283/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated283/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (Ολ.ΑΠ 447/1984).
Full text
Απόφαση 283 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 283/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάντζιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανεξάρτητης Αρχής με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ" (ΑΣΕΠ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 και 2) Δ. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 2ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι "Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει" (παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 παρ, 1 (αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας) του Συντάγματος, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοικήσεως ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (Ολ.ΑΠ 447/1984).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 2190/1994 συνιστάται Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή. Το Α.Σ.Ε.Π. δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο από άποψη νομιμότητας. Το Α.Σ.Ε.Π.
υπάγεται στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβερνήσεως (παρ. 1). Το Α.Σ.Ε.Π. έχει ως αποκλειστική αποστολή την εφαρμογή των νόμων και κανονισμών, που διέπουν την επιλογή των διοριστέων στις δημόσιες υπηρεσίες, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και στα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, όπως ειδικότερα ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις αυτού (παρ. 2).
Με το άρθρο 21 του Ν. 2190/1994, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3051/2002, ορίζονται τα σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο υπάγονται για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2190/1994 και μόνο και οι δημοτικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με το άνω άρθρο 14 του Ν. 2190/1994, όπως η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε και πάλι με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 21 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, για την πρόσληψη του παραπάνω προσωπικού, η κατά τόπο υπηρεσία εκδίδει ανακοίνωση, στην οποία αναφέρονται υποχρεωτικώς, ο αριθμός κατά ειδικότητα του προσωπικού, τα απαιτούμενα προσόντα, η υπηρεσία στην οποία θα υποβληθούν οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων και η προθεσμία μέσα στην οποία θα υποβληθούν οι αιτήσεις.
Η ανακοίνωση κοινοποιείται στο Α.Σ.Ε.Π. Ανακοίνωση, που αφορά πρόσληψη προσωπικού με διάρκεια απασχολήσεως μεγαλύτερη των 4 μηνών, εγκρίνεται ή τροποποιείται μέσα σε 10 εργάσιμες ημέρες από την περιέλευση του αντίστοιχου σχεδίου στο Α.Σ.Ε.Π. Εάν η προθεσμία των 10 ημερών παρέλθει άπρακτη, τεκμαίρεται η σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π. (παρ. 8 και 9 του άρθρου 21 Ν. 2190/1994).
Οι υποψήφιοι κατατάσσονται σε πίνακες κατά κλάδο ή ειδικότητα, με κριτήριο την εντοπιότητα. Η σειρά κατατάξεως των υποψηφίων, που έχουν το κριτήριο της εντοπιότητας, καθορίζεται με τα ακόλουθα κριτήρια: 1) Χρόνος ανεργίας. 2)
Αριθμός τέκνων πολύτεκνης οικογένειας. 3) Αριθμός ανήλικων τέκνων. 4) Βαθμός βασικού τίτλου σπουδών (μόνο για τις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ). 5) Ηλικία. Οι παραπάνω πίνακες κατατάξεως των υποψηφίων αναρτώνται στο κατάστημα της οικείας υπηρεσίας. Κατά των πινάκων κατατάξεως οι υποψήφιοι δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση ενώπιον του Α.Σ.Ε.Π.
μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 10 ημερών (παρ. 11 του άρθρου 21 Ν. 2190/1994). Οι οικείοι φορείς προσλαμβάνουν το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου κατά το παρόν άρθρο (21 του Ν, 2190/1994) αμέσως μετά τη κατάρτιση των πινάκων κατατάξεως των υποψηφίων, χωρίς να αναμένουν τον αυτεπάγγελτο ή κατ' ένσταση έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.
Τυχόν αναμόρφωση των πινάκων βάσει του ελέγχου του Α.Σ.Ε.Π., που συνεπάγεται ανακατάταξη των υποψηφίων, εκτελείται υποχρεωτικά από τους οικείους φορείς και απολύονται οι μη δικαιούμενοι να προσληφθούν βάσει της νέας κατατάξεως (παρ. 20 του άρθρου 21 Ν. 2190/1994, που προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 5 Ν. 2527/1997).
Κατά δε το άρθρο 8 παρ. 1 του ίδιου Ν. 2190/1994, στο Α.Σ.Ε.Π. λειτουργεί Γραφείο Επιθεωρήσεως, που ελέγχει την πραγματοποίηση αυθαίρετων διορισμών ή προσλήψεων προσωπικού, που υπάγεται στο νόμο αυτόν, την τήρηση των διαδικασιών προσλήψεως προσωπικού για κάλυψη παροδικής φύσεως αναγκών και γενικώς των διατάξεων που ρυθμίζουν την απασχόληση του προσωπικού αυτού και την τήρηση, από τους οπωσδήποτε και με οποιαδήποτε ιδιότητα μετέχοντες, των διατάξεων και κανονισμών, που διέπουν τις διαδικασίες πληρώσεως θέσεων ή προσλήψεως προσωπικού.
Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, η πρόσληψη του προσωπικού των επιχειρήσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, που είναι (οι επιχειρήσεις) νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στο σύστημα προσλήψεων του Ν. 2190/1994, γίνεται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις (εταιρείες), οι οποίες προκηρύσσουν τις προς πλήρωση θέσεις, συγκροτούν την επιτροπή επιλογής, η οποία καταρτίζει τους πίνακες κατατάξεως επί τη βάσει των προσόντων και των κριτηρίων, που θεσπίζει ο νόμος και η προκήρυξη και, μετά την άσκηση ελέγχου νομιμότητας των πινάκων αυτών από το Α.Σ.Ε.Π., είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατ' ένσταση, συντάσσουν τους οριστικούς πίνακες κατατάξεως, καθώς και τους πίνακες διοριστέων, τους οποίους αποστέλλουν προς δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Με τις διατάξεις του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν, ο νομοθέτης θέλησε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση του νόμου, να προχωρήσει στον εκσυγχρονισμό της διοίκησης, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί στο ρόλο του σύγχρονου κράτους και στις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου.
Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ο νομοθέτης ίδρυσε την ανεξάρτητη διοικητική αρχή, με τον τίτλο "Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού" (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω νόμου, όπως έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, για την άσκηση ελέγχου νομιμότητας, αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση των υποψηφίων, της διαδικασίας των προσλήψεων, όχι μόνο από τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του Ν. 1256/1982, όπως έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, αλλά και από τους φορείς, οι οποίοι ειδικώς για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2190/1994 θεωρείται ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα, όπως είναι και οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, πρώτου και δεύτερου βαθμού.
Με τα δεδομένα αυτά, η πράξη του Α.Σ.Ε.Π. (που αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, ανεξάρτητη διοικητική αρχή), με την οποία ελέγχεται η νομιμότητα των προσωρινών πινάκων κατατάξεως των υποψηφίων για την πρόσληψη προσωπικού στα παραπάνω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (δημοτικές επιχειρήσεις) και με την οποία τροποποιούνται, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, οι πίνακες αυτοί, εκδίδεται κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και επομένως συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία παραδεκτώς προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο είναι αρμόδιο για τον δικαστικό έλεγχο της επιλογής του προσωπικού αυτών των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ένδικη από 6-10-2006 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς ερευνάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξέθετε: Ότι η πρώτη εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση, με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Επιχείρηση Δήμου Μετσόβου Ν.
Ιωαννίνων", Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της οποίας ήταν ο τρίτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Δ. Β., με την υπ' αριθμ. 137/ 20-3-2006 ανακοίνωση - προκήρυξη, ανακοίνωσε - προκήρυξε με διαγωνισμό (χωρίς εξετάσεις, αλλά βάσει προκαθορισμένων αντικειμενικών και μοριοδοτούμενών κριτηρίων προσλήψεως) την πλήρωση, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου (ενός έτους με δυνατότητα παρατάσεως), μεταξύ άλλων, και μιας θέσεως προσωπικού καθαριότητας, για την υλοποίηση του προγράμματος αυτής (πρώτης εναγομένης) "Βρεφικός Σταθμός".
Ότι υπέβαλε εμπροθέσμως στην πρώτη εναγομένη την από 12-4-2006 αίτηση προσλήψεώς της, επισυνάπτοντας και όλα τα απαραίτητα έγγραφα και πιστοποιητικά, που απαιτούσε η προκήρυξη. Ότι από εσφαλμένο υπολογισμό εκ μέρους της πρώτης εναγομένης Δημοτικής Επιχειρήσεως, διά του αρμοδίου οργάνου αυτής τρίτου εναγομένου (δεύτερου αναιρεσιβλήτου), των μονάδων που εδικαιούτο αυτή (ενάγουσα) και των μονάδων που εδικαιούτο η συμμετέχουσα επίσης στο διαγωνισμό τέταρτη εναγομένη Μ.
Π., κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, κατατάχθηκε στον (προσωρινό) πίνακα κατατάξεως των υποψηφίων, που κατήρτισε η πρώτη εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση, πρώτη η τέταρτη εναγομένη, με συνέπεια να προσληφθεί εκείνη (Μ. Π.) και να αποκλεισθεί αυτή (ενάγουσα), η οποία, θεωρώντας ότι αυτή συγκέντρωνε τα περισσότερα μόρια και τη μεγαλύτερη βαθμολογία και ότι έπρεπε να είχε καταταχθεί πρώτη στον παραπάνω πίνακα κατατάξεως, άσκησε κατά του πίνακα αυτού, νομίμως και εμπροθέσμως, την από 19-5-2006 ένσταση ενώπιον του δεύτερου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο, με την υπ' αριθμ.
Θ. οικ. 1685/3-7-2006 απόφασή του, απέρριψε εσφαλμένα, για τους λόγους που εκτίθενται στην αγωγή, την ένσταση της αυτή. Με βάση το ιστορικό αυτό. η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), επικαλούμενη ότι η πρώτη εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση και το αρμόδιο όργανο αυτής, δηλαδή ο Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος), ευθύνονται αλληλεγγύως, γιατί, με τις αναφερόμενες υπαίτιες και αντίθετες προς το νόμο και την καλή πίστη ενέργειες και παραλείψεις του τρίτου εναγομένου, κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων, που είχαν σαν αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η σειρά επιτυχίας στον διαγωνισμό υπέρ της υποψήφιας Μ.
Π., απέκλεισαν αυτήν (ενάγουσα) από την προκηρυχθείσα θέση εργασίας (προσωπικό καθαριότητας), εμποδίζοντας έτσι την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως της επιτυχίας της στον διαγωνισμό και την επέλευση των αποτελεσμάτων της συμβάσεως εργασίας της με την πρώτη εναγομένη, η οποία, μετά ταύτα, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της, κατέστη υπερήμερη, και ότι, μαζί με τους παραπάνω εναγομένους (πρώτη και τρίτο), ευθύνεται αλληλεγγύως και το δεύτερο εναγόμενο Α.Σ.Ε.Π. (πρώτο αναιρεσίβλητο), το οποίο εσφαλμένα, κατά τον έλεγχο νομιμότητας, έκρινε ότι η μοριοδότηση της επιλεγείσας Μ.
Π. ήταν νόμιμη και απέρριψε την ένστασή της κατά του πίνακα κατατάξεως, ζητούσε 1) με τη κύρια βάση της ένδικης αγωγής της, εκτός άλλων, να αναγνωρισθεί ότι αυτή (ενάγουσα) ήταν η τελικώς επιτυχούσα στον διαγωνισμό και ότι μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης καταρτίσθηκε, στις 15-5-2006, σύμβαση εργασίας στη προκηρυχθείσα θέση (προσωπικό καθαριότητας) και να υποχρεωθούν τόσο η πρώτη εναγομένη, όσο και το δεύτερο εναγόμενο και ο τρίτος εναγόμενος να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 15-5-2006 έως 14-5-2007 το ποσό των 14.895,44 ευρώ και για τους επόμενους 12 μήνες, ήτοι από 15-5-2007 έως 14-5-2008 επίσης το ποσό των 14.895,44 ευρώ για την ίδια αιτία και 2) με την επικουρική βάση της αγωγής, εκτός άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του πίνακα κατατάξεως, καθώς και της υπ' αριθμ.
Θ. οικ. 1685/3-7-2006 αποφάσεως του δεύτερου εναγομένου (Α.Σ.Ε.Π.), με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της κατά του πίνακα κατατάξεως, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-5-2006 συμβάσεως εργασίας μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της τέταρτης εναγομένης Μ. Π., να καταδικασθεί η πρώτη εναγομένη, διά του νομίμου εκπροσώπου της τρίτου εναγομένου, σε δήλωση βουλήσεως περί καταρτίσεως με αυτήν (ενάγουσα) συμβάσεως εργασίας για την απασχόληση της στην προκηρυχθείσα θέση, να καταδικασθεί το δεύτερο εναγόμενο σε δήλωση βουλήσεως, με την οποία θα αποδέχεται την από 19-5-2006 ένστασή της κατά του πίνακα κατατάξεως και να υποχρεωθούν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, συνυπεύθυνοι εις ολόκληρον για την αυτή αδικοπραξία, να της καταβάλουν ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη (μισθούς), το ποσό των 29.790,88 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε για μία διετία (15-5-2006 έως 14-5-2008), αν προσλαμβανόταν αυτή σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 97/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ουχί ορθώς εστράφη κατά του δεύτερου εναγόμενου Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού (Α.Σ.Ε.Π.), αντίστοιχα, και απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον του δεύτερου εναγομένου (Α.Σ.Ε.Π.).
Κατά της άνω πρωτόδικης αποφάσεως, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 1-9-2008 έφεση της, στρεφόμενη κατά 1) της πρώτης εναγομένης, 2) του δεύτερου εναγόμενου Α.Σ.Ε.Π. και 3) του τρίτου εναγόμενου Δ. Β..
Με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της αυτής η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα παραπονέθηκε για την απόρριψη της αγωγής της ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο (Α.Σ.Ε.Π.), λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, αιτούμενη την εξαφάνιση κατά τούτο της εκκαλούμενης αποφάσεως και την παραδοχή της αγωγής της ως προς το Α.Σ.Ε.Π.
Το δικάσαν Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ότι η υπ' αριθμ. Θ. οικ. 1685/3-7-2006 απόφαση του πρώτου αναιρεσιβλήτου Α.Σ.Ε.Π., η οποία εκδόθηκε μετά από έλεγχο της νομιμότητας του πίνακα κατατάξεως των υποψηφίων, που κατήρτισε η πρώτη εναγομένη, κατ' ένσταση της αναιρεσείουσας κατά του πίνακα αυτού, εκδόθηκε κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και επομένως συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων και παρεμπιπτόντως μόνο ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια.
Κατέληξε δε στη κρίση, ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ως προς το δεύτερο εναγόμενο Α.Σ.Ε.Π. και επικύρωσε κατά τούτο, με απόρριψη του παραπάνω λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, την πρωτόδικη απόφαση.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118 -120 του ίδιου Κώδικα στοιχεία, και τους λόγους της εφέσεως, οι οποίοι αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου, όπως είναι και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα της αποφάσεως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό. Διότι το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων με την ως άνω υπ' αριθμ. 97/2008 απόφασή του δέχθηκε (εν μέρει) την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την κύρια βάση της (υποχρέωση από σύμβαση εργασίας) μόνο ως προς την πρώτη εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση (ως προς την οποία δεν εξέτασε, μετά ταύτα, την από αδικοπραξία επικουρική βάση της αγωγής) και κατά την επικουρική βάση της (ευθύνη από αδικοπραξία) ως προς τον τρίτο εναγόμενο και νυν δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ.
Β. (ως προς τον οποίο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, ως μη έχοντα προσωπική υποχρέωση για τις συμβατικές υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης), αναγνώρισε ότι στις 15-5-2006 καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης σύμβαση εργασίας, διάρκειας ενός έτους, και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της πρώτης εναγομένης και του τρίτου εναγομένου (δεύτερου αναιρεσιβλήτου), ως εις ολόκληρον ευθυνόμενους, το ποσό των 14.895,44 ευρώ, οφειλόμενο εκ μέρους της πρώτης εναγομένης για μισθούς υπερημερίας, που εδικαιούτο η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 15-5-2006 έως 14-5-2007, και εκ μέρους του τρίτου εναγομένου (δεύτερου αναιρεσιβλήτου) ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας (απώλεια μισθών λόγω της μη προσλήψεώς της στη προκηρυχθείσα θέση) κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση του ποσού των 14.895,44 ευρώ, οφειλομένου εκ μέρους της πρώτης εναγομένης για μισθούς υπερημερίας ενός ακόμη έτους, ήτοι από 15-5-2007 έως 14-5-2008 και εκ μέρους του τρίτου εναγομένου (δεύτερου αναιρεσιβλήτου) ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας θα παρατεινόταν για ένα ακόμη έτος.
Σημειώνεται, ότι η πρώτη εναγομένη και ο τρίτος εναγόμενος ευθύνονται εις ολόκληρον για την καταβολή του παραπάνω επιδικασθέντος ποσού των 14.895,44 ευρώ, παρόλο που, κατά την πρωτόδικη απόφαση, η ευθύνη της πρώτης εναγομένης πηγάζει από την σύμβαση εργασίας και του τρίτου εναγομένου από την αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού ως οργάνου διοικήσεως της πρώτης, δηλαδή από διαφορετική αιτία για τον καθένα, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 481 ΑΚ (παθητική ενοχή εις ολόκληρον) προκύπτει ότι προϋπόθεση για την ύπαρξη οφειλής εις ολόκληρον αποτελεί η ταυτότητα της παροχής, που οφείλουν περισσότεροι οφειλέτες.
Ως ταυτότητα παροχής νοείται η ταυτότητα του σκοπού της παροχής, ο οποίος είναι το συμφέρον του δανειστή για εκπλήρωση της. Η ταυτότητα αυτή της παροχής δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νομικού και πραγματικού παραγωγικού λόγου γενέσεώς της και ως εκ τούτου η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο, αρκεί η ικανοποίηση του ίδιου συμφέροντος του δανειστή (ΑΠ 81/1991).
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ως άνω από 1-9-2008 εφέσεως της αναιρεσείουσας, η τελευταία, με τον δεύτερο λόγο εφέσεως, παραπονέθηκε, γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 97/2008 απόφασή του, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας θα παρατεινόταν με τους ίδιους όρους για ένα ακόμη έτος, δηλαδή από 15-5-2007 έως 14-5-2008, και απέρριψε για το λόγο αυτό, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, το αίτημα της ένδικης αγωγής της για επιδίκαση του ποσού των 14.895,44 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού αυτού διαστήματος (15-5-2007 έως 14-5-2008), το οποίο (αίτημα), κατ' ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, έπρεπε να δεχθεί, γι' αυτό και ζήτησε την εξαφάνιση κατά τούτο της εκκαλούμενης αποφάσεως.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την από 1-9-2008 έφεση της αναιρεσείουσας ως προς τον τρίτο εφεσίβλητο Δ. Β. (δεύτερο αναιρεσίβλητο) ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου αυτής, ελλείψει λόγου εφέσεως, που να αφορά τον εφεσίβλητο αυτόν, ενώ δέχθηκε ότι η θεωρούμενη ως καταρτισθείσα, στις 15-5-2006, μεταξύ της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) και της πρώτης εφεσίβλητης Δημοτικής Επιχειρήσεως, σύμβαση εργασίας, διάρκειας ενός έτους, θα παρατεινόταν για ένα ακόμη έτος, λόγω εγκρίσεως της σχετικής χρηματοδοτήσεως, ήτοι έως 14-5-2008, και ότι, επομένως, δικαιούται η ενάγουσα (εκκαλούσα - αναιρεσείουσα) το αιτούμενο ποσό των 14.895,44 ευρώ για μισθούς και του χρονικού διαστήματος από 15-5-2007 έως 14-5-2008.
Έτσι το Εφετείο, μετά παραδοχή του ως άνω δεύτερου λόγου της από 1-9-2008 εφέσεως της ενάγουσας ως προς την πρώτη εφεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής που απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής και επιδίκασε (το Εφετείο) υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης το ποσό των 14.895,44 ευρώ για μισθούς και για το χρονικό διάστημα από 15-5-2007 έως 14-5-2008.
Με τη κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τον δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, ως προς τον τρίτο εφεσίβλητο Δ. Β., καθόσον ο λόγος αυτός, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, ήταν αρκούντως ορισμένος και αφορούσε οπωσδήποτε και τον τρίτο εφεσίβλητο, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενο με την πρώτη εφεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση για την καταβολή του ως άνω ποσού των 14.895,44 ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρόλο που δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή, αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των περιστατικών αυτών, έστω και διαφορετική από εκείνη, στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από τον διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό χαρακτηρισμό τους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά το άρθρο 71 ΑΚ "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.
Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον". Κατά το άρθρο 65 παρ. 1 ΑΚ "Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα". Κατά δε το άρθρο 67 ΑΚ "Όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφόσον η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται α) ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, διά των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους, β) ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και γ) ότι δύναται το μέλος της διοικήσεως να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 641/2011).
Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 277 του Π.Δ. 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" (όμοιες και οι διατάξεις του Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων"), οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν επιχειρήσεις για την επίτευξη ορισμένων σκοπών, αναφερομένων στις παραπάνω διατάξεις (εκτέλεση έργων, παραγωγή αγαθών ή παροχή υπηρεσιών με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού και την οικονομική εκμετάλλευση των έργων), οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, λειτουργούν υπό τη μορφή ν.π.ι.δ.
και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί της από 28-7-2008 αντίθετης εφέσεως του εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου Δ. Β. κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 97/2008 πρωτόδικης αποφάσεως (στρεφόμενης της εφέσεως κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Κ.
Γ.), έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική βάση της ως προς τον εναγόμενο (εκκαλούντα) Δ. Β., στηριζόμενη σε αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτού, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως οργάνου διοικήσεως της εναγομένης Δημοτικής Επιχειρήσεως, δεν ήταν νόμιμη, διότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγόμενου Δ.
Β. επικαλέσθηκε τις διατάξεις των άρθρων 104 και 106 του ΕισΝΑΚ, οι οποίες, όμως, αφορούν παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και δεν εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, όπου η εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση "Αναπτυξιακή Επιχείρηση Δήμου Μετσόβου Ν. Ιωαννίνων", Πρόεδρος της οποίας ήταν ο εναγόμενος Δ.
Β., είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, το Εφετείο δέχθηκε την άνω από 28-7-2008 έφεση του Δ. Β., εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως, και απέρριψε την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, ως προς αυτόν. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71 και 914 του ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, αφού, όπως προκύπτει από τα άνω ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, περιέχονται σ' αυτό όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμον για τη γέννηση αδικοπρακτικής ευθύνης του τρίτου εναγομένου - δεύτερου αναιρεσιβλήτου Δ.
Β., ως Προέδρου της πρώτης εναγομένης Δημοτικής Επιχειρήσεως, που είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο νομικός χαρακτηρισμός της αγωγής γίνεται από το δικαστήριο με βάση το αντικειμενικό περιεχόμενο της. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως από το Εφετείο των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Ανεξάρτητη Αρχή, με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ" (Α.Σ.Ε.Π.), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής.
Μετά δε την παραδοχή ως βάσιμων του δεύτερου λόγου και του τρίτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ. Β., ως Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της Δημοτικής Επιχειρήσεως, με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Επιχείρηση Δήμου Μετσόβου Ν.
Ιωαννίνων" και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν, στο ίδιο Εφετείο (Ιωαννίνων), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012.
Ο αναιρεσίβλητος Δ. Β., Πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω Δημοτικής Επιχειρήσεως, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικασθεί στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2009 αίτηση της Κ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 155/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Ανεξάρτητη Αρχή, με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ" (Α.Σ.Ε.Π.). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της άνω πρώτης αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Αναιρεί την παραπάνω υπ' αριθμ. 155/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δ. Β., ως Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της Δημοτικής Επιχειρήσεως, με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Επιχείρηση Δήμου Μετσόβου Ν. Ιωαννίνων".
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ