεων, αλλά προσέφυγε, όπως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μνημονεύει, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, παρά το γεγονός ότι, για την κρίση επί του παραδεκτού και νόμω βασίμου της αγωγής, δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτών.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ ο νομικός χαρακτηρισμός των περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των περιστατικών αυτών, έστω και διαφορετική από εκείνη, στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό χαρακτηρισμό τους.
Στην προκειμένη δε περίπτωση ο νομικός χαρακτηρισμός του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ως στηριζόμενος στα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., 71, 914, 922, 937, 297 και 904 επ. του Α.Κ., δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός της αγωγής αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, έργο του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση το αντικειμενικό περιεχόμενό της και όχι των διαδίκων.
Έτσι, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, κατά την ορθή υπαγωγή τους, αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, το οποίο δεν περιορίζεται από το διατυπούμενο μόνο αίτημα της αγωγής, αλλά για τη νομική της θεμελίωση αξιοποιεί το σύνολο των αγωγικών ισχυρισμών, προβάλλεται από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ότι προσελήφθησαν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και παρείχαν τις ιατρικές υπηρεσίες τους στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο, σε εκτέλεση των καθηκόντων, που αυτό τους ανέθεσε και για την εξυπηρέτηση του σκοπού του, το οποίο κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών τους, εφάρμοσε τις διατάξεις της περιπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι, περιεχόμενο αυτής ήταν η συνδέουσα τους ενάγοντες με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που τελεί υπό ειδικό καθεστώς λειτουργίας, σύμβαση εργασίας και όχι οι διατάξεις των άρθρων 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και οι διατάξεις περί αδικοπραξιών του Α.Κ., με βάση τις οποίες, άλλωστε, ήταν απαράδεκτη η αγωγή, αφού οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν κανένα περιστατικό αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου, ήτοι παράνομη συμπεριφορά των οργάνων αυτού.
Με βάση τα ανωτέρω, ενόψει της νομικής μορφής, υπό την οποία συστάθηκε και λειτουργεί το εν λόγω Νοσοκομείο, δηλαδή εκείνης του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, δεν δύνανται να εφαρμοστούν, ούτε αναλόγως, οι διατάξεις των άρθρων 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., οι οποίες αναφέρονται σε όργανα του Δημοσίου. Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τον νομικό χαρακτηρισμό της ασκηθείσας από τους ενάγοντες αγωγής δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενό της, με περαιτέρω έννομη συνέπεια την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου.
Κατά συνέπεια, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή τους και στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην απόφαση ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της Ιδρυτικής Σύμβασης του Νοσοκομείου:
α) των άρθρων 1, 17, 15 παρ. 2 και 16 παρ. 6 του κυρωτικού ν. 1964/1991, με την οποία συστήθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, β) του άρθρου 35 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Νοσοκομείου, από το οποίο προκύπτει ότι οι συμβάσεις με τους ιατρούς του διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο, αλλά και του άρθρου 13 παρ. 11 του Ν. 2889/2001, με βάση το οποίο το Νοσοκομείο εξαιρείται από τις διατάξεις της Νομοθεσίας του Ε.Σ.Υ., καθώς και ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ και εσφαλμένως υπήγαγε το Νοσοκομείο, στο πεδίο εφαρμογής τους, καθώς και ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος αυτού (και ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή του και στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) για έλλειψη νόμιμης βάσης και δη για ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Ο ίδιος, κατά το πέμπτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης, ο οποίος ερείδεται στους αριθμούς 8, 10 και 4 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 560, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 01.01.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο και, στην προκείμενη περίπτωση, δεν προβλέπονται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ όσον αφορά τον αριθμό 4, δεν αποδίδονται συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ήτοι δεν αναφέρονται τα θεμελιωτικά του λόγου αυτού στοιχεία.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και για τις ανάγκες ελέγχου του τετάρτου σκέλους του ίδιου λόγου της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι στο δικόγραφό της εκτίθενται τα αναγκαία στοιχεία της παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, το οποίο, ευρισκόμενο σε ένα ιδιότυπο καθεστώς, καθόσον έχει μεν τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, η επ' αυτού, όμως, κρατική εποπτεία υπερβαίνει τη συνήθη εποπτεία επί των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, περιέκοψε, ως εργοδότης των ενταχθέντων στο ιατρικό προσωπικό αυτού εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τις αποδοχές τους, αφού ήταν υποχρεωμένο, όπως άλλωστε το ίδιο διαλαμβάνει στο αναιρετήριο δικόγραφο, να εφαρμόσει τις διατάξεις της περιπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που θεσμοθετήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να έχει την δυνατότητα να προβεί σε έλεγχο της αντισυνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων.
Και τούτο διότι, εφόσον οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιατροί, προσελήφθησαν με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου και αορίστου χρόνου και εξομοιώνονται, από πλευράς μισθολογίου, με τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., όπως τούτο συμφωνήθηκε με την ιδρυτική του σύμβαση, που κυρώθηκε με τον Ν. 1964/1991, εφαρμόστηκαν από τη διοίκηση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Νοσοκομείου και γι' αυτούς οι προαναφερόμενες αντισυνταγματικές και μη εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις του ν. 4093/2012, ανεξαρτήτως της ευθύνης του Δημοσίου, από την εκ μέρους του νομοθέτηση, με τα αρμόδια όργανά του, διατάξεων αντικειμένων στις μνημονευθείσες συνταγματικές προβλέψεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 73 του ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, ο συναφής λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, ο οποίος εκτιμάται, ότι είναι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε περί της συνδρομής παθητικής νομιμοποίησής του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε, πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο άσκησης, όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται, όχι μόνο γενικώς, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ιδίου Κώδικα (και στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, προκύπτει, κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, δε, να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη.
Επίσης, έννομο συμφέρον υπάρχει όταν εξαιτίας της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης βλάπτονται ή εκτίθενται σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα (ιδιωτικά) δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική) (Α.Π. 1271/2019, Α.Π. 1241/2008, Α.Π. 1921/2009) Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση, μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 10/2007, Ολ. Α.Π. 8/1993), δηλαδή την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (τις ουσιαστικές παραδοχές), εκτός εάν υφίσταται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της και ο Άρειος Πάγος αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 540/2017, Α.Π. 2077/2014, Α.Π. 60/2011).
Εσφαλμένο αιτιολογικό υφίσταται όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου, που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού [νομικού] συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης, που ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.
Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 10/2007, Ολ. Α.Π. 32/2002, Ολ. Α.Π. 30/1998, Α.Π. 1317/2021 Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 911/2008). Σε περίπτωση εσφαλμένου αιτιολογικού, δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως, το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη, χωρίς αντικατάσταση των αιτιολογιών (Ολ.
Α.Π. 8/1993, Α.Π. 1624/2008) και στο σκεπτικό παρατίθενται οι ορθές νομικές διατάξεις (Ολ. Α.Π. 30/1998, Α.Π. 1243/2019, Α.Π. 736/2019). Και τούτο διότι, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ή από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα, εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.
Α.Π. 27/1998, Α.Π. 1317/2021, Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 690/2019). Όταν όμως οι αιτιολογίες επιδρούν επί του διατακτικού της απόφασης, διότι διαφοροποιούν το εκ της απόφασης δεδικασμένο και ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το εντεύθεν δεδικασμένο, τότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της. Έτσι, ο Άρειος Πάγος εκτιμά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου από την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 1194/2021, Α.Π. 1259/2020, Α.Π. 693/2020, Α.Π. 540/2017, Α.Π. 60/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, παρά την ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της, παράγεται δεδικασμένο, δυνάμενο να αντιταχθεί εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σε άλλη δίκη, ως προς την νομική κατάσταση αυτού, συνιστάμενο στο ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε ότι το εν λόγω Νοσοκομείο είναι "...οργανισμός δημοσίου δικαίου, εξομοιούμενο, ως προς όλες τις λειτουργίες του, με τα υπόλοιπα νοσοκομεία της χώρας, που είναι Ν.Π.Δ.Δ. ...".
Το δεδικασμένο αυτό, είναι καταφανώς δυσμενές για το αναιρεσείον, το οποίο νίκησε μεν, αφού απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επιδιώκει την ανατροπή του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ύστερα από παράθεση των ορθών ως άνω νομικών διατάξεων, η εφαρμογή των οποίων δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον αυτού, καθώς δημιουργούνται δυσμενείς συνέπειες, όσον αφορά τη νομική του κατάσταση, ο Άρειος Πάγος δεν θα αρκεσθεί στην αντικατάσταση της αιτιολογίας, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, αλλά η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να αναιρεθεί, μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν για την υπόθεση αυτή, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. τελ., 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, μόνο ως προς την αιτιολογία που επισημαίνεται στο σκεπτικό, τη με αριθμό 357/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ