283/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated283/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ανακλήθηκε μερικώς με τη νεώτερη ΕΠΑ 7/16.5.2000 απόφαση του Νομάρχη, ενώ εξ ετέρου η άνω 501/1990, απόφαση της Νομάρχη παραμένει (ως μη ανακληθείσα) ισχυρά και το επίδικο ακίνητο θεωρείται ως εντός σχεδίου πόλεως. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον υπό στοιχ. Β λόγο αναιρέσεως υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ και δη αιτιώνται, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 4 §1 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 283 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 283/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., 2. Π. Χ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Παπαδημητρίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωνστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο με την 361/2008 απόφασή του παρέπεμψε την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 208/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2103/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-5-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 9-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' άρθρ. 4 ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί). Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. (αστικού κώδικος). 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή".
Το κείμενο δε των προεκτεθεισών παραγράφων της εν θέματι διατάξεως καταδεικνύει ότι το άρθρο αυτό αφορά σε ακίνητα, τα οποία ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους. Σε αυτήν περιλαμβάνονται τα λοιπά δημόσια κτήματα, εκτός των κοινοχρήστων και εξυπηρετούντων κρατικούς και λοιπούς σκοπούς και των εκτός συναλλαγής (κατ' άρθρ. 966 επ.
Α.Κ.), ακινήτων. Η γραμματική ερμηνεία των προμνησθεισών παραγράφων της ανωτέρω διατάξεως καταλήγει υπό την εξής μορφοποίηση: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, (εν σχέσει προς το οποίο η πολεοδομική διαδικασία περιλαμβάνει τα στάδια της σχετικής μελέτης, της πράξεως εφαρμογής και της κυρώσεώς της αρμοδίως) ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετραγωνικών μέτρων, εφ' όσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα καλύπτον ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δομήσεως. 3) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου 3127/2003 α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτιστεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος, ή νεμηθείς) ή οιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του ήταν (αντιστοίχως) κακής πίστης ή β) επί τριάκοντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, ήτοι εφ' όσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 AΚ.
Στο χρόνο νομής των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Ο τρόπος κτήσης των ανηκόντων στην ιδιωτική περιουσία του κράτους ακινήτων δεν δύναται να ασκήσει επίδραση στο ζήτημα της υπαγωγής τους στην υπό κρίση διάταξη, αφού η διάταξη δεν διακρίνει.
Εξ άλλου από το γράμμα της ερμηνευομένης ενταύθα διατάξεως συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003 (19-3-2003).
Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ' άρθρο 1042 Α.Κ. ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη "όταν ουχί εκ βαρείας αμελείας διατελή εν τη πεποιθήσει ότι εκτήσατο την κυριότητα". Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα.
Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) γνωρίζει ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Και ενώ κατά τον Αστικόν Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστης του, αντιθέτως κατά το άρθρον 4 ν. 3127/2003 την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά το χρόνο κτήσης της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος απόδειξης της καλής πίστης του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ' αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του.
Εξ άλλου ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά τας συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 966-968 και 1054 ΑΚ είναι τα εκτός συνναλαγής, στα οποία συγκαταλέγονται τα κοινής χρήσεως και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση συναλλαγής, στα οποία συγκαταλέγονται τα κοινής χρήσεως και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών ακίνητα.
Τα ακίνητα αυτά δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 4 ν. 3127/2003. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου κατά πλήρη κυριότητα και τα οποία διαχειρίζεται (επ' ονόματι του Ελληνικού Δημοσίου) το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 4 ν. 3127/2003, αφού ο νόμος δεν διακρίνει.
Επομένως περιττεύει μνεία των κατ' ιδίαν κατηγοριών των ανηκόντων στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου ακινήτων, τα οποία διαχειρίζεται επ' ονόματι του το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και τα οποία καταλαμβάνει το άρθρο 4 ν. 3127/2003.
Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 2971/2001 "αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της" επίσης, στην παρ. 2 της εν λόγω διάταξης ορίζεται, ότι: "Παραλία είναι η ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα", ωσαύτως, στην παρ. 3 προβλέπεται, ότι: "παλαιός αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερου υφισταμένου αιγιαλού". Έτι περαιτέρω, κατ' άρθρ. 2 παρ. 1 ιδίου νόμου "ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο και προστατεύει και τα διαχειρίζεται", ενώ κατά την παρ. 5 του ιδίου άρθρου "ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα".
ΙΙ. Ο από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά το εδ. β του ιδίου άρθρου και αριθμού, "η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητος, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άνω άρθρου η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 2103/2012, απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατ' επιτρεπτή επισκόπησή της, έχει ως ακολούθως: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα, με την εκκαλούμενη απόφαση, πρακτικά, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες που προσκομίζουν οι ενάγοντες, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητεί το εναγόμενο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το υπ'αριθ. …49/12-9- 1964 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε συμβολαιογράφου Α. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 53 με α.α. 23, η μητέρα των εναγόντων, Ε. συζ. Θ. Χ., το γένος Α. και Β. Μ., αγόρασε από τον Ι. Δ. Τ. έναν αγρό, άλλοτε κήπο, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής της τότε Κοινότητας ...
και ήδη δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., εκτάσεως 800 τ.μ., περίπου, σχήματος ακανόνιστου τριγώνου, συνορευομένου, κατά τον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης: ανατολικώς με κοινοτικό ρέμα, βορειοδυτικώς με αμμώδη έκταση θάλασσας και νοτίως με υπόλοιπο κήπο του Ι. Τ.. Στον τελευταίο η ανωτέρω ιδιοκτησία περιήλθε από κληρονομιά του, κατά το έτος 1942, αποβιώσαντος, παππού του Ι.
Δ. Τ.υ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2959/1936 δημόσιας διαθήκης του άλλοτε συμβολαιογράφου Β. Γ. Μ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Κατόπιν του διατάγματος ρυμοτομίας που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 237 Δ'/10.04 .1990 και με την πράξη εφαρμογής της κοινότητας ... και ήδη Δ.Δ. ... του Δήμου ..., που κυρώθηκε με τις ΑΠ ΕΠΑ 1180/25.09.1992 και 1537/18.12.1992 αποφάσεις του Νομάρχη ..., ο ανωτέρω αγρός ρυμοτομήθηκε και αποδόθηκε στη μητέρα των εναγόντων ως το υπ' αριθμ. 03 του Γ 81 Ο.Τ., εκτάσεως 690 μ2, οικόπεδο με αριθμό κτηματογραφήσεως ...501, κειμένου εντός σχεδίου Κοινότητας ..., ήδη του ομωνύμου Δ.Δ.
του Δήμου ..., το οποίο εμφαίνεται στο με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ τοπογραφικό σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Δ. Μ. και συνορεύεται, νότια με πεζόδρομο, βόρεια με τμήμα της υπ' αριθμ. 02 ιδιοκτησίας, δυτικά με τις υπ' αριθμ. 04 και 05 ιδιοκτησίες (ιδιοκτησίες κληρονόμων Ι. Τ. και αδελφών Σ.) και ανατολικά με πεζόδρομο και παραλία.
Πέραν του ως άνω οικοπέδου, κι επειδή με τη ρυμοτόμηση μειώθηκε η έκταση της αρχικής ιδιοκτησίας της μητέρας των εναγόντων, της αποδόθηκαν πλέον του προαναφερθέντος και τα 05 του Γ71 Ο.Τ. και 07 του Γ61 Ο.Τ., οικόπεδα εκτάσεως 180,38 μ2 και 292,57 μ2, αντίστοιχα. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. …97/1998 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Ε.
Ζ., που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1574/22.10.1999 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η μητέρα των εναγόντων κατέλειπε το πρώτο εκ των ανωτέρω ακινήτων (το 03 του Γ 81 Ο.Τ.) στον πρώτο ενάγοντα, τα δε άλλα δύο κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρίαν και στους δύο ενάγοντες. Την κληρονομία αυτή οι ενάγοντες την αποδέχθηκαν σιωπηρώς (βλ.
το υπ' αριθμ. 19437/6.6.2000 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη αποποιώσεως κληρονομίας). Κατά, το έτος 1997, το εναγόμενο, με την υπ' αριθμ. 5/2129/14.07.1997 απόφαση της Κτηματικής Υπηρεσίας ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέγραψε με α.α. του βιβλίου γενικής καταγραφής 241, ως δημόσιο κτήμα, ευρύτερη έκταση 5.150 μ2, στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής της τέως Κοινότητας ...
και ήδη Δ.Δ. ... του Δήμου ... Νομού …. στην οποία εμπεριέχεται και το ως άνω περιγραφόμενο Γ 81 Ο.Τ., συνορευόμενη ανατολικά με αιγιαλό, νοτιοδυτικά με δρόμο και ιδιοκτησίες και βόρεια με αιγιαλό. Στο σχετικό φύλλο του γενικού βιβλίου καταγραφής αναγράφεται στην θέση "προέλευσις του κτήματος" ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την από 20-2-1979 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 74 του ΠΔ 636/77, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ, 2320/8-6-1979 απόφαση του Νομάρχη που δημοσιεύτηκε με το τοπογραφικό και την έκθεση στο 673/26.11.1980 τεύχος Δ' ΦΕΚ.
Στη συνέχεια, και κατόπιν του σχετικού υπ' αριθμ. πρωτ . 1288/24.05.1999 εγγράφου της Κτηματικής Υπηρεσίας του ... προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Νομαρχίας ... εκδόθηκε η με αριθμό ΕΠΑ 88/1999 απόφαση του Νομάρχη ..., με την οποία ανακλήθηκε μερικά η πράξη εφαρμογής επεκτάσεως της πρώην κοινότητας ... και ήδη Δ.Δ. ... του Δήμου ... ..., που είχε κυρωθεί με την υπ' αριθμ.
ΕΠΑ 1180/1992 απόφαση του Νομάρχη ... και ακυρώθηκε αυτή μερικά ως προς ορισμένες ιδιοκτησίες μεταξύ των οποίων και η ως άνω αναφερόμενη του πρώτου ενάγοντα (υπ' αριθμ. 03 τού Γ 81 Ο.Τ. με αριθμό ...501 οικοπέδου), προκειμένου να ανασυνταχθεί στο σημείο αυτό, όπως και έγινε στη συνέχεια. Με την παραπάνω μερική ανάκληση και ακύρωση της πράξης εφαρμογής της κοινότητας ..., αμφισβητήθηκε το δικαίωμα κυριότητας της δικαιοπαρόχου των εναγόντων μητέρας τους, Ε.
συζ. Θ. Χ., επί της με αριθμό κτηματολογίου ...501 ιδιοκτησίας του Γ 81 στ, συνολικής έκτασης 1335,40 μ2, σε ανταλλαγή της οποίας, αποδόθηκαν σε αυτήν με την ακυρωθείσα πράξη τα άνω με αριθμούς 03 του Γ 81 Ο.Τ, έκτασης 690 μ2, 05 του Γ 71 στ έκτασης 180, 38 μ2 και 07 του Γ 61 Ο.Τ. έκτασης 292, 57 μ2, με αποτέλεσμα ο Νομάρχης ... να αρνηθεί με τη με αριθμό ΕΠΑ 84/26.5.1999 απόφασή του τη διόρθωση των στοιχείων της παραπάνω αναφερομένης, από Ε.
συζ. Θ. Χ. Ε. Μ. του Α., προκειμένου να μεταγραφεί στην τηρουμένη επ' ονόματι της προαναφερομένης μερίδα των βιβλίων με" Υποθηκοφυλακείου ... η πράξη εφαρμογής ως προς τα παραπάνω οικόπεδα. Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. ΕΠΑ 7/16.05.2000 απόφαση του Νομάρχη ..., η οποία εκδόθηκε επί των ενστάσεων που υπέβαλαν οι θιγόμενοι από τη ανασύνταξή της, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η από 27.07.1999 ένσταση των εναγόντων, ακυρώθηκε μεν η μερικώς ανασυνταχθείσα πράξη εφαρμογής δεν ακυρώθηκε όμωςκαι η υπ' αριθμ.
ΕΠΑ 88/1999 απόφαση του Νομάρχη ... με αποτέλεσμα να ισχύει η ακύρωση της πράξης εφαρμογής μεταξύ άλλων και ως προς τον ιδιοκτήτη της υπ' αριθμ. ...501 του Γ 81 στ ιδιοκτησίας στους πίνακες της πράξεως εφαρμογής. Ένεκα του γεγονότος αυτού, οι ενάγοντες, στις 26.06.2000 επέδωσαν στον Υπουργό Οικονομικών την υπ' αριθμ.
πρωτ. 42478 αίτηση θεραπείας, κατ' άρθρο 8 α.ν. 1539/1938 προκειμένου να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί του συγκεκριμένου ακινήτου, διατάχθηκε
δε με το υπ' πρωτ. 1060156/5735/Α0010/19.07.2000 έγγραφο της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών προς την Κτηματική Υπηρεσία ... η διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης, 10? όμως, μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί σχετική απόφαση. Επιπλέον, προέβησαν στη σύνταξη της υπ' ριθμ. …062/12.04.2002 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ.
Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία αποδέχθηκαν την υπ1 αριθμ. ...501 ιδιοκτησία του Γ 81 Ο.Τ., έκτασης 1335,40 μ2, κατά ποσοστό 79,66% εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και κατά ποσοστό 20,34 % εξ αδιαιρέτου η δεύτερη των εναγόντων, ερμηνευομένης της σχετικής διατάξεως της ανωτέρω αναφερομένης διαθήκης της μητέρας τους κατά την εικαζόμενη βούληση της διαθέτιδος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την ως άνω αναφερόμενη από 20-2-1979 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής, που επικυρώθηκε με την νομίμως δημοσιευμένη ως άνω υπ1 αριθμ. 2320/18-6-1979 απόφαση του Νομάρχη ... που μεταγράφηκε νόμιμα στις 16.3.2006 (βλ. το υπ' αριθμ. 1810/2006 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα ...), έγινε για πρώτη φορά καθορισμός των οριογραμμών του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού στη θέση "..." της πρώην Κοινότητας και νυν Δ.
Δ. ... του Δήμου ... ..., όπου και το επίδικο, το οποίο και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, δυνάμει της προαναφερόμενης απόφασης του Νομάρχη ..., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Νόμου 2344/1940, και η κυριότητά του περιήλθε στο Δημόσιο, γι' αυτό και καταγράφηκε ως τμήμα του υπ' αριθμ. ΒΚ 241 δημόσιου κτήματος, κατά τα ως άνω αναφερόμενα.
Αποδείχθηκε ότι η συνολική έκταση που καθορίσθηκε ως παλαιός αιγιαλός, κατά τα ως άνω, με εμβαδόν 5.150 μ2, είναι αμμώδης, άγονη και ακαλλιέργητη έκταση, η οποία αποτελεί νέα χερσαία ζώνη, που προήλθε από βαθμιαία μετατόπιση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα και αντίστοιχη υποχώρηση της τελευταίας, αποτελούσα, κατά το παρελθόν τμήμα αιγιαλού και του πυθμένα της περιβάλλουσας την ξηρά θαλάσσιας ζώνης.
Η καταγραφείσα αυτή έκταση του ΒΚ 241 δημοσίου κτήματος, ως παλαιού αιγιαλού, καταλαμβάνει ολόκληρο το Γ81 ΟΤ και τμήμα του Γ83 Ο.Τ. Στην εν λόγω περιοχή του πιο πάνω καταγραφέντος ΒΚ 241 δημοσίου κτήματος διερχόταν ενδιάμεσα, μεταξύ των Γ81 και Γ83 Ο.Τ. της πράξης εφαρμογής, από αμνημονεύτων ετών, ρέμα χειμάρρου, που διέσχιζε τον ορεινό όγκο της περιοχής και, στη συνέχεια, απέληγε στο επίδικο σημείο στη θάλασσα (η κοίτη του εν λόγω ρέματος έχει σήμερα τσιμεντοστρωθεί και αποτελεί δρόμο).
Από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών ετών λήψεως 1945 και 1960, προκύπτει ότι:
α) η εν λόγω
έκταση που καταγράφηκε ως παλαιός αιγιαλός, αποτελούσε το "δέλτα" εκβολής του πιο πάνω χείμαρρου, αποτελούσα στο σύνολο της προσχωσιγενές γεωμορφολογικό φαινόμενο,
β) η πιο πάνω έκταση αναγνωρίζεται ως φυσική αμμοθίνα, επί της οποίας έχει αναπτυχθεί αυτοφυής φυσική βλάστηση τυπική των παράκτιων - παραρεμάτιων περιοχών (σχοίνα, βούρλα, καλάμια, κερδοί κ.λ.π.),
γ) στην ίδια έκταση κατά τα έτη φωτοληψίας των Α/Φ (1945 και 1960), δεν εμφανίζονται ίχνη δόμησης, συστηματικής καλλιέργειας κ.λ.π. και
δ) το σύνολο της εν λόγω εκτάσεως είναι περιοχή με χαμηλά υψόμετρα (βλ. το υπ' αριθμό πρωτ. 544.51355/2003 12.9.2003 έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, με τα
συνοδεύοντα αυτό αποσπάσματα αεροφωτογραφιών, έτους λήψεως 1945 και 1960, με αποσπώμενες διαφάνειες πάνω στις οποίες έχει σημειωθεί η θέση της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού, που προσκομίζονται από το εναγόμενο, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις του μάρτυρα ανταποδείξεως). Η εν λόγω έκταση, καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα με αριθμό ΒΚ 241, επειδή αποτελούσε παλαιό αιγιαλό, στο παρελθόν, τουλάχιστον κατά το έτος 1884, αφού αποτελούσε τμήμα της χερσαίας ζώνης που καλυπτόταν από τις συνήθεις μέγιστες αναβάσεις των κυμάτων, δηλαδή αποτελούσε αιγιαλό ή θάλασσα που σταδιακά προσχώθηκε σταδιακά από τις φερτές ύλες που εναπόθεσε περιοδικά στην εκβολή του ο χείμαρρος.
Στο γεγονός αυτό συνηγορεί και η συγκριτική θεώρηση των πιο πάνω αεροφωτογραφιών, με δεδομένο ότι σ' αυτήν, του έτους,1960 το πλάτος της αποτυπωθείσης αμμώδους χερσαίας ζώνης στο επίδικο σημείο έχει αυξηθεί σε σχέση με το αντίστοιχο πλάτος της αντίστοιχης αμμώδους χερσαίας ζώνης το έτος 1945. Είναι προφανές ότι τα φερτά υλικά που διαχέονταν στη θάλασσα από το\? δ ι ερχόμενο από το σημείο αυτό χείμαρρο μετατόπισαν την ξηρά προς τη θάλασσα, η προσχωτική δε αυτή δράση του χειμάρρου ανάγεται σε χρόνο πολύ πριν το έτος 1945 και αποτυπώνεται και στην πορεία της ακτογραμμής, που στο σημείο αυτό εισέρχεται εντός της θάλασσας.
Από τα πιο πάνω αποδειχθέντα συνάγεται ότι η έκταση των 5.150 τ.μ., εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο, αποτελούσε παλαιό αιγιαλό, που βρέχονταν από τις μέγιστες αναβάσεις των κυμάτων και δημιουργήθηκε σταδιακά από τα χρόνια της τουρκοκρατίας, με μετατόπιση της ξηράς προς τη θάλασσα. Το επίδικο μάλιστα δεν έχει υψομετρική διαφορά με το υπόλοιπο τμήμα του αιγιαλού.
Η σύνταξη της πράξεως εφαρμογής στη θέση "... - ..." έλαβε χώρα εσφαλμένα δεν ελήφθη υπόψη το εν λόγω δημόσιο κτήμα (ΒΚ 241) . Ειδικότερα, κατά το έτος 1988 η τότε Κοινότητα ... ξεκίνησε τη σύνταξη Πολεοδομικής Μελέτης Επέκτασης (Π.Μ.Ε.) σχεδίου πόλεως .... Ο μελετητής μηχανικός, πριν αρχίσει η εκπόνηση της πολεοδομικής μελέτης έλαβε, από την τότε αρμόδια υπηρεσία της εφορίας ..., τοπογραφικό διάγραμμα καθορισμού αιγιαλού, το οποίο, όμως ήταν πρόταση της επιτροπής καθορισμού αιγιαλού που έγινε το 1988, με την οποία δεν είχε συμφωνήσει το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού (Γ.Ε.Ν.).
Στο σχεδιάγραμμα αυτό δεν εμφαίνονταν ο χαραχθείς παλαιός αιγιαλός, που είχε ήδη καθοριστεί και ίσχυε. Ο μελετητής χρησιμοποίησε το λανθασμένο διάγραμμα της πρότασης αιγιαλού, και μη γνωρίζοντας την ύπαρξη αιγιαλού δεν έλαβε υπόψη του ότι το Β.Κ. 241 ανήκε στην περιουσία του εναγομένου, με αποτέλεσμα αυτό να ρυμοτομηθεί και μεγάλο μέρος του να αποδοθεί σ' αυτούς που είχαν υποβάλλει αρχικές δηλώσεις ιδιοκτησίας, δηλ.
στους αδελφούς Α., Δ., Ι. και Γ. Τ. του Β. και στη δικαιοπάροχο -μητέρα των εναγόντων Ε. Χ. (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 1288/1999 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν....). Μάλιστα, οι διάδοχοι του Β. Τ. συνήψαν εργολαβικές συμβάσεις για τα αποδοθέντα σε αυτούς με αριθμ. 1, 2, 4 και 5 οικόπεδα, τα οποία ανοικοδομήθηκαν. Στην κυρωτική απόφαση του Νομάρχη αναφέρονται όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία του καθορισμού, εκτός του αιγιαλού, και του παλαιού αιγιαλού, και, ειδικότερα, η από 20-2-1979 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής για καθορισμό του χειμέριου κύματος στην επίδικη θέση, στην οποία σημειώνεται το έτος 1884 ως απώτατος χρόνος προσδιορισμού του παλαιού αιγιαλού το από Απρίλιο 197 8 τοπογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα της παραπάνω περιοχής του πολιτικού μηχανικού Ε.
Κ., θεωρηθέντώς, στις 17-7-1978 από τον δ/ντη τεχνικών υπηρεσιών ... και η με αριθμ. Φ 187/2/285/79/19-4-1979 σύμφωνη Γνώμη του Αρχηγείου Ναυτικού. Αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υφίσταται ασάφεια στην ως άνω κυρωτική απόφαση και ότι μόνη η συνδημοσί ευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης της Επιτροπής και του διαγράμματος, που περιέχουν την όλη ρύθμιση, δεν συνιστά ολοκλήρωση διαδικασίας καθορισμού ορίων του αιγιαλού και κατά ο μέρος της που δεν επικυρώνεται ρητά με την προαναφερθείσα κυρωτική απόφαση του Νομάρχη, παρά το γεγονός ότι η έκθεση της Επιτροπής αφορά τον καθορισμό ορίων όχι μόνο αιγιαλού αλλά και παραλίας και παλαιού αιγιαλού και δη χωρίς αιτιολογία, δεν προκαλείται σύγχυση και αμφιβολία περί της ταυτότητας και της μορφολογίας της αναφερόμενης έκτασης.
Αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί παλαιό αιγιαλό, και ανήκει εξολοκλήρου στην ως άνω ιδιωτική περιουσία του εναγομένου. Η επίδικη έκταση κατά τις απόψεις της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Γ.Ε.Ν. εμφανίζεται ως αμμώδης, άγονη και ακαλλιέργητη, και αποτελεί νέα χερσαία ζώνη που προήλθε από βαθμιαία μετατόπιση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα και αντίστοιχη υποχώρηση της τελευταίας, και όχι από παράνομες αμμοληψίες από τρίτους ιδιώτες.
Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν περιφραγμένο, ότι εντός αυτού υφίσταται πηγάδι, δεν αναιρεί το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως άνω τμήματος του αιγιαλού, αφού βρεχόταν πράγματι από τις μέγιστες αναβάσεις των κυμάτων και δε μπορούσε να περιοριστεί με τεχνικά έργα, Συνεπώς, και για το λόγο αυτό, το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του παλαιού αιγιαλού, ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, πολύ περισσότερο γιατί οι ενάγοντες δεν επικαλούνται αυτοκρατορική άδεια ή τίτλο (ταπίο) για την κατοχή και του τμήματος αυτού της θάλασσας (αιγιαλού) από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, δεν αποδείχθηκαν δε πράξεις νομής και κατοχής των τελευταίων προ του έτους 1884.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου Δημοσίου, ένεκα του χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως τμήματος του παλαιού αιγιαλού, απορριπτομένης ως αβάσιμης της ενστάσεως των εναγόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του που καθ' υποφορά προβάλλουν με την αγωγή.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε στη δικαιοπάροχο μητέρα τους η άνω κυρωτική απόφαση του Νομάρχη και η έκθεση της αρμόδιας επιτροπής για τον καθορισμό ορίων του αιγιαλού στην επίδικη περιοχή, ώστε να λάβει γνώση, το δε εναγόμενο από τη δημοσίευση της απόφασης του Νομάρχη, την 26.11.1980, στην ΕτΚ, μόλις το έτος 1997 κατέγραψε αυτήν ως δημόσιο κτήμα, η αδράνεια του δε αυτή επί 18 έτη συνεχίζεται μέχρι και σήμερα καθόσον δεν έχει προβεί στην έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ούτε έχει κινήσει διαδικασίες καταβολής αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της επίδικης έκτασης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επαχθείς συνέπειες σ' αυτούς, που εν τω μεταξύ έχουν αποκτήσει καλόπιστα δικαιώματα κυριότητας.
Ο καθορισμός, όμως, των ορίων του παλαιού αιγιαλού από τη διοικητική επιτροπή γίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με υποκειμενική συμπεριφορά των θιγομένων από τη σχετική πράξη. Άλλωστε ως εκ της συστάσεως και ιδιομορφίας του εδάφους οι ενάγοντες είχαν γνώση ότι επρόκειτο για δημόσιο κτήμα.
Εξάλλου, η επικαλούμενη από τους ενάγοντες αδράνεια του δημοσίου να προβεί στις άνω ενέργειες προάσπισης των δικαιωμάτων του δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος" (ΑΠ 13/2004 ΝοΒ 2004.1198, ΑΠ 2085/83/ΝοΒ 1985.34, ΕφΛαρ 146/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2088/86 ΕλλΔνη 27.684 ΕΠ). "Ούτε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική από το γεγονός και μόνον ότι επιφέρει επιβλαβή αποτελέσματα για τον υπόχρεο" (ΑΠ 385/1983, ΝοΒ 31, 1585, ΕφΘεσ 1089/1994, Αρμ 48, 1368, ΕφΑθ 90/1993, ΕλΔ 37, 393, ΕφΘεσ 1150/1992, Αρμ 46, 484, Κ.
Σημαντήρα, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδ. 4η, 1988, αρ. 322, σελ. 229). "Επιπροσθέτως με την αγωγή τους οι ενάγοντες θίγουν δικαιολογημένο συμφέρον του εναγομένου, συνεπώς, η κατ' ένσταση προβολή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του εναγομένου επί της επίδικης έκτασης δεν παρίσταται ότι χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του, ούτε προκαλεί την έντονη εντύπωση γενομένης σε βάρος των εναγόντων σύμφωνα με το παράγγελμα της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ" (ΑΠ 385/1983 ΝοΒ 31. 1585, ΕφΘεσ 1089/1994 Αρμ 48.1368, ΕφΑθ 90/1993 ΕλλΔνη 37.393, ΕφΘεσ 1150/1992 Αρμ 46.484, Κ.
Σημαντήρα, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδ. 4η, 1988, αρ. 322 (σελ. 229). "Ομοίως, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του επικαλούμενου από τους ενάγοντες άρθρου 4 του Ν 3127/2003. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετημένου οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους, δεδομένου ότι η έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου ...
και η κύρωση της πράξης εφαρμογής έγιναν με τις υπ' αριθ. 5011/30.3.1990 9ΦΕΚ Δ 237/1990), α.π. ΕΠΑ 1180/25 και 1537/18.12.1992 αποφάσεις του Νομάρχη ..., εν συνεχεία, όμως, όπως προειπώθηκε, έγινε μερική ανάκληση και ανασύνταξη της Π.Ε. στα ΟΤ και Γ86 ΟΤ όπου και το ΒΚ 241 δ.σ., με την υπ1 αριθμ. ΕΠΑ 88/30.6.1999 απόφαση Νομάρχη, αλλά και, στη συνέχεια, με την ΕΠΑ 7/16.5.2000 απόφαση Νομάρχη ακυρώθηκε η μερικώς ανασυνταχθείσα Π.Ε.
της Π.Μ. ..., προκειμένου να υποβληθούν αιτήσεις θεραπείας από τους κατέχοντες τμήματα του ΒΚ. 241 δ.σ. Επίσης, προϋπόθεση εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιαταράκτου νομής μέχρις ενάρξεως του νόμου α) επί 10 έτη με νόμιμο τίτλο εξ επαχθούς αιτίας υπέρ του ιδίου του νεμόμενου ή νεμηθέντος ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος ή νεμηθείς) ή οποιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του, ήτο ή ήσαν (αντιστοίχως κακής πίστεως) ή επί τριακ5ντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήτο κακής πίστεως, ήτοι εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, την δεκαετία 19-3-1993 μέχρι την 19-3-2003, (ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου), οι αντίδικοι και η δικαιοπάροχος τους δεν νέμονταν το ακίνητο με καλή πίστη, δεδομένου ότι κατά τα αναλυτικώς παραπάνω αναφερόμενα μετά από ένσταση της Κτηματικής Υπηρεσίας ... για την ρυμοτόμηση του ΒΚ 241, έγινε μερική ανάκληση και ανασύνταξη της Π.Ε.
στα ως άνω Ο.Τ., όπου κα l το ΒΚ 241 δ.σ., και στη συνέχεια ακυρώθηκε η μερικώς ανασυνταχθείσα ΠΕ της Π.Μ. ..., προκειμένου να υποβληθούν αιτήσεις θεραπείας από τους θιγόμενους, που έλαβαν ούτως γνώση. Σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες, η άμεση δικαιοπάροχος τους και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καλής πίστεως νομείς, δεδομένης της εμφανούς, και στους προαναφερθέντες, μορφολογίας του εδάφους της επίδικης έκτασης, ως άγονης και αμμώδους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".
IV. Με τον υπό στοιχ. Α λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 90 και 91 του Κώδικα Πολεοδομικής Νομοθεσίας και 7§2 ν. 1337/1983) δια της κρίσεως ότι το επίδικο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εντός σχεδίου πόλεως, παρά το γεγονός ότι έχει ενταχθεί σε αυτό από το έτος 1990 με την πολεοδομική μελέτη που εγκρίθηκε με την 501/30.3.1990 απόφαση της Νομάρχου ... (ΦΕΚ Δ 237/10.4.1990), για τον λόγο ότι, (όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες), μετά την ένταξη στο σχέδιο πόλεως, η εκτελεστική αυτού πράξη εφαρμογής, που κυρώθηκε με τις ΕΠΑ 1180/25 και 1537/18.12.1992 αποφάσεις του Νομάρχη ...
ανακλήθηκε μερικώς με τη νεώτερη ΕΠΑ 7/16.5.2000 απόφαση του Νομάρχη, ενώ εξ ετέρου η άνω 501/1990, απόφαση της Νομάρχη παραμένει (ως μη ανακληθείσα) ισχυρά και το επίδικο ακίνητο θεωρείται ως εντός σχεδίου πόλεως. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον υπό στοιχ. Β λόγο αναιρέσεως υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ και δη αιτιώνται, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 4 §1 εδ.
α του ν. 3127/2003 ως προς την χρονική τοποθέτηση των 10 ετών καλόπιστης νομής και ακόμη ψέγουν, ότι ώφειλε το δικαστήριο αυτό να ερευνήσει, εάν η προϋπόθεση της καλής πίστεως συνέτρεχε στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου μητέρας τους, όταν εκείνη είχε αποκτήσει τη νομή του ακινήτου, δυνάμει του 9049/12.9.1964 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμ/φου ...
Α. Σ. μη δεχθείσα δε τούτο η αναιρεσιβαλλόμενη, κατέστη αναιτιολόγητη και στερείται νομίμου βάσεως. Έτι περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον υπό στοιχ. Γ1 λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στις κατ' αρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔ πλημμέλεις, δηλαδή, ότι παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1042 ΑΚ και 4 §1 του ν. 3127/2003 και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του πλημμελώς αιτιολογημένη, υπό την έννοια ότι ελλείπουν από αυτήν, τα κρίσιμα στοιχεία για την συναγωγή συμπεράσματος περί της κακής πίστεως τους, διότι "το δικαστήριο παραλείπει να συγκεκριμενοποιήσει πως προκύπτει από τις προεκτεθείσες πράξεις της Διοίκησης, (μερική ανάκληση και ανασύνταξη, εν συνεχεία δε ακύρωση της μερικώς ανασυνταχθείσος Π.Ε.
στο Ο.Τ. όπου και το ΒΚ 241 δ.σ.)" η δική τους (αναιρεσειόντων και της δικαιοπαρόχου τους) γνώση και ένεκα ταύτης η κακοπιστία τους", όπως προαναφέρθηκε, με συνέπεια, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, την έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης και την εκ πλαγίου παραβίαση του άνω άρθρ. 4 ν. 3127/2003 και άρθρ. 1042 ΑΚ (για την κακή πίστη του νομέως από γνώση του ή άγνοια βαριάς αμέλειάς του).
Οι ανωτέρω (υπό στοιχ. Α, Β, Γ1) λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου το επίδικο ακίνητο (στο Δ.Δ. ... ...) καταλαμβάνεται από την ΕΠΑ 88/1999 απόφαση του Νομάρχη ... (ανακλητική και ακυρωτική της Πράξεως Εφαρμογής επεκτάσεως της ρυμοτομίας στην περιοχή αυτήν), απόφαση η οποία δεν ακυρώθηκε με την νεώτερη ΕΠΑ 7/16.5.2000 απόφασή του (Νομάρχη ...).
Συνεπώς, (όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο), το επίδικο δεν υπήχθη, ως εντός σχεδίου, στην ρυμοτομική πρόβλεψη της περιοχής, βάσει της προμνησθείσης διατάξεως του ν. 3127/2003, που (σε συνδ. με τις λοιπές προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις προσηκόντως ερμηνεύθηκε. Περαιτέρω, κατά τις ίδιες αυτές (επισκοπηθείσες) παραδοχές, το επίδικο ακίνητο είναι παλαιός αιγιαλός.
Εν προκειμένω δε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (κατά τα υπ' αυτού δεκτά γενομένα), ορθώς ερμήνευσε το ανωτέρω άρθρο 4§1 εδ. α του ν. 3127/2003 και ως προς την προϋπόθεση της καλής πίστεως στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων και της (ως δικαιοπαρόχου αυτών φερομένης) μητέρας του, αφού, (όπως έγινε δεκτό), αυτοί δεν ήταν καλόπιστοι κατά την δεκαετία που προηγήθηκε της ενάρξεως ισχύος (στις 19.3.2003) του ν. 3127/2003, καθόσον, (συμφώνως προς τις παραδοχές) με τις ενδικοφανείς διαδικασίες της υποβολής αιτήσεων θεραπείας οι θιγόμενοι - ενδιαφερόμενοι είχαν λάβει γνώση από το έτος 1999 (με την υποβολή των ενστάσεών τους), εν σχέσει προς την μη ρυμοτόμηση του χωροταξικού σημείου της περιοχής του επιδίκου, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Προσέτι, το Εφετείο με τον προσήκοντα ειρμό κατέστρωσε την αιτιολογία του ως προς την συνδρομή της ελλείψεως κατά την κρίσιμη δεκαετία πριν από την ισχύ του ν. 3127/2003 της προϋποθέσεως της καλής πίστεως στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων και της μητέρας τους, κατά τα ως άνω, παρά τα όσα αβασίμως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται αντιστοίχως με τον Β. λόγο αναιρέσεως.
V. Με το υπό στοιχ. Γ2 (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β και (κατ' εκτίμηση) 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ευθέως και εκ πλαγίου, με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς την δυνατότητα του μέσου ανθρώπου διαθέσεως τεχνικών γνώσεων αντιλήψεως μιας εκτάσεως, ενδεχομένως, ως παλαιού αιγιαλού, από την μορφολογία του εδάφους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, όπως παρατίθεται στην αναφερόμενη στην αρχή μείζονα σκέψη.
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191§2, 49§4 ΚπολΔ, ως το τελευταίο ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του υπό του άρθρ. 1 άρθρου τρίτου του ν. 4335/2015, 22 ν. 3693/1957, ως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως του υπό του άρθρ. 1 άρθρου τρίτου του ν. 4335/2015, 22 ν.
3693/1957, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.5.2013 αίτηση των Κ. Χ. και Π. Χ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 2103/2012 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ