283/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 283 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 283/2007
Legislator headnote
AI generated283/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 283 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 283/2007
Full text
Απόφαση 283 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 283/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τζήμα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών. Εκπροσωπήθηκε από την Γαρυφαλιά Σκιάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 341/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 583/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια δικαστική αντιπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 131 παρ. 10 του Ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυσε μέχρι τις 23-3-1998 (άρθρ. 150 παρ. 1 του νέου οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το Ν. 2954/1998), παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, τον βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου, στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Εξωτερικών και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα με την παρ. 11 του ίδιου άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια Πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούνται, κατά τα άρθρα 68 παρ. 4 και 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976, και οι ιδιαίτεροι γραμματείς, που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Περαιτέρω με τις παρ. 2 και 5 του άρθρου 129 του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (Ν. 2594/1998) ορίστηκε ο τρόπος προσλήψεως του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ειδικότερα, ορίστηκε ότι στις προβλεπόμενες γι' αυτούς θέσεις προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας που εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, με σύμβαση που καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής αυτής, κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του προϊσταμένου, αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες αγοράς εργασίας. Εξάλλου, με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού (24-3-1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διατηρούν το εργασιακό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ειδικά δε για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής στην οποία υπηρετούν. Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 135 παρ. 4 του νέου Οργανισμού - που είναι ταυτόσημη με την προαναφερόμενη όμοια της παρ. 10 του άρθρου 131 του παλαιού Οργανισμού - επαναλαμβάνονται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως, στο μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετεί στην αλλοδαπή, του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου ιδιαίτεροι γραμματείς εξακολουθούν να λαμβάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, όπως και υπό την ισχύ του προηγούμενου Οργανισμού. Η αναπροσαρμογή όμως του εν λόγω επιδόματος γίνεται μόνο με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν, ύστερα από εκτίμηση των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως στη χώρα που υπηρετούν και δεν ακολουθεί την τυχόν αναπροσαρμογή του ίδιου επιδόματος των υπηρετούντων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου υπαλλήλων, η οποία γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, που εκδίδεται υπό τις προϋποθέσεις και μετά από γνώμη της επιτροπής που ορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 135 του νέου Οργανισμού. Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή της η αναιρείουσα ισχυρίζεται, ότι με την από 15-3-1994 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του γενικού προξένου της Ελλάδας στη ... , προσλήφθηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας στο Γενικό Προξενείο της .... , όπου και υπηρετεί, ότι με τη σύμβαση αυτή ορίστηκε ότι δικαιούται να λαμβάνει μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού διοικητικού γραμματέα Ε΄ τάξης καθώς και το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του βαθμού αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον η αναπροσαρμογή του δικαιολογείται από τις επιτόπιες συνθήκες, και ότι μετά την ισχύ του νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, εξακολούθησε να λαμβάνει το ως άνω επίδομα, αλλά όμως, παρότι αυτό αναπροσαρμόθηκε για τους τακτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2000 έως 31-12-2002), το αναιρεσίβλητο, αρνείται να καταβάλει και στην αναιρεσείουσα την καθορισθείσα με τις αποφάσεις αυτές προσαύξηση. Ακολούθως, ζητεί να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να της καταβάλει το ποσό που αντιστοιχεί στην προσαύξηση αυτή, κυρίως με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και τις κείμενες διατάξεις, και επικουρικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 του ΕισΝΑΚ και 4 παρ.1 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι σύμφωνα με τη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και τις ανωτέρω διατάξεις, η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, που είχαν χορηγηθεί στους τακτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, ούτε όφειλε ο Υπουργός Εξωτερικών να εκδώσει σχετική περί αναπροσαρμογής απόφαση, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που η προσαύξηση χορηγήθηκε και στους τακτικούς υπαλλήλους, η δε διαφορετική ρύθμιση των ανωτέρω διατάξεων αφορά διαφορετική κατηγορία υπαλλήλων, που προσλαμβάνονται με διαφορετικούς όρους και προσφέρουν υπηρεσίες υπό διαφορετικές συνθήκες. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται την αιτούμενη προσαύξηση για την ένδικη χρονική περίοδο και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχτεί την αγωγή ως προς την κυρία βάση της κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών υπάρχει στην μείζονα πρόταση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας χωρίς αιτιολογία, κατά το μέρος της που αφορά στην παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, μεταξύ των οποίων και οι κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας για επιδίκαση σ' αυτήν της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που χορηγήθηκε στους τακτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, δέχτηκε ότι ούτε από τη σύμβαση αλλά ούτε και από τις σχετικές διατάξεις του Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών υπάρχει σχετική υποχρέωση του αναιρεσίβλητου. Δεν διαπίστωσε, δηλαδή το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην προαναφερόμενη σύμβαση, ούτε και προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, και κατά συνέπεια δεν όφειλε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για να κρίνει αν το αναιρεσίβλητο είχε υποχρέωση καταβολής και στην αναιρεσείουσα των προσαυξήσεων που χορηγήθηκαν στους τακτικούς υπαλλήλους. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 583/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ