Legislator Case Law & Legislation
283/2006 AI generated

Bank dismissed from public sector status; employee's pension claim rejected due to private sector classification.

Case Number 283/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that granted early retirement benefits to an employee. The court found the bank had ceased to be part of the public sector by 2001, as private shareholders held a majority and the state lost control. Consequently, the statutory restrictions protecting public sector employees did not apply to this case.

Legislator headnote

AI generated

Ν. 3198/1955, άρθρο 8 εδ. α': A contract of indefinite duration with a public sector entity is subject to specific early retirement compensation rules only if the entity remains within the public sector at the time of termination; if the entity has transitioned to private ownership and management, the employee is no longer covered by these protective provisions.

Keywords

AI generated
public sector status early retirement benefits private sector transition state control loss statutory compensation

Cited Legislation

AI generated
Ν. 3198/1955, άρθρο 8 εδ. α'
Ν. 2112/1920, άρθρο 6 παρ. 1
Α.Ν. 173/1967, άρθρο 2
Ν.Δ. 618/1970, άρθρο 1 παρ. 1 και 2
Ν. 1876/1990, άρθρο 33

Cited Case Law

AI generated
Ολ. ΑΠ 39/1998
Ολ. ΑΠ 1/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 283 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 283/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστο-λόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή , Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Τραπεζικής Εται-ρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.

Της αναιρεσίβλητης : Σ. Α.-Μ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιανουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2665/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3045/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της και τους από 25 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 19 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, καθώς και ο πρόσθετος, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν.3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού Νόμου.

Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ'αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12.3.2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9.3.2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12.3.2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ.1 και 8 παρ. 3 του Ν.1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.

Εξάλλου, όπως έχει κριθεί με την 42/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού. περιέχει και τους όρους του Κανονισμού.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που έχει γεννηθεί την 29-11-1953, προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα και εργάσθηκε σ'αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 26-11-1984 μέχρι 27-7-2001, ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι την 27-7-2001 παραιτήθηκε εγγράφως από την υπηρεσία της πριν από την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, που ήταν το 62ο έτος.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι έτσι πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης της σύμβασης, που μετέπεσε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας και ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται την αποζημίωση, που προβλέπει το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού, κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας, προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση της Τράπεζας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχώρησης του μισθωτού με έγγραφη παραίτηση από την υπηρεσία του.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 33 του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, 8 εδ• α' του Ν. 3198/1955 και 4 του Ν. 2112/1920 και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων, στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης συγκατάθεσης της εργοδότριας Τράπεζας στην αποχώρηση της αναιρεσίβλητης με έγγραφη παραίτηση από την υπηρεσία της.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος καθώς και ο πρόσθετος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.- Επειδή, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζει ότι, όταν εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τράπεζα ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις, που επιχορηγούνται από το Κράτος, η οφειλόμενη από το Ν. 2112/1920, όπως ήδη ισχύει, αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δρχ., καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974 στο ποσό των 600.000 δρχ., με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985 στο ποσό των 1.000.000 δρχ. και ανέρχεται ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990, στο ποσό των 1.500.000 δρχ. Ακολούθως, οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του Α.Ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων από το Δημόσιο κ.λ.π." ορίζουν η μεν πρώτη ότι το τιθέμενο από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ως άνω ανώτατο όριο αποζημιώσεως ισχύει για κάθε περίπτωση αποζημιώσεως, που οφείλεται, σύμφωνα με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, στους αποχωρούντος, απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεων, επιχορηγουμένων από το Κράτος, που συνδέονται με αυτά με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καταργουμένης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου, η δε δεύτερη ότι η ισχύς της προηγούμενης παραγράφου ανατρέχει στο χρόνο ενάρξεως της ισχύος του Α.Ν. 173/1967 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημιώσεως στο θεσπιζόμενο από τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 ανώτατο όριο με το πρόσωπο του εργοδότη, αποβλέποντας προδήλως στην ανακούφιση του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφέλειας και των επιχειρήσεων, που επιχορηγούνται από το Κράτος, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογούμενους και το κόστος των παρεχομένων απ' αυτές υπηρεσιών επί των κοινωφελών επιχειρήσεων.

Ο ανωτέρω σκοπός του νόμου δικαιολογεί τη θέσπιση του ανωτάτου ορίου στην προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση μόνο για τους μισθωτούς των Τραπεζών του δημόσιου τομέα, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που ιδρύθηκαν και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής οικονομίας. Ο εν λόγω περιορισμός της αποζημιώσεως δεν δικαιολογείται για τους μισθωτούς των Τραπεζών του ιδιωτικού τομέα, που έχουν ιδρυθεί με ιδιωτικά κεφάλαια και λειτουργούν στη Χώρα με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών συμφερόντων των κεφαλαιούχων - μετόχων τους, ημεδαπών και αλλοδαπών, διότι είναι παράλογο να ευνοούνται τράπεζες του ιδιωτικού τομέα σε βάρος των εργαζομένων από ρυθμίσεις, που είχαν σκοπό να διαφυλάξουν το δημόσιο συμφέρον (Ολ.

Α.Π. 39/1998). Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και οι τράπεζες που ανήκαν αρχικά στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιοριζόταν στο άρθρο 1 § 6 του Ν. 1256/1982, αλλά έπαψαν να ανήκουν σ'αυτήν, μετά τον επαναπροσδιορισμό του δημόσιου τομέα από το άρθρο 51 του Ν. 1892/1990 (πρβλ. Ολ. ΑΠ 1/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε και τα εξής:

Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο λύσεως της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (27-7-2001), δεν ανήκε πλέον στις Τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκουν μεταξύ άλλων και οι Τράπεζας, που ανήκουν στο Δημόσιο, είτε στο σύνολό τους, είτε κατά πλειοψηφία. Επιπλέον, η εναγομένη λειτουργούσε κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, καθόσον το Δημόσιο δεν πλειοψηφούσε στη μετοχική σύνθεση αυτής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον απολογισμό της για το έτος 2000, το 53,9% ανήκε σε ιδιώτες και συγκεκριμένα, το 24,1% σε ιδιώτες επενδυτές του εσωτερικού, το 12,7% σε θεσμικούς επενδυτές εσωτερικού, το 0,5% σε ιδιώτες επενδυτές εξωτερικού και το 16,6% σε ιδιώτες επενδυτές εξωτερικού, ενώ η εναγομένη και οι θυγατρικές κατέχουν το 8,6% του μετοχικού της κεφαλαίου, το Ελληνικό Δημόσιο το 4,4% και οι επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα το 33,1%.

Τέλος, το Δημόσιο δεν είχε τη δυνατότητα να επιδράσει στη λειτουργία και τον τρόπο διοικήσεως της εναγομένης, αφού μετά την έκδοση του Ν. 2937/2001, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 26-7-2001, δηλαδή μία ημέρα πριν την αποχώρηση με παραίτηση της ενάγουσας από την υπηρεσία, ορίσθηκε με το άρθρο 29 αυτού ότι το όργανα διοικήσεως της εναγομένης θα διορίζονται εφεξής με βάση τις διατάξεις του καταστατικού της (εκλογή με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων), με αποτέλεσμα να εξέλθει του δημόσιου τομέα.

Κατά συνέπεια, δεν υπέκειτο το ποσό της αποζημιώσεως, που ζήτησε η ενάγουσα κατά το Ν. 3198/1955 λόγω της αποχωρήσεώς της από την εναγομένη σε χρόνο που ανήκε αυτή στον ιδιωτικό τομέα στον περιορισμό από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 33 του Ν. 1876/1990.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί αντιθέτως και δέχθηκε κατ'ουσία το σχετικό αίτημα της ένδικης αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1-2 του Ν.Δ. 618/1970 και συνεπώς ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.

λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-9-2004 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3045/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ