283/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α) Του αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated283/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις (αριθμ. καταθ. 185 και 180/2013) για αναίρεση της απόφασης 1453/2012 του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύτους συνάφεια και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.(άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 283 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 283/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα" (Δ.Α.Μ.Σ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, Ευγενία Δημητροπούλου και Ιωάννα Μαραγκού που κατέθεσαν προτάσεις.
Β) Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα" (Δ.Α.Μ.Σ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, Ευγενία Δημητροπούλου και Ιωάννα Μαραγκού που κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 19-3-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ν.π.δ.δ. "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα" και την πρόσθετη παρέμβαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 599/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4850/2010 και 1453/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 11-3-2013 αίτησή του και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 13-3-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε 700/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν οι ανωτέρω κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων, με την από 8-7-2014 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αναστασάκος διάβασε τις από 7-1-2014 εκθέσεις της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την απόρριψη όλων των λόγων της από 11-3-2013 αίτησης του Ν. Χ. και β) την απόρριψη όλων των λόγων της από 13-3-2013 αίτησης του ΝΠΔΔ "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα", για αναίρεση της 1453/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Οι κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις (αριθμ. καταθ. 185 και 180/2013) για αναίρεση της απόφασης 1453/2012 του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύτους συνάφεια και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.(άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος ..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών".
Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαιτίως παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα των ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ/τος 496/1974 πενταετής παραγραφή.
Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου Ν.Δ/τος χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετίας) έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξ άλλου με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ δεν αντίκειται στη κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της ισότητας. Η αυτή ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΠ (Ολ.
ΑΠ 2/2011,38/2005). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων κ.λ.π., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.δ./496/1974, 3 ν.31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του π.δ. 410/1995 και 276 του ν.3463/2006), " οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ" αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις ή απολαβές ή αποζημιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και να βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών ή άλλων παροχών, για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτά στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας παραλείψεως οφειλόμενης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων υπόκεινται σε διετή παραγραφή.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυχρόνια (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι επίσης μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 90, για όλες τις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχουν θεσπισθεί ομοίως για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες αξιώσεις και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων προβαίνει το Δημόσιο στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτό υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και την αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων.
Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδα του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές επίσης συνθήκες υπό τις οποίες επίσης τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.
Κατά συνέπεια, και η ρηθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1 και 2/2012, πρβλ ΑΕΔ 9/2009 ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974), ούτε επίσης στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ), για την ταυτότητα του νομικού λόγου και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974) (ΑΠ 1047/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι (κατ' άρθρο 904 ΑΚ) ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, από δεδουλευμένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας του ως Καλλιτεχνικού Διευθυντή του εναγομένου ΝΠΔΔ "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΜΑΙΩΝ- ΜΟΥΣΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ", του έτους 2003 έχουν υποκύψει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974.
δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ την 29-12-2006. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, (ούτε άλλωστε την αντίστοιχη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν.2362/1995) κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λ.π.
δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, ούτε προσκρού|/, ι στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974 (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 2/2011, 31/2007, 38/2005). Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του Ν.
Χ. εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα.
III. Σύμφωνα, με το άρθρο 51 του ως άνω ν.δ., ανάλογο του οποίου είναι το άρθρο 93 εδαφ. α κα β' ν. 2362/1995, "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών, β) Δια της υποβολής προς το νομικόν πρόσωπον αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως Αρχής.
Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως...", από τις διατάξεις δε αυτές του τελευταίου αυτού άρθρου (51) συνάγεται ειδικότερα ότι για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλομένη στο αρμόδιο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτήν η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή ν' αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που την θεμελιώνουν, απαιτείται, όμως, να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης και την διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν την δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.
ν" αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν την βασιμότητα της. (βλ. σχετ. ΑΠ 1728/2010, 599/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/20, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέρχεται, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του νόμου αυτού.
Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18-7-20 και στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/88, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν. 3514/28. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφ' όσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του εργαζομένου.
Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ. 572/1988, με τις διατάξεις του οποίου, εφαρμοζόμενες σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση επιχειρήσεων, σε άλλο επιχειρηματία, εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως με οποιαδήποτε μορφή (πώληση, συγχώνευση, απορρόφηση κλπ.), ορίζεται: "1.
Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής το διάδοχο. Ο μεταβιβάζων, παράλληλα με το διάδοχο, παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος σε ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος ΑΠ 390/2008, 1082/2010).
Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.
Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 1688/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του έτους 2003 παραβίασε ευθέως τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Π.Δ 178/2002, 6 παρ. 1 ν. 2112/1920, αρθρ. 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18-7-1920, 8 ν. 3514/1928, 1 και 2 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, καθόσον τόσο πρωτοδίκως , όσο και με λόγο εφέσεως, ισχυρίσθηκε ότι είχε διακοπεί η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων (του 2003), κατά το οποίο εργοδότης του εξακολουθούσε να είναι το ΝΠΔΔ "ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", γιατί στις 30-12-2005 κοινοποίησε σ' αυτό το ΝΠΔΔ (παλαιό εργοδότη) εξώδικη δήλωση" αίτηση, με την οποία ζητούσε την ικανοποίηση όλων των αξιώσεων του.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι η ανωτέρω διετής παραγραφή διακόπηκε με την από 30-12-2005 εξώδικη δήλωση -αίτηση του προς το ΝΠΔΔ "ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ" (Π.Ο.Δ.Α), η οποία επιδόθηκε σ' αυτό (ως αρχικό εργοδότη) στις 30-12-2005. Η ως άνω επίδοση όμως δεν διέκοψε την παραγραφή αυτή, διότι η εργασιακή σχέση του ενάγοντος από της συστάσεως του εναγομένου ΝΠΔΔ "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ - ΜΟΥΣΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ" (Δ.Α.Μ.Σ) η οποία έλαβε χώρα στις 29-9-2003 (ΦΕΚ 1388/29-9-2003) μεταβιβάσθηκε αυτοδικαίως σε αυτό με την έννοια του διαδόχου στην εργασιακή σχέση (δευτερογενούς εργοδότη) και συνεπώς η άνω εξώδικη δήλωση - αίτηση του ενάγοντος, για να επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων έπρεπε να επιδοθεί όχι στο ΝΠΔΔ Π.Ο.Δ.Α, αλλά στο εναγόμενο ΝΠΔΔ Δ.Α.Μ.Σ., το οποίο από 29-9-2003 υποκατέστησε τον αρχικό εργοδότη (Π.Ο.Δ.Α) σε όλες τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο τελευταίος έναντι του ενάγοντος".
Υπό τα εκτεθέντα, ο προβληθείς ισχυρισμός του ενάγοντος περί διακοπής της παραγραφής, ενείχε κατ' αρχή αοριστία, καθόσον δεν καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης και την διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ενόψει του ότι η μεταβίβαση έλαβε χώρα την 29-9-2003, μέχρι την οποία ο μεταβιβάζων (αρχικός εργοδότης) ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο (δευτερογενή εργοδότη), για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, για τις μεταγενέστερε" δε έως το τέλος του 2003 απαιτήσεις του ενάγοντος, δημιουργείται ευθύνη μόνο του εναγομένου ΝΠΔΔ ΔΑΜΣ, καθώς και εις ολόκληρο ευθύνη αυτού, για το σύνολο των απαιτήσεων, λόγω της επελθούσας αυτοδίκαιης υποκατάστασης του στην υφιστάμενη εργασιακή σχέση του ενάγοντος και εντεύθεν ως αρμοδίου ΝΠΔΔ, προς το οποίο όμως καμμιά υποβολή αιτήσεως περί πληρωμής των απαιτήσεων αυτών δεν έγινε, ώστε να διακοπή η παραγραφή.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, ορθά κατ' αποτέλεσμα απέρριψε την εν λόγω αντένσταση και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό αναιρετική πλημμέλεια, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως είναι αβάσιμα. Κατόπιν αυτών η πρώτη από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης που ασκήθηκε από τον ενάγοντα (αριθμ.
καταθ. 185/2013) κατά της προσβαλλόμενης απόφασης 1453/2012 του Εφετείου Αθηνών είναι αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει : α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά το νόμο της αγωγής.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, ανεξαρτήτως της ζημίας του εργαζόμενου. Επομένως, υποχρεούται να αποδώσει σε αυτόν την αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής της συνθήκες, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γάμου, τέκνων και προϋπηρεσίας, δηλαδή επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού.
Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο εργαζόμενο, όπως ανωτέρω, η οποία πάντως δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες ΣΣΕ και ΔΑ, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με το αγωγικό δικόγραφο, παραδεκτά επισκοπούμενο, ιστορούσε, μεταξύ άλλων ότι στις 11 -4-2003 προσλήφθηκε από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" (Π.Ο.Δ.Α) προφορικώς με άτυπη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής των Μουσικών Συνόλων Δήμου Αθηναίων, με μηνιαίες τακτικές αποδοχές που συμφωνήθηκαν στο ποσό των 3.000 ευρώ καθαρά και επιπροσθέτως με ομόφωνη απόφαση του ΔΣ με έναρξη της συνεργασίας του από 11-4-2003 και ως Αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας του Δήμου Αθηναίων, με τις αναφερόμενες στην αγωγή αρμοδιότητες και καθήκοντα για τη δημιουργία, υλοποίηση και επιτυχή περάτωση των ανωτέρω.
Ότι, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων της 30-7-2003 εγκρίθηκε η από 3-6-2003 απόφαση του ΔΣ του άνω Ν.Π.Δ.Δ (Π.Ο.Δ.Α) με την οποία αποφασίσθηκε η ίδρυση του εναγομένου ΝΠΔΔ "Δήμος Αθηναίων - Μουσικά Σύνολα" (Δ.Α.Μ.Σ.) το οποίο πράγματι συνεστήθη στις 29-9-2003 (αρ. 1388/29-9-2003 ΦΕΚ) με σκοπό την οργάνωση και λειτουργία των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων (συνολικά 4) σε ενιαίο φορέα, ώστε να διασφαλιστεί η καλύτερη εξυπηρέτηση των μουσικών πολιτιστικών δρώμενων του Δήμου Αθηναίων.
Ότι, στο νέο φορέα δεν επήλθε σε σχέση με τον παλαιό ουδεμία μεταβολή, σε τρόπο ώστε σ' αυτόν, ως διάδοχο εργοδότη να μεταβιβασθεί αυτοδίκαια η υφιστάμενη εργασιακή σχέση του ενάγοντος κατά πλήρη εφαρμογή του πδ 178/02. Ότι, στο νέο φορέα εξακολούθησε να παρέχει την εργασία του ανελλιπώς, έχοντας επί πλέον αναλάβει και την προετοιμασία των μουσικών προγραμμάτων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004.
Ότι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 11-4-2003 έως 30-9-2005 (ημεροχρονολογία παραιτήσεως του) προσέφερε προσηκόντως και αδιαλείπτως την εργασία του, επιδεικνύοντας υπέρμετρο ζήλο και αφοσίωση, όντας πάντοτε συνεπής στην τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων του δίχως να διατυπωθεί το παραμικρό παράπονο εναντίον του, παρόλο ότι από της ενάρξεως της εργασιακής του σχέσης εκκρεμούσε το ζήτημα της υπογραφής της σύμβασης εργασίας του και δεν είχε λάβει τις δεδουλευμένες αποδοχές του, για το οποίο κατ' επανάληψη όχλησε το εναγόμενο, το οποίο ουδόλως τις αμφισβήτησε.
Με βάση τα ανωτέρω και επικαλούμενος ότι η ένδικη σύμβαση είναι άκυρη, ελλείψει περιβολής του συστατικού τύπου του ιδιωτικού εγγράφου, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει ως αποδοτέα κατ' ελάχιστον ωφέλεια τις δεδουλευμένες αποδοχές του για το άνω χρονικό διάστημα με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις καθόσον αυτές τις αποδοχές θα κατέβαλε, αν αντί του ενάγοντος απασχολούσε στη θέση του με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλον Καλλιτεχνικό Διευθυντή με τα αυτά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αφού αυτός είναι ο ειθισμένος μισθός ενός Καλλιτεχνικού Διευθυντή, με τη δική του εμπειρία, καλλιτεχνική αξία, τις δικές του αρμοδιότητες που του είχαν ζητηθεί και εκτελούσε και συνομολόγησε ρητά και έγγραφα το εναγόμενο, καθώς και τα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας του ίδιου χρονικού διαστήματος, ευθέως εκ του νόμου και συνολικά για τις άνω αιτίες το ποσό των 100.200 ευρώ.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, εκτός άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν τον πρώτο ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: Η ένδικη αγωγή που έχει το εκτιθέμενο στην προηγούμενη σκέψη ιστορικό και αίτημα και συγκεκριμένα τη σχέση εργασίας που συνέδεε τον ενάγοντα τόσο με το Ν.Π.Δ.Δ. "Π.ΟΔ.Α", όσο και με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
ως διάδοχο του (δευτερογενή εργοδότη), την πραγματική απασχόληση αυτού με πλήρες ωράριο ως Καλλιτεχνικού Διευθυντή των τεσσάρων (4) Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων, τη συμφωνηθείσα αμοιβή του καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του, είναι σαφής και πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα από τις ως άνω διατάξεις απαιτούμενα στοιχεία και δεν ήταν απαραίτητη και η αναφορά άλλων επιπλέον στοιχείων και δη του τρόπου υπολογισμού των δώρων Χριστουγέννων - Πάσχα και του ύψους των μικτών αποδοχών του.
Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου και ο συναφής προς αυτόν πρώτος λόγος εφέσεως είναι αβάσιμος". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, που δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις που εφάρμοσε, ούτε περιορίστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε και κατ' ακολουθία ο λόγος αυτός δεν βρίσκει έρεισμα μόνον ως προς την παραδοχή του ορισμένου της αγωγής, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον ίδιο πρώτο λόγο είναι απορριπτέα.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή νΛ αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ,ΑΠ 43/1990, ΑΠ 1742/2012, 148/2013), αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.
α'- γ'της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι καθόσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ 496/1974 που όμως αφορά τα Ν.Π.Δ.Δ.
και όχι τα τους Ο.Τ.Α, οι οποίοι ως προς το ζήτημα της παραγραφής των εναντίον τους αξιώσεων διέπονται από τις ισχύουσες για το Δημόσιο διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του ν . 2362/1995, με τις οποίες ορίζεται διαφορετικά ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής, και ως εκ τούτου οι αξιώσεις του ενάγοντος μέχρι και 30-11-2004 είχαν ομοίως παραγραφεί.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται προβολή αυτού, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ούτε συνδρομή εξαιρετικής περιπτωσεως εκ του άρθρου 562 παρ. 2 εδ. α'-γ' Κ.ΠολΔ. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) και ειδικότερα, των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ενώπιον του Εφετείου, το τελευταίο, αντίθετα, πρότεινε, στο ζήτημα της μερικής παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου ότι: "Κατά το άρθρο 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/78 "Περί Λογιστικού των νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών.
Κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου νδ "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής..." Ως εκ τούτου το κεφάλαιο των απαιτήσεων του αντιδίκου που αναφέρεται στο έτος 2003 έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή.
Συνεπώς και αληθούς υποτιθεμένου ότι εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, κατά την οποία ρυθμίζεται διαφορετικά ο χρόνος έναρξης της παραγραφής των αξιώσεων του Δημοσίου και άρα καταλαμβάνεται στην παραγραφή και το έτος 2004 των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, η επικαλούμενη πλημμέλεια της απόφασης προκλήθηκε από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντα (ΚΠολΔ 562 παρ. 3). Κατόπιν αυτών η δεύτερη από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης που ασκήθηκε από το εναγόμενο ΝΠΔΔ (αριθ. καταθ. 180/2013) κατά της ίδιας απόφασης είναι αβάσιμη και πρέπει απορριφθεί.
VI. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν λόγω της εκατέρωθεν νίκης και ήττας αυτών (ΚΠολΔ 178,183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης (αριθ. κατ. 185 και 180/2013) κατά της απόφασης 1453/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ