283/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated283/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 283 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 283/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "VILLAGE ROADSHOW GREECE Α.Ε.", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ευαγγελοδήμο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 855/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1481/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 20-10-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και τετάρτου λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στις 13.1.1997 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετά από ανανέωσή της μετατράπηκε στις 13.7.1997 σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί σ' αυτή ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων κινηματογράφου, ενώ η τελευταία γνώριζε ότι ο ίδιος στις 23.4.1994, λόγω πτώσεώς του από δίκυκλο όχημα, είχε υποστεί ολική παράλυση του δεξιού βραχιονίου πλέγματος, η οποία παρά τη γενόμενη περί τις αρχές Μαρτίου 1997 νευροχειρουργική επέμβαση στο δεξιό ώμο του, δεν αποκαταστάθηκε.
Ο ανωτέρω από το χρόνο της προσλήψεώς του τοποθετήθηκε σε θέση τηλεφωνητή και κατά τα πρώτα έτη της εργασίας του χρησιμοποιούσε κατά την εκτέλεση αυτής μόνο το τηλέφωνο, έδινε πληροφορίες για τις προβολές των ταινιών και προέβαινε σε κρατήσεις θέσεων. Από το έτος όμως 2000, λόγω αλλαγής της τεχνολογίας, οι κρατήσεις εισιτηρίων γίνονταν πλέον τηλεφωνικώς με τη χρέωση της πιστωτικής κάρτας των πελατών και τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Έτσι, ο αναιρεσίβλητος άρχισε πλέον να προβαίνει στη σχετική κράτηση θέσεων με χρέωση του κόστους του εισιτηρίου στην πιστωτική κάρτα του πελάτη, χρησιμοποιώντας έκτοτε αδιαμαρτύρητα ηλεκτρονικό υπολογιστή, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να πατήσει τα πλήκτρα αυτού με το δεξιό του χέρι, και για το λόγο αυτό χρησιμοποιούσε προς τούτο μόνο το αριστερό του χέρι, η δε αναιρεσείουσα προμήθευσε σ' αυτόν προς διευκόλυνσή του ειδικό χειριστήριο, που ήταν ευκολότερο στη χρήση του.
Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος το έτος 2003 παρουσίασε BLOCK αριστερού ωλενίου νεύρου στο ύψος του αγκώνα, η δε κατάσταση αυτή της υγείας του προκλήθηκε από την υπερκόπωσή του, αφού κατά την εκτέλεση της εργασίας του και την αυτοεξυπηρέτησή του χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι.
Ο ίδιος ζήτησε από την αντίδικό του να τοποθετηθεί σε λιγότερο κοπιαστική θέση, η οποία όμως δεν υπήρχε, η δε θέση του ελεγκτή εισιτηρίων ήταν περισσότερο κοπιαστική, αφού έπρεπε να ανοίγει μεγάλες πόρτες στις αίθουσες, εργασία που απαιτούσε μυϊκή δύναμη και στα δύο χέρια. Έτσι, ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να εργάζεται στην ίδια θέση.
Στη συνέχεια, δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα στις 21.1.2004 ανακοίνωσε στον αντίδικό της την καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως και του προσέφερε τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, ενώ στις 23.1.2004 του επέδωσε νομίμως το οικείο έγγραφο της καταγγελίας και το γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, καθόσον η εν λόγω αποζημίωση είχε παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο λόγος της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως ήταν το κακώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον της εργοδότριας αναιρεσείουσας, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν πλέον τόσο παραγωγικός όσο επιθυμούσε αυτή εξαιτίας της καταστάσεως της υγείας του, που ήταν αποτέλεσμα αιτιωδώς συναπτόμενο με το είδος της εργασίας αυτού.
Ο αναιρεσίβλητος είναι ολικός ανάπηρος στο δεξιό του χέρι, εργάζεται μόνο με το αριστερό του χέρι και η αναιρεσείουσα, ενώ γνώριζε την κατάσταση αυτή της υγείας του από το χρόνο της προσλήψεώς του, ανανέωσε την εργασιακή του σύμβαση, δημιουργώντας σ' αυτόν την πεποίθηση ότι θα εξακολουθήσει να τον απασχολεί παρά το πρόβλημά του.
Ο ανωτέρω προσπάθησε να εργασθεί φιλότιμα και να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, ενώ μετά την πρόσληψή του δημιούργησε οικογένεια, έχει ήδη δύο ανήλικα παιδιά και είναι πλέον 32 ετών, η δε ως άνω πάθηση στο αριστερό του χέρι έχει ως αιτία την υπερκόπωσή του, λόγω μη χρησιμοποιήσεως και του δεξιού χεριού του.
Με την απόλυσή του θα βρεθεί σε πολύ δυσχερή θέση και θα περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση ο ίδιος και η οικογένειά του, αφού είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει κάποια άλλη κατάλληλη γι' αυτόν εργασία, ούτε άλλους πόρους. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας με τον ενάγοντα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (αρθρ. 281 ΑΚ) και ότι, επομένως, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, ως καταχρηστική.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του άνω κανόνα δικαίου, για την επέλευση ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του προς τούτο δικαιώματος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Συνεπώς, το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση και συγκεκριμένα, για την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει σ' αυτήν το ποσό των 5.855,16 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε αυτόν, σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο, που υποβάλλεται με τις προτάσεις της προκείμενης συζητήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι αυτές, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα έχουν κατατεθεί στις 19-12-2008, δηλαδή μετά τη συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1481/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ