282/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated282/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 138 του Κ.Ι.Ν.Δ. ορίζεται ότι "Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ' αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι' ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνο δι' ίδιον αυτού πταίσμα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 282 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 282/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Σωτηριάδη και Γεώργιο Ορφανίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ά. Δ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αθανασόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 996/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 545/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10/9/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 10-9-2020 (792/87/15-9-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 545/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Η διεθνής μεταφορά επιβατών διέπεται στην Ελλάδα από τη Διεθνή Σύμβαση των Αθηνών της 13ης Δεκεμβρίου 1974 "σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους", όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της 19ης Νοεμβρίου 1976 και το Πρωτόκολλο της 1ης Νοεμβρίου 2002, που κυρώθηκαν με τους ν. 1922/1991 (ΦΕΚ Α' 15/15-2-1991) και 4195/2013 (ΦΕΚ Α' 211/10-10-2013), αντίστοιχα, καθώς και από τον Κανονισμό (ΕΚ) 392/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 "σχετικά με την ευθύνη των μεταφορέων που εκτελούν θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, σε περίπτωση ατυχήματος", ο οποίος, με βάση το άρθρο 2, ισχύει από την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι από την 29η-5-2009, η δε εφαρμογή του αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης των Αθηνών, όσον αφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι όμως αργότερα από την 31η-12-2012.
Ειδικότερα, ο παραπάνω Κανονισμός θεσπίζει -μεταξύ άλλων- το ενωσιακό καθεστώς σχετικά με την ευθύνη και την ασφάλιση για τις θαλάσσιες μεταφορές επιβατών, όπως ορίζουν οι συναφείς διατάξεις α) της Σύμβασης των Αθηνών του 1974 σχετικά με τη θαλάσσια μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους, όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο του 2002 και β) των επιφυλάξεων και των κατευθυντήριων γραμμών του διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) για την εφαρμογή της Σύμβασης των Αθηνών, που υιοθέτησε η νομική επιτροπή του ΙΜΟ στις 19-10-2006 (άρθρο 1 παρ. 1).
Ο Κανονισμός (και η με αυτόν διαμορφούμενη Σύμβαση των Αθηνών, καλούμενη εφεξής "Σύμβαση Αθηνών 2002") εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, σε οποιαδήποτε διεθνή μεταφορά, κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 9 της άνω Σύμβασης, δηλαδή, σε κάθε μεταφορά, της οποίας, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, ο τόπος αναχώρησης και ο τόπος προορισμού βρίσκονται σε δύο διαφορετικά κράτη ή σε ένα μόνο κράτος, εάν, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς ή το προγραμματισμένο δρομολόγιο, υπάρχει ενδιάμεσο λιμάνι προσέγγισης σε άλλο κράτος, εφόσον α) το πλοίο φέρει σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένο σε κράτος μέλος ή β) η σύμβαση μεταφοράς έχει συναφθεί σε κράτος μέλος ή γ) ο τόπος αναχώρησης ή προορισμού, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς, βρίσκεται σε κράτος μέλος.
Κατά ρητή πρόβλεψη του Κανονισμού, το καθεστώς ευθύνης ως προς τους επιβάτες, τις αποσκευές τους και τα οχήματά τους διέπεται από τον Κανονισμό, καθώς και από τα άρθρα 1 και 1α, 2 παρ. 2, 3 έως 16, 18, 20 και 21 της Σύμβασης που παρατίθενται στο παράρτημα Ι και τις διατάξεις των κατευθυντήριων γραμμών του ΙΜΟ που παρατίθενται στο παράρτημα
ΙΙ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5α του Κανονισμού (Παράρτημα Ι), κατ' εξαίρεση, δεν αποτελούν αποσκευές και, κατά συνέπεια, δεν καλύπτονται από τη "Σύμβαση των Αθηνών 2002", τα αντικείμενα και τα οχήματα, που μεταφέρονται από το μεταφορέα, βάσει ναυλοσυμφώνου, φορτωτικής ή άλλης σύμβασης, που αφορά, πρωταρχικά, στη μεταφορά αγαθών. Δοθέντος, όμως, ότι η ως άνω Σύμβαση δεν αποσκοπεί στη ρύθμιση της σύμβασης μεταφοράς στο σύνολό της, αλλά αποκλειστικό αντικείμενό της είναι η ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα για τη ζημία που επήλθε ως αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης επιβάτη και την απώλεια ή ζημία των αποσκευών του, για την πλήρωση των κενών που ανακύπτουν, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και, όταν αυτό είναι το ελληνικό, οι διατάξεις του ΚΙΝΔ και του Α.Κ. Ως αποσκευές νοούνται, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, τα συσκευασμένα (σε σάκους ταξιδιωτικούς, βαλίτσες κ.λ.π.) αντικείμενα, που συνοδεύουν τον επιβάτη και προορίζονται για την προσωπική του χρήση (Α.Π. 376/2008).
Στο άρθρο 138 του Κ.Ι.Ν.Δ. ορίζεται ότι "Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ' αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι' ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνο δι' ίδιον αυτού πταίσμα.
Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαγιάς, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι' ίδιον αυτού πταίσμα". Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημιές, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά και μόνον όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δικό του προσωπικό πταίσμα αναβιώνει η ευθύνη του.
Πταίσμα του πλοιάρχου, του πληρώματος και γενικά των προσώπων που έχουν προστηθεί από το μεταφορέα δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, αλλά απαιτείται "ίδιον", δηλαδή, προσωπικό πταίσμα του ή, εφόσον πρόκειται να εταιρεία, των προσώπων που την εκπροσωπούν ή ασκούν τη διοίκησή της, αφού η ως άνω διάταξη απαλλάσσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το μεταφορέα από την ευθύνη για το πταίσμα των προστηθέντων του.
Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι με τη διάταξη αυτή εισάγεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του μεταφορέα για την έλλειψη ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη προσωπικού πταίσματος αυτού και, συνεπώς, ο μεταφορέας, για να απαλλαγεί από την ευθύνη, αρκεί να αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά, ενώ ο αντίδικός του που ζημιώθηκε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, αποδεικνύοντας ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του μεταφορέα.
Η αρχή δε της συσταλτικής ερμηνείας των εξαιρετικών διατάξεων, όπως η ανωτέρω διάταξη, επιβάλλει να ισχύει το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημία που προκλήθηκε από πυρκαγιά μόνο στην περίπτωση που αυτή (ζημία) αποδίδεται αποκλειστικά στην ύπαρξη "ναυτικού πταίσματος", δηλαδή του πταίσματος του πλοιάρχου ή του πληρώματος περί της διακυβέρνηση ή το χειρισμό του πλοίου, δηλαδή, για πράξεις, που ανάγονται στις ειδικές τεχνικές γνώσεις και ικανότητες προς διακυβέρνηση και χειρισμό του πλοίου, κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης, οι οποίες ενεργούνται προς το συμφέρον του πλοίου και ο μεταφορέας δεν εμπλέκεται προσωπικά ούτε ως ένα ελάχιστο βαθμό, εκτός αν ο ίδιος ενέκρινε τις πράξεις ή παραλείψεις που σχετίζονται με τη "διακυβέρνηση" και το "χειρισμό" του πλοίου ή επωφελήθηκε αυτών.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα, ελέγχονται, δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων.
Ελέγχονται, επίσης, τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον προέβη στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 192/2019), αποκλεικτικώς και μόνο, βάσει των πραγματικών παραδοχών της απόφασης (Ολ.Α.Π. 20/2005), ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Α.Π. 39/2021, Α.Π. 37/2021, Α.Π. 1373/2017).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν υπάρχουν σφάλματα στη μείζονα σκέψη του νομικού συλλογισμού ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως (την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές) στη μείζονα (Ολ.Α.Π. 25/2008), μόνον εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό (Ολ.Α.Π. 1/2016). Αν, παρά την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή, το διατακτικό της απόφασης, βάσει των παραδοχών της, είναι ορθό, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται.
Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. ΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο δικόγραφο και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς και να παρατίθενται αναλυτικά οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή, ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Ο λόγος αυτός ανάγεται στη δομή του νομικού συλλογισμού, όταν δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας). Ιδρύεται, επίσης, όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο και όταν τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π 1/1999, Ολ.
Α.Π. 24/1992, Α.Π. 998/2020, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020), κατά μείζονα δε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός σε επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά.
Συνακόλουθα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 37/2021).
Ενόψει των ανωτέρω, προϋπόθεση ιδρύσεως του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο (Ολ. Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π.12/1991, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 15/2021).
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης των Αθηνών 2002, σχετικά με την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα από τη μεταφορά επιβατών και των επισκευών τους, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα οχήματα, δέχθηκε ότι δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις τους, όπως διατυπώθηκαν στην έφεσή τους.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Οι εκκαλούντες... παραπονούνται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση διότι... θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τα φορτηγά και τα εμπορεύματα αυτών ως αποσκευές των φυσικών προσώπων που τα συνόδευαν και να εφαρμόσει τις διατάξεις της συμβάσεως των Αθηνών και του κανονισμού 329/2009, που εφαρμόζεται υποχρεωτικά από τις 31.12.2012...
Ο λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση των Αθηνών μετά το κυρωθέν δια του ν. 4195/2013 πρωτοκόλλου (άρθρο 1 περ. 5) αποσκευές σημαίνει κάθε πράγμα ή όχημα που μεταφέρεται από το μεταφορέα, βάσει σύμβασης μεταφοράς και στην οποία δεν περιλαμβάνονται πράγματα και οχήματα που μεταφέρονται με βάση ναυλοσύμφωνο, φορτωτική ή άλλη σύμβαση που αφορά πρωταρχικά τη μεταφορά πραγμάτων.
Μάλιστα η Δ.Σ. καλύπτει διαφορετικές περιόδους μεταφοράς αναφορικά με τις αποσκευές καμπίνας ή όχι, ενώ σε περίπτωση πυρκαγιάς το πταίσμα του μεταφορέα τεκμαίρεται γιατί αυτό θεωρείται ναυτικό συμβάν... Ο επιβάτης δεν οφείλει ιδιαίτερο ναύλο για τη μεταφορά των επισκευών του που περιλαμβάνεται στην τιμή του εισιτηρίου και αυτό είναι απόρροια του παρεπόμενου χαρακτήρα της παροχής αυτής του θαλάσσιου μεταφορέα, ενώ μόνο σε περίπτωση υπέρβασης του βάρους και όγκου οφείλεται ιδιαίτερος ναύλος (άρθρο 186 του ΚΙΝΔ)...
Ειδικότερα στη συγκεκριμένη περίπτωση καταρτίστηκε μια σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων και όχι προσώπων, αφού στις αποδείξεις μεταφοράς των οχημάτων δεν αναγράφονταν τα στοιχεία των οδηγών που τα συνόδευαν και συνεπώς το κυρίαρχο αντικείμενο μεταφοράς ήταν το όχημα που ρητά εξαιρείται από την εφαρμογή της ΔΣ Αθηνών στο άρθρο 1 παρ. 5 περ.α.
Η μη έκδοση φορτωτικής δεν μπορεί, λόγω μη εφαρμογής των κανόνων Χάγης-Βίσμπυ, να οδηγήσει στην εφαρμογή της Σύμβασης των Αθηνών που ρυθμίζει μεταφορά προσώπων και των αποσκευών τους, δηλαδή των συσκευασμένων αντικειμένων που αποτελούν παρακολούθημα (παρεπόμενο) του επιβάτη και προορίζονται για προσωπική του χρήση...
Όπως προαναφέρθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση υφίσταται μεταφορά εμπορευμάτων με όχημα, το οποίο απλά συνοδεύεται και για το λόγο αυτό δεν αναγράφονται τα στοιχεία του οδηγού στις αποδείξεις μεταφοράς, ενώ για να τύχει εφαρμογής η σύμβαση των Αθηνών θα έπρεπε για την επίδικη μεταφορά να έχει εκδοθεί εισιτήριο μεταφοράς προσώπου με δηλωμένες αποσκευές καμπίνας ή αποσκευές των οποίων το βάρος ή ο όγκος υπερβαίνει το όριο που καλύπτει η παρεπόμενη σύμβαση μεταφοράς τους και για τις οποίες έχει καταβληθεί πρόσθετος ναύλος...".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης των εναγομένων-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, επικυρώνοντας την κρίση της πρωτοβάθμιας απόφασης, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης και αποφάνθηκε ότι δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση για τη νομική θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι, κατά τα στην αγωγή των τελευταίων εκτιθέμενα, τα φορτηγά οχήματα τούτων (ελκυστήρες και ρυμουλκούμενα μετά των φορτίων αυτών), τα οποία μεταφέρθηκαν με σύμβαση που αφορά, πρωταρχικά, στη μεταφορά πραγμάτων (αγαθών), δεν θεωρούνται παρακολούθημα επιβατών.
Συνακόλουθα, τα οχήματα αυτά, τα οποία δεν αποτελούν "αποσκευές", κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια, υπάγονται στην εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 5α' του Κανονισμού (ΕΚ) 329/2009 και δεν καλύπτονται από τις διατάξεις της ως άνω σύμβασης. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος.
Στο δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι η εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, το οποίο εντοπίζεται στην, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, εσφαλμένη υπό του Εφετείου ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου και σε αντιφατικές κρίσεις του στη διατύπωση της μείζονος σκέψης του νομικού του συλλογισμού που δεν ιδρύουν την ως αναιρετική πλημμέλεια, η οποία εντοπίζεται πάντα, αποκλειστικά και μόνον, στην ελάσσονα πρόταση τούτου.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Το υπό ιταλική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο ...... είχε αναχωρήσει περί ώρα 17.40' της 27.12.2014 από το λιμάνι της Πάτρας με τελικό προορισμό το λιμάνι της Ανκόνα Ιταλίας.
Τα φορτηγό κυριότητας των εκκαλουσών με εμπορεύματα φορτώθηκαν προς μεταφορά στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας περί ώρα 1.00 της 28.12.2014... Για την ως άνω δε μεταφορά δεν είχε εκδοθεί φορτωτικές παρά μόνο οι... αποδείξεις μεταφοράς της πρώτης εφεσίβλητης εκκαλούσας κοινοπραξίας, η οποία ανέλαβε ως θαλάσσιος μεταφορέας, δυνάμει των αντίστοιχων καταρτισθεισών συμβάσεων μεταφοράς, να μεταφέρει τα πιο πάνω φορτηγά από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας στο λιμάνι της Ανκόνα Ιταλίας έναντι των καταβληθέντων ναύλων...
μετά την 1.30 το πρωί της 28ης.12.2014 οπότε το πλοίο απέπλευσε από την Ηγουμενίτσα και τις αμέσως επόμενες ώρες πριν τις 4.00, ενώ αυτό είχε ολοκληρώσει τον διάπλου του στενού της Κέρκυρας και έπλεε με κατεύθυνση προς την Αδριατική θάλασσα, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε κάποιον από τους κλειστούς χώρους σταθμεύσεως οχημάτων που ταχύτατα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, καθώς εξαπλώθηκε από το κατάστρωμα 4 του πλοίου, στο οποίο αρχικά αναπτύχθηκε σε όλους τους χώρους και τα καταστρώματα, με συνέπεια, μεταξύ άλλων, την ολοσχερή καταστροφή όλων των προαναφερόμενων οχημάτων...
Εστία της πυρκαγιάς αποτέλεσε φορτηγό ψυγείο που βρισκόταν στο προαναφερόμενο κατάστρωμα 4 του πλοίου... το οποίο δεν ήταν συνδεδεμένο με την ηλεκτρική παροχή ρεύματος του πλοίου και είχε αναμμένο τον κινητήρα της μηχανής του, προκειμένου η ψύξη του να είναι σε λειτουργία και να μην αλλοιωθεί το εμπόρευμα, προκλήθηκε δε ανάφλεξη, το πιθανότερο, από τη δυσλειτουργία ενός βοηθητικού συστήματος που διατηρήθηκε σε λειτουργία.
Ο λόγος ήταν ότι είχε γίνει ακατάλληλη κατανομή του φορτίου στα καταστρώματα 3 και 4, αφού τοποθετήθηκαν στο κατάστρωμα 4 47 φορτηγά αν και οι υπάρχουσες εξωτερικές παροχές στο κατάστρωμα ήταν μόνο 40, ενώ στο κατάστρωμα 3 έμειναν ...μετάλλευτες, με αποτέλεσμα ορισμένα φορτηγά ψυγεία στο κατάστρωμα 4 να παραμείνουν καθ' όλη τη διάρκεια του πλου με αναμμένους τους κινητήρες προς διατήρηση των μεταφερόμενων προϊόντων..., στοιβαγμένα σε αποστάσεις πολύ μικρότερες των 40 εκατοστών με άλλα φορτηγά που μετέφεραν εύκαστα υλικά (ελαιόλαδο).
Από τις πραγματογνωμοσύνες που διενεργήθηκαν... συμπεραίνεται ότι κατά τις διαδικασίες φόρτωσης η στοιβασία των οχημάτων και η διατήρηση των αποστάσεων μεταξύ αυτών δεν διενεργήθηκε σύμφωνα με το εγχειρίδιο ασφαλείας, διότι η δεύτερη εφεσίβλητη ναυλώτρια ... δεν είχε μεριμνήσει για την παράδοση στον αρμόδιο αξιωματικό ενός ολοκληρωμένου καταλόγου όλων των φορτηγών ψυγείων που είχαν ανάγκη να συνδεθούν στο ηλεκτρικό ρεύμα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να διανείμει το φορτίο ανομοιογενώς, κατευθύνοντας περισσότερα από τα φορτηγά ψυγεία που ήταν δυνατό να τροφοδοτηθούν από τις υπάρχουσες στο κατάστρωμα 4 παροχές ρεύματος σε αυτό και αφήνοντας ...μετάλλευτες αρκετές από τις ηλεκτρικές πρίζες στο κατάστρωμα 3.
Τα παραπάνω δηλαδή οι αμελείς πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων της δεύτερης υποναυλώτριας συνδέονται αιτιωδώς με την ολοσχερή καταστροφή των προαναφερόμενων οχημάτων, αλλά ως ενέργειες προστηθέντων δεν αρκούν για την ευθύνη του μεταφορέα... Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το ιταλικό προσωπικό...
αντιμετώπισε καθυστερημένα την πυρκαγιά, αφού ο ναύτης βάρδιας πραγματοποίησε επιφανειακή και ημιτελή αυτοψία στο κατάστρωμα 4 στην πρύμνη σειρά 156, όπου εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, δεν ολοκλήρωσε το γύρο ελέγχου που αποσκοπούσε στο να διαπιστωθεί η ύπαρξη άλλων φορτηγών μη συνδεδεμένων στο ρεύμα, ενώ οι πρώτες ενδείξεις καπνού υποτιμήθηκαν και από τον αξιωματικό του πληρώματος και τον ίδιο τον πλοίαρχο, ενώ ευθύνη φέρει και το ελληνικό πλήρωμα, προστηθέν από την υποναυλώτριας του πλοίου ...
για την εκδήλωση της πυρκαγιάς, αφού κατά τη φάση της πλεύσης δεν τηρήθηκε από τον επιθεωρητή του πλοίου, το αρμόδιο προσωπικό του χώρου και το προσωπικό της βάρδιας στη γέφυρα του κυβερνήτη η απαγόρευση εισόδου στους χώρους που προβλέπονται από τον κανονισμό 23.3 κεφ. ii του solas και δεν διενεργήθηκαν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες του εγχειριδίου ασφαλείας οι υπηρεσίες περιπολίας και επιφυλακής.
Τα παραπάνω συνέβησαν διότι η δεύτερη εφεσίβλητη ... και η πρώτη κοινοπραξία, στην οποία είχε παραχωρήσει το πλοίο, γνώριζαν ότι το πλοίο δεν ήταν αξιόπλοο και ασφαλές για τους επιβάτες και το μεταφερόμενο φορτίο αφού: Α) τα συστήματα πυροπροστασίας δεν ήταν έτοιμα για άμεση χρήση, αφού το πρωτίστως μόνιμο σύστημα κατάσβεσης πυρκαγιάς με ραντισμό νερού υπό πίεση ενεργοποιούνταν μόνο από το κατάστρωμα 3 δίπλα από το μηχανοστάσιο, χωρίς δυνατότητα ελέγχου από τη γέφυρα, οι πυροσβεστικές αντλίες δεν είχαν καλή διάταξη, το σύστημα άντλησης θαλασσινού νερού είχε φράξει συνεπεία επικόλλησης οστρακοειδών, Β) το σύστημα ανίχνευσης πυρκαγιάς ήταν ακατάλληλο και αναποτελεσματικό, διότι είχε όριο θερμοκρασίας του 54 βαθμούς κελσίου και όριο καπνού του 2% σκότισης ανά μέτρο και η υπέρβαση των ανωτέρω ορίων ανιχνεύεται δύσκολα σε ημιανοιχτό κατάστρωμα, όπως το κατάστρωμα-γκαράζ 4, Γ) οι κάμερες παρακολούθησης δεν ήταν επαρκείς σε αριθμό ούτε εγκατεστημένες σε τρόπο ώστε να επιτρέπουν πλήρη θέαση όλων των σημείων του γκαράζ και τον γρήγορο εντοπισμό τυχόν φωτιάς προς αποτροπή της, όταν τοποθετούνταν στο χώρο ψηλά φορτηγά και Δ) οι οθόνες παρακολούθησης του κλειστού κυκλώματος ήταν τοποθετημένες στο δωμάτιο χαρτών πίσω από το θάλαμο διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια της ναυσιπλοΐας να μην υπάρχει άμεση και συνεχής οπτική επαφή με τις κάμερες...
το ίδιο το πλήρωμα δεν ήταν εφοδιασμένο με την αναγκαία πιστοποίηση για την εκτέλεση καθηκόντων στο πλοίο... Πολλές ήσαν οι παρατυπίες του πίνακα οδηγιών κατάστασης ανάγκης..., ο συγκεκριμένος πίνακας κατά την αναχώρηση δεν ενημερώθηκε κανονικά... και η παράδοση των ατομικών καρτελών κατά την αναχώρηση δεν έλαβε χώρα κανονικά...
Στον προαναφερόμενο πίνακα οδηγιών ανάγκης υπεισήλθε προσωπικό που δεν ήταν εφοδιασμένο με τις απαραίτητες πιστοποιήσεις για την εκτέλεση καθηκόντων σε περίπτωση ανάγκης σε επιβατηγά πλοία. Η συγκρότηση της πυροσβεστικής ομάδας δεν ήταν συμβατή με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 92 πδ 435/991, αφού μερικά μέλη της ομάδας πυρόσβεσης δεν είχαν απαλλαγεί από τη νυχτερινή βάρδια.
Στη λέμβο ανάγκης, η οποία ήταν τοποθετημένη στην αριστερή πλευρά, δεν είχε οριστεί πλήρωμα. Δεν προκύπτει ότι είχε συγκροτηθεί ομάδα άμεσης επέμβασης... ενδεδειγμένα εξοπλισμένη με αρμοδιότητα να επέμβει έγκαιρα και να διενεργήσει ειδικές εργασίες, όπως μετακίνηση λαμαρινών, προκειμένου να απελευθερώσει εγκλωβισμένα πρόσωπα και να μπλοκάρει τις παροχές νερού.
Εξέλιπε η ένδειξη ειδικών σημάτων για επιβίβαση σε λέμβους, σχεδίες και πυροσβεστικά σημεία... και δεν είχαν καθοριστεί οι ειδικές ομάδες που θα προορίζονταν για τον χειρισμό των σταθερών συστημάτων πυρόσβεσης... Τέλος, δεν επιμορφώθηκαν οι επιβάτες για τη χρήση σωσιβίων, ενώ τα μέλη του πληρώματος δεν γνώριζαν τις αρμοδιότητες που τους είχαν ανατεθεί...
Αποδεικνύεται λοιπόν πλήρως... ότι η πυρκαγιά που προκλήθηκε οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του μεταφορές, άσχετο με το πταίσμα των προστηθέντων του ως προς τη στοιβασία και τη διακυβέρνηση του πλοίου, διότι η ναυλώτρια ... είχε παραδώσει στο πλοίο ένα "cargo report" ημιτελές, από το οποίο δεν ήταν δυνατό να εξαχθεί καμία πληροφορία για την ασφάλεια του ταξιδιού, ενώ είναι χαρακτηριστικό της προαναφερόμενης προχειρότητας το γεγονός ότι οι εργασίες σύνδεσης στο ηλεκτρικό ρεύμα του πλοίου για τη μεταφορά ψυγμένων εμπορευμάτων διενεργήθηκαν κατά παράβαση εγκυκλίου της διεύθυνσης του λιμεναρχείου από μαθητευόμενο ηλεκτρολόγο, δηλαδή άτομο χωρίς απαιτούμενο τυπικό προσόν...
οι εκπρόσωποι της ναυλώτριας εταιρείας ... είχαν λάβει γνώση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν σχετικά με την αξιοπλοΐα του πλοίου κατόπιν της από 19.12.2014 επιθεώρησής του από κλιμάκιο του Λιμεναρχείου Πάτρας και τα οποία αφορούσαν ιδίως σε ελλείψεις του σχεδίου για την εκκένωση του πλοίου σε περίπτωση κινδύνου, σε ελλείψεις φωτισμού έκτακτης ανάγκης, στον τομέα της πυροπροστασίας, λόγω προβλημάτων στις θύρες αποκλεισμού και στον τομέα των σωστικών μέσων, αλλά δεν απέτρεψαν τον απόπλου του, προτού οι ελλείψεις αυτές διορθωθούν και δη εν μέσω δυσμενών καιρικών συνθηκών, αντίθετα ενέμειναν στην πιστοποίηση με συστήματα ασφαλείας και στη σχετική εξειδίκευση του πληρώματος, με δημόσια προβολή των εν λόγω δικλείδων ασφαλείας...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειουσών και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με σαφείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 138 του ΚΙΝΔ, ήτοι ορθώς υπαγάγοντας στον ως άνω κανόνα δικαίου τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αποφάνθηκε ότι θεμελιώνεται το "ίδιον πταίσμα" της πρώτης των εναγομένων-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών-θαλάσσιας μεταφορέα, η οποία δεν έλαβε τα ανωτέρω μέτρα που εύλογα απαιτούντο για να αποτραπεί η εκδήλωση της πυρκαγιάς και για να περιοριστούν οι συνέπειές της, όπως όφειλε και μπορούσε να είχε λάβει, με συνέπεια την ευθύνη και των λοιπών εναγομένων-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους ως μελών της πρώτης εξ αυτών.
Πρέπει, συνακόλουθα, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη τούτου, με τον οποίο προσάπτονται, αντίστοιχα, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-9-2020 (792/87/15-9-2020) αίτηση των εταιρειών με τις επωνυμίες 1) "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ... ... 2) ... (... Α.Ε.) και 3) ... για αναίρεση της 545/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ