Legislator Case Law & Legislation
283/2010 AI generated

283/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 283/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων X1 απεβίωσε στις 11/4/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου ... Ελένης Κάζακλη, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι αυτού α) Χ2, β) Χ3, γ) Χ4, δ) Χ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ως ανωτέρω.

Legislator headnote

AI generated

283/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α', 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ. Επομένως ο δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων όπως παραδεκτά με την εισήγηση συμπληρώθηκε κατ' αρθρ. 562 § 4 του Κ.ΠολΔ. κρίνονται βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Αντίθετα ο τρίτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης από τον ίδιο αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 283 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 283/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) X1, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 2) X2, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κυριάκου Παραβαντή και κατέθεσε προτάσεις, 3) Χ3, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παραβαντή και κατέθεσε προτάσεις, 4) Χ4, 5) Χ5, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κυριάκου Παραβαντή και κατέθεσαν προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων:1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., 3) Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ Κ.Τ.Ε.Λ. ΝΟΜΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Νικολουδάκου και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων X1 απεβίωσε στις 11/4/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου ... Ελένης Κάζακλη, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι αυτού α) Χ2, β) Χ3, γ) Χ4, δ) Χ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ως ανωτέρω.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 528/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 453/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/5/2008 αίτησή τους και τους από 13/7/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 1/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου του κυρίως δικογράφου και του δευτέρου λόγου του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, όπως κατ' άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ συμπληρώνονται με την παρούσα εισήγηση, την απόρριψη των λοιπών λόγων και της αναίρεσης της υπ' αριθμ. 453/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999).Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις, αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του Κ.Πολ,Δ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξ' άλλου, δεν δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται μείζονος προτάσεως και δεν αναφέρει τον εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου πού ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή, ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 453/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 24-1-2001 και περί ώρα 12.55" στην 2,3 χιλιομετρική θέση της επαρχιακής οδού ...-..., η οποία κατά τον ανωτέρω χρόνο και στο προαναφερόμενο σημείο της ήταν ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση πλάτους 3,65 μέτρων, που εχωρίζετο από την αντίθετη της με διπλή συνεχή λευκή διαχωριστική γραμμή και στην οποία (οδό αυτή) και στο σημείο τούτο η ανωτάτη ταχύτητα των οχημάτων ορίζετο, βάσει υπάρχουσας πινακίδας Ρ-32, σε 30 Km/h λόγω της υπάρξεως, αφ' ενός μεν διαβάσεως πεζών επί του οδοστρώματος και στάσεως επιβιβάσεως και αποβιβάσεως επιβατών λεωφορείων επί του πλάτους οκτώ (8) περίπου μέτρων, κατά την προς ...

κατεύθυνση, επίσης ασφαλτοστρωμένου, ερείσματος αυτής (οδού) και αφ' ετέρου πινακίδας Κ-16 (κίνδυνος λόγω συχνής κινήσεως παιδιών) και κατά την αυτήν (προς ...) κατεύθυνση σχολείου (Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου ...), το άνευ αριθμού κυκλοφορίας και εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ δίκυκλο μοτοποδήλατο, που έφερε κινητήρα κυβισμού 123 cc, ανήκε κατά κυριότητα στον ΑΑ και οδηγούσε, χωρίς να φορά προστατευτικό κράνος στην κεφαλή του και χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια οδηγήσεως του, με κατεύθυνση προς ..., ως έχων γεννηθεί την 23-11-1985, ηλικίας 15 ετών -(συμπεπληρωμένων) ΒΒ, προσέκρουσε κατά το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του και δη κατά το δεξιό τμήμα του ντεπόζιτου βενζίνης, το δεξιό τμήμα του συστήματος διευθύνσεως, την λαβή του εμπρόσθιου φρένου, και τα εμπρόσθια φλας, στο πίσω αριστερό μέρος και ειδικότερα στο ύψος των οπισθίων αριστερών φανών και στο άκρο αριστερό τμήμα του οπισθίου προφυλακτήρα, του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΔΧ και εντεταγμένου στο ΚΤΕΛ ... λεωφορείου, που, εκτελώντας δρομολόγιο σχολικής Εκδρομής των μαθητών του 3ου Λυκείου ... από ... προς ..., οδηγούσε με κατεύθυνση προς ... ο πρώτος των εναγομένων Ψ1, ανήκε κατά κυριότητα στον δεύτερο αυτών Ψ2 και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στον τρίτο εναγόμενο αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό.

Κατά την στιγμή της προσκρούσεως του μοτοποδηλάτου και του προαναφερομένου οδηγού του στο λεωφορείο, το τελευταίο ήταν ακινητοποιημένο προς αποβίβαση επιβατών, ευρίσκετο παραπλεύρως, επίσης σταθμευμένου εν όλω στο έρεισμα ετέρου λεωφορείου και κατελάμβανε, καθ' όλο το μήκος του, τμήμα μεν της λωρίδος κυκλοφορίας προς ... - πλάτους ενός μέτρου και σαράντα πέντε εκατοστών του μέτρου (1,45m), τμήμα δε του ερείσματος πλάτους ενός μέτρου (1 μ), ενώ εξάλλου η ορατότητα δεν περιορίζετο από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και η κυκλοφορία οχημάτων αραιής Αποτέλεσμα της προσκρούσεως αυτής ήταν αφ' ενός μεν τόσον ο οδηγός του μοτοποδηλάτου όσον και το μοτοποδήλατο, που ο τελευταίος οδηγούσε, να εκτιναχθούν και να καταπέσουν στο προς ...

έρεισμα της εν λόγω οδού, ο μεν πρώτος σε απόσταση δέκα τριών (13) μέτρων, το δε μοτοποδήλατο σε απόσταση τριάντα πέντε (35) μέτρων από το σημείο της προσκρούσεως, αφ' ετέρου δε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου να τραυματισθεί, υποστάς κάταγμα αυχενικής μοίρας, ρήξη σπληνός, οιδηματώδεις συμπεφορημένες των πνευμόνων ως επί οξέως πνευμονικού οιδήματος, διατομή πνευμόνων, πολύ μεγάλο αιμοπερικάρδιο, ρήξη αορτής ενός (1) cm, ολιγαιμικό shock, επιπεπλεγμένο κάταγμα υπερκονδύλιο δεξιού κάτω άκρου, κάταγμα κατωτέρου τρημορίου δεξιού μηριαίου οστού, εκδορές και εκχυμώσεις στην δεξιά κλείδα και υπερκλείδιο χώρα μέχρι την δεξιά τραχηλική περιοχή, στην μετωπιαία χώρα, και στην μεσότητα της έξω επιφανείας του δεξιού αντιβραχίου, από τα τραύματα του δε αυτά, ως μόνης ενεργού αιτίας, να θανατωθεί.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδία από την από 24-1-2001 έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, που συνέταξε ο αυτεπαγγέλτως αμέσως επιληφθείς αυτού, ως εκ των καθηκόντων του ως προανακριτικού υπαλλήλου, ανθ/μος του ΤΤ ... ..., το από 6-2-2003 έγκυρο και επικυρωμένο αντίγραφο του ταχογράφου του λεωφορείου, την υπ' αριθμ. .../1-1-2006 "έκθεση αναλύσεως συνθηκών τροχαίου ατυχήματος" του ..., την από 14-2-2001 "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" των ...

και ..., εργοδηγών μηχανολόγων της Δ/νσεως Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχίας Αργολίδας, που διορίσθηκαν από τον Διοικητή του ΤΤ ... για τον τεχνικό έλεγχο του ανωτέρω μοτοποδηλάτου, την από 24-6-2001 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής των ιατρών ... και ... και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.

Ειδικώς, ότι το άνω λεωφορείο ήταν ακινητοποιημένο στην προαναφερομένη θέση κατά την στιγμή της προσκρούσεως σε αυτό του μοτοποδηλάτου και μάλιστα χωρίς προηγουμένως να έχει κινηθεί έστω και επ' ελάχιστο διάστημα, αποδεικνύεται από την καταγραφή της όλης κινήσεως του στον ταχογράφο αυτού από της στιγμής που ο τελευταίος τοποθετήθηκε, περί ώρα 06.21', μέχρι που, εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, αφαιρέθηκε, περί ώρα 13.33', και κατά την οποία (καταγραφή αυτή) το όχημα αυτό, από της ώρας 12.55', που ακινητοποιήθηκε στο ως άνω σημείο και κατά τον εκτεθέντα τρόπο προς αποβίβαση επιβατών, μέχρι της ώρας 13.33', που αφαιρέθηκε ο δίσκος του ταχογράφου του προκειμένου να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο της σχετικής ποινικής δικογραφίας, δεν κινήθηκε.

Το τελευταίο τούτο αποδεικνύεται και από την ανωτέρω υπ' αριθμ. .../1-1-2006 "έκθεση αναλύσεως συνθηκών τροχαίου ατυχήματος" του ..., και δεν αναιρείται από άλλο αποδεικτικό μέσο. Ισχυρίζονται βεβαίως οι ενάγοντες και κατατίθεται τόσον από την επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επιμέλεια των τελευταίων, εξετασθείσα ενόρκως μάρτυρα ..., όσον και από τις εξετασθείσες, επίσης ενόρκως κατά την διενεργηθείσα αυτεπαγγέλτως σχετική αστυνομική προανάκριτη, μάρτυρες ...

και ... {βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από 8-2-2002 και 13-1-2002 καταθέσεις αυτών ενώπιον του ανθ/μου του ΤΤ ... ...), ότι η εν λόγω πρόσκρουση των ανωτέρω μοτοποδηλάτου και οδηγού του στο λεωφορείο έλαβε χώρα καθ' ην στιγμήν ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του τελευταίου οχήματος, έχοντας αποβιβάσει στην ανωτέρω θέση επιβάτες και έχοντας επανεκκινήσει, μετ' ολίγα μέτρα είχε ακινητοποιήσει εκ νέου αυτό (λεωφορείο) για να αποβιβάσει και άλλους επιβάτες, που αιφνιδίως εξεδήλωσαν την πρόθεση τους να αποβιβασθούν.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός των εναγόντων είναι ουσία αβάσιμος και οι καταφάσκουσες αυτόν καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, συμφώνως προς τα σχετικώς προαναφερόμενα, αφού εάν το λεωφορείο αμέσως μετά την πρώτη ακινητοποίηση του είχε εκκινήσει και μετ' ολίγα μέτρα, πέντε ως δέκα κατά τους άνω μάρτυρες, είχε και πάλι ακινητοποιηθεί για τον προαναφερόμενο λόγο, οπωσδήποτε η διαδρομή του αυτή και επίσης η ταχύτητα που θα είχε αναπτύξει, θα είχαν καταγραφεί στον ανωτέρω ταχογράφο του, που ακριβώς, ως εκ του προορισμού του, αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί η τοποθέτηση του στα οχήματα και συνεπώς και στο εν λόγω λεωφορείο, πράγμα (καταγραφή των στοιχείων αυτών) όμως που δεν έγινε.

Υπό τα, ως άνω, εκτεθέντα και ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι αποκλειστικός υπαίτιος της θανατώσεως του και των ένεκα αυτής ζημιών τών εναγόντων είναι ο, ως άνω, μοτοποδηλάτης ΑΑ. Συνίσταται δε η υπαιτιότητα του αυτή στο ότι, ενώ είχε νομική υποχρέωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 3, 20 παρ.1 του ΚΟΚ, ως μετρίως συνετός οδηγός μοτοποδηλάτου, όπως αυτό που οδηγούσε, α) να οδηγεί αυτό έχοντας διαρκώς στραμμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ως άνω μοτοποδηλάτου, στην θέση και στην κίνηση επί της οδού, που εκινείτο, των λοιπών οχημάτων, β) να ρυθμίζει την κίνηση του και την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου αυτού, βάσει της υπαρχούσης οριζοντίου και καθέτου σημάνσεως της οδού και αφού επρόκειτο να διέλθει από διάβαση πεζών και πλησίον του ως άνω μέσου μαζικής μεταφοράς (λεωφορείου), που αποβίβαζε επιβάτες, και γ) να προβαίνει σε κατάλληλους αποφευκτικούς συγκρούσεως χειρισμούς και ενέργειες, όπως πέδηση, αποφευκτικούς ελιγμούς κλπ, εν τούτοις αυτός, αμελώς και ασυνέτως συμπεριφερόμενος, κατά παράβαση των ανωτέρω υποχρεώσεων του:

α) οδηγούσε το μοτοποδήλατο με την ανεπιτρέπτως αυξημένη ταχύτητα των 80 και πλέον Km/h (110 km/h κατά την, τεχνική στην ουσία, υπ' αριθμ. .../1-1-2006 "έκθεση αναλύσεως συνθηκών τροχαίου ατυχήματος" του ...) και όχι με την επιτρεπομένη στο σημείο αυτό ταχύτητα των 30 Km/h. το πολύ, β) χωρίς να έχει διαρκώς στραμμένη την προσοχή του στην οδήγηση και στην ύπαρξη και στην θέση επί της οδού των άλλων οχημάτων, παρ' ότι στο ανωτέρω σημείο υπήρχαν σημαινόμενη και διαγραμμισμένη διάβαση πεζών και δη μαθητών και επίσης σχολείο, θέση στάσεως λεωφορείων του ΚΤΕΛ προς αποβίβαση επιβατών και το εν λόγω λεωφορείο, που αποβίβαζε επιβάτες και, εκατέρωθεν της ως άνω οδού, υπήρχαν προσέτι σταθμευμένα, όπως επίσης από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, πολλά οχήματα και γ) προς αποφυγή της εν λόγω προσκρούσεως δεν ενήργησε αφ' ενός μεν πέδηση προς μείωση της ταχύτητας του και των συνεπειών της (προσκρούσεως), αφ' ετέρου δε εγκαίρως αποφευκτικό αυτής προς τα αριστερά ελιγμό, καίτοι προς ενέργεια του τελευταίου δεν εκωλύετο από κάποιο εμπόδιο ή λόγο και επιπλέον είχε την δυνατότητα αυτή, δεδομένου ότι υπήρχε ελεύθερο τμήμα του προς ...

ρεύματος κυκλοφορίας πλάτους 2,20 μέτρων, στο οποίο ασφαλώς και εφικτώς μπορούσε να κινηθεί για να πραγματοποιήσει υπέρβαση του κατά τα εκτεθέντα ακινητοποιημένου λεωφορείου. Ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατο ο θανατωθείς με την ανωτέρω ανεπίτρεπτη, ενόψει των εκτεθεισών συνθηκών, ταχύτητα, ειδικώς αποδεικνύεται από την σφοδρότητα της προσκρούσεως, αναμφισβήτητη απόδειξη της οποίας αποτελεί η εκτίναξη του μεν σώματος του (θανατωθέντος) στην μεγάλη απόσταση των 13 μέτρων, του δε μοτοποδηλάτου στην ωσαύτως μεγάλη απόσταση των 35 μέτρων από το σημείο της προσκρούσεως, στο έρεισμα του προς ...

ρεύματος κυκλοφορίας, πράγμα που οπωσδήποτε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν θα συνέβαινε αν η πρόσκρουση γινόταν με την ταχύτητα έστω των τριάντα το πολύ χιλιομέτρων την ώρα (30 Km/h) αποδεικνύεται επίσης από την έκταση της στρεβλώσεως, από την εν λόγω πρόσκρουση, του αριστερού τμήματος του οπισθίου σιδηρού προφυλακτήρος του ως άνω λεωφορείου και την θραύση όλων των οπισθίων αριστερών φανών αυτού.

Τέλος, αποδεικνύεται από το είδος, την σοβαρότητα και τις συνέπειες των ως άνω τραυμάτων του θανατωθέντος. Αν δε ο εν λόγω θανατωθείς δεν παρέλειπε την τήρηση των προαναφερομένων υποχρεώσεων του κατά την οδήγηση του μοτοποδηλάτου, οπωσδήποτε το ατύχημα αυτό δεν θα συνέβαινε, αφού συμμορφούμενος προς αυτές εγκαίρως και από μεγάλης αποστάσεως, δεδομένου, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι η οδός στο σημείο του τροχαίου τούτου ατυχήματος είναι ευθεία επί μήκους οκτακοσίων (800) μέτρων, θα αντελαμβάνετο την ύπαρξη και την θέση του λεωφορείου και θα ενεργούσε εγκαίρως και επιτυχώς πέδηση και υπέρβαση του από αριστερά, χωρίς να εξέλθει του ρεύματος κυκλοφορίας του και έτσι η πρόσκρουση αυτή και η εξ αυτής θανάτωση τούτου δεν θα ελάμβαναν χώρα.

Αντιθέτως, τον πρώτο των εναγομένων, οδηγό του ως άνω λεωφορείου, δεν αποδεικνύεται από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι βαρύνει υπαιτιότητα στην πρόκληση της θανατώσεως του προαναφερομένου μοτοποδηλάτου. Και τούτο, γιατί αυτός, όπως είχε υποχρέωση ως μετρίως συνετός οδηγός λεωφορείου, όπως αυτό που οδηγούσε, εστάθμευσε τούτο κανονικώς στην ορισμένη θέση στάσεως προς αποβίβαση επιβατών, δεν μπορούσε δε να σταθμεύσει αυτό σε άλλο σημείο του εν λόγω ερείσματος ή κατ' άλλον τρόπο λόγω της υπάρξεως σταθμευμένων άλλου λεωφορείου και άλλων οχημάτων, κατά τα σχετικώς προαναφερθέντα.

Επίσης η πρόσκρουση αυτή δεν έλαβε χώρα ευθύς ως σταμάτησε το λεωφορείο προς αποβίβαση επιβατών, αλλά ενώ είχε αρχίσει και διαρκούσε η αποβίβαση επιβατών. Ακόμη γιατί την στάθμευση του λεωφορείου δεν αποδεικνύεται, ότι την ενήργησε αιφνιδίως και απροειδοποίητως και αποστέρησε έτσι τον ακολουθούντα μοτοποδηλάτη της δυνατότητος επιτυχούς αντιδράσεώς του και αποφυγής της προσκρούσεώς του στο λεωφορείο είτε με πέδηση είτε με ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του.

Εξ άλλου ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων, ότι η πρόσκρουση αυτή έλαβε χώρα καθ' ην στιγμή το λεωφορείο πραγματοποιούσε αιφνίδια νέα στάση προς αποβίβαση επιβατών λίγα μέτρα, και δη πέντε έως δέκα, όπως κατέθεσαν οι επιβαίνουσες του λεωφορείου ..., και ...

ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου κατά την ενώπιον του εκδίκαση της εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου κατηγορίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια του ως άνω θανατωθέντος, μετά την στάση και την αποβίβαση επιβατών, που είχε ήδη πραγματοποιήσει στο ίδιο σημείο, και πάλιν η συμπεριφορά αυτή του πρώτου εναγομένου δεν αποδεικνύεται, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την θανάτωση του ως άνω θανατωθέντος και τις ένεκα αυτού ζημίες των εναγόντων.

Και τούτο γιατί υπό τον εκτεθέντα αμελή και ασύνετο τρόπο, που εκινείτο ο θανατωθείς, και ειδικώς λόγω της ανεπιτρέπτως αυξημένης ως άνω ταχύτητος, με την οποία έβαινε, του ότι δεν είχε στραμμένη συνεχώς την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε να αντιλαμβάνεται ανά πάσαν στιγμή την θέση και την κίνηση των λοιπών οχημάτων και συνεπώς και του λεωφορείου "αυτού, του οποίου την θέση και στάση, αρχική και εν συνεχεία, δεν αποδεικνύεται, ότι αντελήφθη τουλάχιστον εγκαίρως, σε συνδυασμό αφ' ενός μεν με την ελαχίστη ταχύτητα, την μη υπερβαίνουσα τα 5 Km/h, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, μπορούσε, να αναπτύξει το λεωφορείο αυτό ως όχημα ογκώδες, βαρύ και φέρον επιβάτες, στην προαναφερομένη απόσταση των 5-10 μέτρων, που έστω καθ' υπόθεσιν και με βάση τον ισχυρισμό αυτόν των εναγόντων, διήνυσε και μάλιστα κατ' ευθείαν πορεία, από την κατά πρώτον στάση του μέχρι την δεύτερη τοιαύτη, αφ' ετέρου δε λόγω μη τηρήσεως υπό του θανατωθέντος της απαιτουμένης αποστάσεως ασφαλείας από το λεωφορείο, πρόδηλο είναι, ότι τόσον στην υποθετική αυτή περίπτωση, όσον και στην περίπτωση που το λεωφορείο δεν σταματούσε την κίνηση του, αλλά συνέχιζε την πορεία του, οπωσδήποτε η πρόσκρουση αυτή, λόγω των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων του θανατωθέντος, θα συνέβαινε και τα εξ αυτής ως άνω αποτελέσματα θα επήρχοντο.

Δεν μπορούσε δε ο πρώτος εναγόμενος υπό τις εκτεθείσες και ως αποδειχθείσες γενόμενες δεκτές συνθήκες και περιστάσεις, να προβλέψει, ως μετρίως συνετός οδηγός του λεωφορείου αυτού, ότι είναι δυνατόν ο θανατωθείς να ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο εξόχως αμελή τρόπο. Κατ' ακολουθίαν τούτων αφού δεν αποδεικνύεται, ότι τον πρώτο εναγόμενο βαρύνει υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα στην πρόκληση της θανατώσεως του προαναφερομένου μοτοποδηλάτη και των μετ' αυτής αιτιωδώς συνδεομένων ζημιών των εναγόντων, ώστε στην ανόρθωση αυτών να υποχρεούνται, λόγω της κατά τα εκτεθέντα σχέσεως τους προς το εν λόγω λεωφορείο, οι εναγόμενοι, η ένδικη αγωγή των εναγόντων είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα της αποκλειστικής ή όχι υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και της ύπαρξης ή όχι συντρέχουσας αμέλειας ή αποκλειστικής του θανατωθέντος οδηγού του μοτοποδηλάτου στην επέλευση του ατυχήματος και στην έκταση των συνεπειών του, έτσι ώστε καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός λόγος ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300 § 1 εδ.

α' 330 εδ. β' και 914 Α.Κ. Ειδικότερα:α) δέχεται το Εφετείο ότι, το ατύχημα συνέβη κατά τη χρονική στιγμή της στάθμευσης του λεωφορείου στην προς τούτο προσδιορισμένη στάση, όπου το έρεισμα που ήταν κατασκευασμένο για να σταθμεύουν προς αποβίβαση τα λεωφορεία ήταν κατειλημμένο από άλλο λεωφορείο, με αποτέλεσμα το λεωφορείο να καταλαμβάνει κατά τη στάθμευση εκείνη από το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας όπου συνέβη το ατύχημα 1,45 μ.

και ν' απομένει ελεύθερο οδόστρωμα πλάτους 2,20 μ. Στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του λεωφορείου, στάθμευε τούτο, κανονικά, στην ορισμένη θέση στάσης για την αποβίβαση των επιβατών, γιατί δεν μπορούσε να το σταθμεύει σε άλλο σημείο του ερείσματος, λόγω της υπάρξεως άλλου σταθμευμένου λεωφορείου παράλληλα προς το οποίο στάθμευσε.

Ενώ, όμως, οι παραδοχές αυτές του Εφετείου, οδηγούν αιτιωδώς στη θεμελίωση των παραβάσεων από της πλευράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του λεωφορείου των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 εδ. η του ΚΟΚ γιατί στάθμευε το λεωφορείο καταλαμβάνοντας μέρος του πλάτους 1,45μ της μοναδικής κατά την κατεύθυνση του λωρίδας κυκλοφορίας του οδοστρώματος της οδού που εκινείτο, αφήνοντας ελεύθερο πλάτος (από το συνολικό της λωρίδας των 3,65 μέτρων) 2,20 μ, δηλαδή μικρότερο των 3 μέτρων, που ήταν υποχρεωμένο ν' αφήσει για την ασφαλή εξ αριστερών του διέλευση των οχημάτων που εκινούντο προς την ίδια κατεύθυνση με το λεωφορείο, και 34 παρ. 2 εδ.

ιβ του ΚΟΚ, γιατί στάθμευσε το λεωφορείο ενώ εκινείτο σε αυτοκινητόδρομο, εκτός του χώρου στάθμευσης, που είχε καθορισθεί κατά τις ίδιες παραδοχές με σήμανση, κατά την αποβίβαση των επιβατών, αντιφατικά στη συνέχεια κατέληξε το Εφετείο στην κρίση ότι η προαναφερθείσα στάθμευση, με την κατάληψη 1,45 από το οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας έγινε με κανονικές συνθήκες, λόγω της παράλληλης στάθμευσης του προηγούμενου λεωφορείου επί του ερείσματος και της οικείας θέσης στάθμευσης, καίτοι τέτοια αιτιολογία, που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της επίμαχης στάθμευσης με τις πιο πάνω συνθήκες δεν καθιερώνεται, ούτε προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του Κ.Ο.Κ.

Η προαναφερθείσα δε αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης οδήγησε στη συνέχεια αιτιωδώς στο αιτιωδώς στο να καταστήσει ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί δεν ερευνήθηκε η οποιαδήποτε σχέση και αιτία από την άποψη της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης της παράνομης κατά τον ΚΟΚ πράξη του πρώτου αναιρεσίβλητου, και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε διαγνωσθείσα υπαιτιότητα του θανατωθέντος οδηγού του μοτοποδηλάτου.

Ειδικότερα, η προαναφερθείσα παραδοχή της προσβαλλόμενης για τη στάθμευση του λεωφορείου σε πλάτος 1,45 μ και η δημιουργία για αντίστοιχου εμποδίου η κινδύνου μέσα στο ρεύμα πορείας του μοτοποδηλάτου που ακολουθούσε, δημιουργούσε αναγκαίως για τον οδηγό του λεωφορείου, τις εκ του άρθρου 12 παρ. 4 του ΚΟΚ υποχρεώσεις στο να ειδοποιήσει με κάθε τρόπο (πχ φώτα, αλάρμ), τους λοιπούς χρήστες της οδού για την ύπαρξη του εμποδίου ή του κινδύνου, αλλά και μα λάβει τ' ακατάλληλα μέτρα για την απρόσκοπτη κυκλοφορία των οχημάτων που ακολουθούσαν.

Πλην όμως το Εφετείο, ενώ δέχεται τη ύπαρξη της πιο πάνω στάθμευσης, παρέλειψε να ερευνήσει στο αιτιολογικό του το εάν ο αναιρεσίβλητος οδηγός του λεωφορείου τήρησε τη πιο πάνω υποχρεώσεις του, που επέβαλε σ' αυτόν, η με τις πιο πάνω συνθήκες κατάληψη μέρους του οδοστρώματος με την παράνομη στάθμευση, έτσι δε η όλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης στερείται της αναγκαίας επάρκειας και σαφήνειας κατά τη στάθμιση από το Εφετείο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των συγκεκριμένων πιο πάνω παρανόμων πράξεων του αναιρεσίβλητου οδηγού του λεωφορείου και του επελθόντος αποτελέσματος της θανάτωσης του οδηγού του μοτοποδηλάτου που ακολουθούσε.

Αυτά δε σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι κατά της ίδιες παραδοχές του λεωφορείου που βρίσκεται με τις πιο πάνω συνθήκες στάθμευσης του λεωφορείου σε απόσταση 1,45μ από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, με κατεύθυνση προς το κέντρο του οδοστρώματος, ώστε από τις ίδιες παραδοχές προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δημιουργηθέντος εμποδίου εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου οδηγού λεωφορείου με την παράνομη στάθμευση και της επ' αυτού προσκρούσεως, χωρίς με σαφήνεια και επάρκεια να ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι οποιαδήποτε τέτοιας αιτιώδους σαφήνειας.

Στη συνέχεια ενδοιαστικά σε σχέση με την πρώτη παραδοχή του, και με την έννοια της επικουρικότητας γιατί πρόκειται για παραδοχές στηριζόμενες σε διαφορετικές προϋποθέσεις, κατά τόπο, χρόνο και έννομες συνέπειες δέχεται το Εφετείο ότι το ατύχημα συνέβη κατά τη χρονική στιγμή που το λεωφορείο μετά την αποβίβαση μαθητών στην προς τούτο προσδιορισμένη στάση, και αφού διήνυσε στο μεταξύ από την εκκίνηση του μερικά μέτρα, κινούμενο με μικρή ταχύτητα, πραγματοποίησε νέα στάση για την αποβίβαση επιβατών, γ) σε σχέση με την αμέσως πιο πάνω υπό στοιχεία β' παραδοχή δεν διευκρινίζει το Εφετείο τελικά όπως είχε υποχρέωση, σαφώς και χωρίς αμφιβολία, σε ποια χρονική στιγμή συνέβη το ένδικο ατύχημα, ειδικότερα δε εάν συνέβη κατά την αρχική στάθμευση, ή κατά τη δεύτερη ύστερα από λίγα μέτρα, δ) με την υποθετική παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι το ατύχημα συνέβη, όταν το λεωφορείο πραγματοποιούσε νέα στάση, την οποία δεν απέκρουσε ρητά το Εφετείο με την ενδοιαστική έκφραση "ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος, ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων ότι η πρόσκρουση έλαβε χώρα όταν το λεωφορείο πραγματοποίησε αιφνίδια νέα στάση ύστερα από φα μέτρα", δεν διευκρινίζει το Εφετείο:

α) το εάν στη νέα αυτή στάση συνεχιζόταν το έρεισμα στάθμευσης των λεωφορείων και σε καταφατική περίπτωση αν ήταν ελεύθερο β) εάν η νέα στάση ήταν αιφνίδια με την έννοια ότι εάν εδίδετο στα ακολουθούντα οχήματα η δυνατότητα αντίδρασης των οδηγών τους, γ) εάν αμέσως πριν από τη νέα στάση ο αναιρεσίβλητος οδηγός του λεωφορείου ειδοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο τα ακολουθούντα οχήματα για την εκ νέου στάθμευση του λεωφορείου, δ) πριν από τη δεύτερη στάθμευση σε πόση απόσταση βρισκόταν το μοτοποδήλατο εν όψει του ότι μόνο στην εκδοχή ότι το ατύχημα συνέβη κατά τη δεύτερη στάση, περιλαμβάνεται και η παραδοχή του Εφετείου ότι ο οδηγός, του μοτοποδηλάτου δεν τηρούσε από το λεωφορείο απόσταση ασφαλείας.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ενδοιαστικές, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα της αποκλειστικής (αμελούς) υπαιτιότητας ή όχι του πρώτου αναιρεσίβλητου και της ύπαρξης ή μη συντρέχουσας αμέλειας του θανατωθέντος οδηγού του μοτοποδηλάτου στην επέλευση του ατυχήματος και ιδίως στην έκταση των συνεπειών του, χωρίς στη προκειμένη περίπτωση, όπου το ατύχημα συνέβη σε δεδομένη χρονική στιγμή, να δικαιολογείται η με επικουρικές ή διαζευκτικές αιτιολογίες αναζήτηση της υπαιτιότητας, έτσι ώστε καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300 § 1 εδ.

α', 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ. Επομένως ο δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων όπως παραδεκτά με την εισήγηση συμπληρώθηκε κατ' αρθρ. 562 § 4 του Κ.ΠολΔ. κρίνονται βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Αντίθετα ο τρίτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης από τον ίδιο αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ.

με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της έλλειψης μείζονος νομικής πρότασης και της μη μνείας των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ) και τα ει το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 453/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ