Greek Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, upholding private heirs' acquisitive prescription rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment confirming private heirs' ownership of agricultural land. The State argued that Ottoman and Cretan Code provisions regarding state-owned lands were violated, but the court found the land had become subject to acquisitive prescription by the heirs. Consequently, the court ruled that the State's claim was substantively baseless and procedurally inadmissible as it interfered with the lower court's uncontrollable factual findings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 3 of Law 147/2014; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The State's claim to land subject to acquisitive prescription by private parties is rejected, and appeals challenging factual findings on land status are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 282 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 282/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Κουφογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. του Μ., 2) Ι. Δ. του Μ., 3) Β. Δ. του Ε., 4) Δ. Δ. του Ι., απάντων κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 625/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-2-2019 αίτησή και τους από 25-2-2020 πρόσθετους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 11.2.2019 αίτηση αναίρεσης και τον από 25-2-2020 πρόσθετο λόγο αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 2/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης (τακτικής διαδικασίας) με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, κατά της 625/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 2-2-2014 αγωγή άρθρου 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτοί (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 5773 Κ.Πολ.Δ).
2. Επειδή με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος Κρήτης, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτώ δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915 που η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904 τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αρ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.
της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, γιατί στις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα. Οι διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε, 295, 296, 299 και 302 του εν λόγω Κώδικα καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο και την έκτακτη χρησικτησία. Αυτή, κατά το άρθρο 295, συνίσταται στην επί είκοσι συνεχή έτη νομή του ακινήτου, ενώ ως νομή πράγματος κατά το άρθρο 206 του ίδιου κώδικα οριζόταν η "με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή δι' άλλου ασκούμενη φυσική και αποκλειστική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή)".
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι την εισαγωγή του Κρητικού Αστικού Κώδικα (1904), ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί).
Επομένως, ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος τΠζ χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.
Εξ ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου αυτής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εν λόγω κώδικα προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση και για τα οποία ρητά ορίζεται με το άρθρο 302 του ίδιου κώδικα ότι υπόκεινται στους ορισμούς περί χρησικτησίας.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 199 και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και επομένως υπάγονται στο νομικό καθεστώς περί αυτών. Το τελευταίο άρθρο (302), καταργήθηκε σιωπηρά από το άρθρο 21 του Ν.
Δ/τος της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του Ν.
ΔΞΗ/1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915 (που ενώθηκε με την Ελλάδα). Ενόψει, συνεπώς, της με τις ως άνω διατάξεις του ισχύοντος από 23.7.1905, ως προελέχθη, Κρητικού Αστικού Κώδικα και τις λοιπές αναφερόμενες διατάξεις καθιερούμενης ρύθμισης και μολονότι στο προϊσχύσαν αυτού και στη νήσο Κρήτη Οθωμανικό δίκαιο, ήταν κατά τα προαναφερθέντα άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας επί δημοσίου (ανήκοντος στην περιουσία του Κράτους) κτήματος, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-5-1915, με συνυπολογισμό μέχρι δεκαπέντε ετών χρόνου νομής, πριν από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα. (ΑΠ 555/2016).
3. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία νια την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιον του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσιβλήτων και τη διόρθωση της εγγραφής τους στα Κτηματολογικά βιβλία: "Στην θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του χωριού Χωραφάκια της πρώην Κοινότητας ..., πρώην Δήμου ...
και νυν Δήμου … ευρίσκεται ένα ακίνητο (τμήματα του οποίου είναι τα επίδικα, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω) και ειδικότερα ένα αγροτεμάχιο έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης 32.925 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη και επιμελέστερη καταμέτρηση 33.676,73 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και αποτυπώνεται στο από Μάρτιο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Π. ως ιδιοκτησία Β, περικλείεται με τα κεφαλαία γράμματα Β1, Β2, Β3, Β4, Β5, Β6, Β7, Β8, Β9, Β10, Bll, Β12, Β13, Β14, Β15, Β16, Β17, Β18, Α18, Α17 Α16, Α15, Α14, Β1 και συνορεύει βόρεια με κλίση βορειοδυτική με ιδιοκτησία της ανώνυμης εταιρείας "ΕΛΙΚΑ ΑΤΕΕ" υπό ΚΑΕΚ …, ανατολικά με κλίση βορειοανατολική με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής Γουβερνέτου υπό ΚΑΕΚ …, νότια με κλίση νοτιαανατολική με αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μ.
περίπου υπό ΚΑΕΚ …, δυτικά με κλίση νοτιοδυτική με τον ίδιο ως άνω αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α. Κ. του Ε. και Κ. Ε. του Γ. υπό ΚΑΕΚ …, με ιδιοκτησία Α. Γ. του Ε. και Ε. - Ε. Γ. του Γ. Κ. υπό ΚΑΕΚ …. Η ως άνω περιφέρεια κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και το ακίνητο εντάχθηκε στην περιοχή κτηματογράφησης του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευθερίου Βενιζέλου και έχει καταχωρισθεί στα κτηματολογικά βιβλία ως τέσσερα συνεχόμενα αγροτεμάχια με αριθμούς ΚΑΕΚ …, …, … και …, στα οικεία δε κτηματολογικά φύλλα και στις πρώτες εγγραφές αναγράφηκε ως δικαιούχος κυριότητας κατά ποσοστό 100% του δεύτερου και του τέταρτου το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με αιτία κτήσης το νόμο, διότι τα ακίνητα θεωρήθηκαν δασικές εκτάσεις με βάση αεροφωτογραφίες του 1945.
Να σημειωθεί ότι το τεμάχιο με ΚΑΕΚ …, που παρεμβάλλει μεταξύ των επιδίκων, ενεγράφη στα κτηματολογικά βιβλία ως ιδιοκτησία "αγνώστου". Το εν λόγω ακίνητο έκτασης 32.925 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη και επιμελέστερη καταμέτρηση 33.676,73 τ.μ. περιήλθε στον πρώτο και στο δεύτερο των εναγόντων σε μεγαλύτερη έκταση 43.900 τ.μ.
και κατά ποσοστό 51% και 34% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, καθώς και στον Ε. Σ. του Μ. κατά ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου με αγορά από τη Μ. Π. του Α. και Μ. Α. Λ. δυνάμει του υπ' αριθμ. …/ …-12-1993 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Κνιθάκη- Πανηγυράκη, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής …, τμήμα δε του ανωτέρω μείζονος ακινήτου εμβαδού 10.975 τ.μ.
επώλησαν οι προαναφερόμενοι στην ανώνυμη εταιρεία "ΥΠΟΔΟΜΗ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. …/…-1-1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου (το τμήμα αυτό περιήλθε αργότερα στην ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΙΚΑ ΑΤΕΕ"). Στον τρίτο και τέταρτο των εναγόντων περιήλθε το ακίνητο των 33.676,73 τ.μ.
κατά ποσοστό 9% και 6% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα με αγορά από τον Ε. Σ. του Μ. του 15% του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-9-2005 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Κνιθάκη - Πανηγυράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο … με αυξ.
αριθμό μεταγραφής …. Στην δικαιοπάροχο (άμεση και απώτερη) των εναγόντων Μ. Π. του Α. και Μ. συζ. Α. Λ. το μείζον ακίνητο των 43.900 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα ακόμα μεγαλύτερου ακινήτου αρχικά έκτασης 87.800 τ.μ., είχε περιέλθει ως εξής: α) κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αποβιώσασας στις 24-7-1948 μητέρας της Μ.
συζύγου Α. Π. το γένος φυσικού πατρός Ε. Κ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. …/…-5-1977 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Χανίων Παναγιώτη Κλωνιζάκη, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο … και με αυξ. αριθμό μεταγραφής … και β) σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, που είναι το ποσοστό το οποίο ο πατέρας της Α.
Π. κληρονόμησε από την αποβιώσασα σύζυγο του Μ. και αποδέχθηκε το κληρονομιαίο αυτό ποσοστό του με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής, στην συνέχεια δε το μεταβίβασε στη θυγατέρα του κατά ψιλή κυριότητα με γονική παροχή δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Κλωνιζάκη - Κατσούλη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο … και με αριθμό μεταγραφής … και κατόπιν με την υπ' αριθμ.
…/1992 πράξη παραίτησης από την παρακρατηθείσα επικαρπία της συμβολαιογράφου Χανίων Καλλιόπης Δασκαλάκη - Δαμίγοο, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής … παραιτήθηκε από επικαρπία υπέρ της θυγατέρας του. Επειδή όμως, στην μεγαλύτερη έκταση των 87.800 τ.μ., στην οποία όπως προαναφέρθηκε, ήταν ήδη συγκυρία η Μ.
Π. συζ. Α. Λ., οι πλείονες συγκύριοι κατά τα υπόλοιπα 4/8 εξ αδιαιρέτου ποσοστά Ά. χήρα Γ. Κ., Ε. Γ. Κ., Σ. συζ. Δ. Κ. το γένος Γ. Κ. και Ε. - Ε. συζ. Ε. Γ. το γένος Γ. Κ. επιθυμούσαν τη διανομή του κοινού ακινήτου, εξεδόθη κατόπιν άσκησης σχετικής αγωγής η υπ' αριθμ. 311/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, δυνάμει της οποίας και σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 47/1992 έκθεση κλήρωσης μερίδων ενώπιον του ορισθέντος Εισηγητή Δικαστή, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων με αριθμό μεταγραφής …., περιήλθε στη Μ.
Π. συζ. Α. Λ. διακεκριμένο τμήμα έκτασης 43.900 τ.μ. με 152 ελαιόδεντρα και δη χωρίς κλήρωση, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Το μεγαλύτερο ακίνητο των 87.800 τ.μ. είχε περιέλθει στο Ν. Κ. με αγορά από τους Χ. και Μ. Τ. και Α. Ε. Κ., το γένος Κ. δυνάμει των υπ' αριθμ. …/…-1-1882 και …/…-12-1882 πωλητηρίων συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου Χανίων Ιωάννη Κουφάκη, τα οποία είχαν μεταγραφεί 1 νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τότε Δήμου ...
Επαρχίας Κυδωνιάς στον τόμο δεύτερο με αύξοντες αριθμούς μεταγραφής … και … αντίστοιχα. Μετά το θάνατο του Ν. Κ. το ακίνητο περιήλθε με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή στο τέκνο του Ε. Κ., ο οποίος, όταν απεβίωσε το έτος 1941 χωρίς διαθήκη, κληρονομήθηκε από τα τέκνα του, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι Γ. Ε.
Κ.ς και Μ. συζ. Α. Π. το γένος Ε. Κ., οι οποίοι κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ των συγκληρονόμων έλαβαν από κοινού και όλο το ακίνητο στη θέση "...", το οποίο αργότερα οι κληρονόμοι τους διένειμαν δυνάμει της υπ' αριθμ. 311/1991 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 47/1992 έκθεση κλήρωσης μεριδίων, όπως έχει αναφερθεί.
Να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι το εναγόμενο δεν αμφισβητεί τη συγγενική και κληρονομική σχέση της Μ. Π. και του Γ. Κ. με τον Ε. Κ., ούτε το χρόνο του θανάτου του τελευταίου και τη συγγενική του σχέση με τον Ν. Κ.. Ο τελευταίος από τότε που περιήλθε το ακίνητο σε αυτόν με τα προαναφερόμενα συμβόλαια του 1882 το κατείχε με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν κατά τη φύση και τον προορισμό του και ειδικότερα το καλλιεργούσε και το έσπερνε με δημητριακά.
Μετά δε απ' αυτόν τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσε και ο γιός του και κληρονόμος του Ε. Κ.ς μέχρι το χρόνο του θανάτου του το 1941. Μετά τα θάνατο του τελευταίου τις ίδιες διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίων ασκούσαν επί του ακινήτου (στο οποίο, όπως έχει ήδη λεχθεί περιλαμβανόταν και το επίδικο) τα τέκνα του Γεώργιος Ε.
Κ.ς και Μ. συζ. Α. Π., το γένος Ε. Κ., δηλαδή το καλλιεργούσαν και το έσπερναν με δημητριακά, μέχρι το έτος 1947 περίπου, που φύτεψαν ελαιόδεντρα. Όπως δε προκύπτει από την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 311/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 47/1992 έκθεση κλήρωσης μερίδων όλο το ακίνητο των 87.800 τ.μ.
ήταν ελαιώνας και περιλάμβανε 320 ελαιόδεντρα, αλλά και διάφορα άλλα δέντρα (βλ. την υπ' αριθμ. 2.518/4-10-1978 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των κληρονόμων του Γεωργίου Ε. Κ., Α. χήρας Γ. Κ., Ε. Κ. του Γ., Σ. Κ. του Γ. συζ. Δ. Κ. και Ε. - Ε. Γ. Κ. συζ. Ε. Γ., που συμμετείχαν όλοι στη δικαστική διανομή). Ο μάρτυρας του εναγομένου Δ.
Σ., Δασολόγος της Δ/νσης Δασών Χανίων, κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι τμήμα του επίδικου είναι δασικό, ότι κατά την περίοδο του πολέμου προφανώς υπήρξε δύο με τρία χρόνια αγρανάπαυση και ότι με την πρώτη βροχή μπορεί να υπάρξει βλάστηση. Το εναγόμενο προσκομίζει την από 11-7-2014 έκθεση φωτοερμηνείας ζεύγους αεροφωτογραφιών έτους λήξης 1945, 1960, 1998 και 2009 (στην οποία έκθεση όμως επισυνάπτονται μόνο οι αεροφωτογραφίες του 1945 και του 1998) του ίδιου ως άνω Δασολόγου, σύμφωνα με την οποία:
Το ανάγλυφο του ακινήτου στην πρότερη κατάσταση του (1945) εμφανίζεται σχετικά ομαλό, ελαφρώς επικλινές, κλίσης 5-10% και έκθεση ανατολική - βορειοανατολική. Το έδαφος είναι μετρίως βαθύ και κατά θέσεις αβαθές. Σύμφωνα με την θέση και το μορφή της χρήσης γης διακρίνονται τέσσερις υποπεριοχές, το τμήμα Α που συμπίπτει με το ΚΑΕΚ …, το τμήμα Β που συμπίπτει με το ΚΑΕΚ …, το τμήμα Γ που συμπίπτει με το ΚΑΕΚ … και το τμήμα Δ που συμπίπτει με το ΚΑΕΚ ….
Κατά το έτος 1945: τμήμα ΑΙ τού τμήματος Α έκτασης 6.890,58 τ.μ. εμφανίζεται ως εγκαταλελειμμένος αγρός ετήσιων καλλιεργειών, διανύοντας ήδη περίοδο αγρανάπαυσης 2-3 ετών. Οι γύρω όμορες του Α1 εκτάσεις είναι της μορφής δασικών θαμνώνων και χορτολίβαδων. Επί καλλιεργητικής περιόδου διατηρούντο νησίδες από ψηλούς θάμνους και δένδρα σε συνδενδρίες των 2-3 ατόμων των ειδών αγριαχλαδιά, ήμερη αχλαδιά, κυδωνιά, ήμερη χαρουπιά.
Λόγω της προαναφερόμενης εγκατάλειψης, τα αρχικώς σαφή και διακριτά όρια της καλλιέργειας μετατοπίστηκαν εσωτερικότερα, μετά παρέλευση των 2-3 αυξητικών περιόδων των κρασπεδικών ατόμων θάμνων, οι οποίοι πλέον κατέλαβαν εσωτερική περιμετρική ζώνη εγγεγραμμένη της περιμέτρου του ΑΙ εις βάρος της έκτασης του αγρού.
Τμήμα Α2 του ίδιου τμήματος Α έκτασης 1.434,72 τ.μ. εμφανίζει φυτοκάλυψη από θαμνώδη βλάστηση των ειδών ασπάλαθος, σχίνος, κουμαριά, χαρουπιά άγρια κ.α., αναγόμενα σε ποσοστό επί του εδάφους 45%. Δεν εμφανίζονται ίχνη καλλιέργειας, ούτε άλλης ανθρωπογενούς δραστηριότητας (εγκαταστάσεις, οικήματα κ.λ.π.), πλην της άσκησης βοσκής.
Συγχρόνως καταμετρήθηκε επί του εδάφους άλλο 10% ως ακάλυπτο μητρικό πέτρωμα. Παρουσία υπορόφου χορτολιβαδικής βλάστησης των ειδών αστοιβίδα, αχινοπόδι, θυμάρι, κ.α. μη αναγνωρίσιμων σε ποσοστό 45%. Το τμήμα Β έκτασης 20.142,52 τ.μ, εμφανίζεται στη μορφή όπως και το τμήμα Α2, δηλαδή 45% θαμνώδης δασική, 10% ακάλυπτο και 45% χορτολιβαδική των προαναφερομένων ειδών.
Το τμήμα Γ έκτασης 5.613,71 τ.μ. εμφανίζει την ίδια μορφή με το τμ. Α1, δηλαδή γεωργικό. Επιπλέον στο νοτιοανατολικό μέτωπο εντοπίστηκαν "δέτες", δηλαδή συστοιχία φυτεμένων δένδρων ως ορόσημο, δηλαδή εμφανώς ανθρωπογενείς επεμβάσεις καλλιέργειας και νομής. Από την ηλικία των δένδρων οι παρεμβάσεις ανάγονται σε εποχή προγενέστερη του 1930.
Το τμήμα Δ. 1.757,57 τ.μ. εμφανίζει την ίδια μορφή με το Α2. Κατά το έτος 1960: Τα τμήματα Α1 και Α2 παραμένουν ως είχαν και το 1945. Το τμήμα Β κατά τμήμα του Β1 έκτασης 10.759,92 τ.μ., εμφανίζεται πλέον ως γεωργικό από φυτεμένες ελιές, ενώ κατά τμήμα Β2 έκτασης 9.382,61 τ.μ., εμφανίζει την ίδια μορφή όπως και το Α2, δηλαδή με κάλυψη 40% από θαμνώδη, βλάστηση, 10% ακάλυπτο και 50% χορτολιβαδική βλάστηση.
Το τμήμα Γ εξακολουθεί να παραμένει γεωργικό. Το τμήμα Δ εμφανίζεται με κάλυψη 10-12% από θαμνώδη δασική, 20% ακάλυπτο, 25% από δένδρα οπωροφόρα μη δασικά (αχλαδιές, κυδωνιές, ελιές) και 43-44% χορτολιβαδική βλάστηση. Επίσης εντοπίστηκε διενέργεια εργασιών καλλιεργητικών και καθαρισμού στην περίμετρο των δένδρων.
Κατά το έτος 1998 το τμήμα Α1 παραμένει ως είχε και κατά τα έτη 1945, 1960, ενώ τα τμήματα Α2 και Β υφίστανται αποψίλωση και διαταραχή του ανάγλυφού τους με εκσκαφή και λήψη υλικών, λειτουργούντα ως λατομικός χώρος. Το έτος 2009 και 2013 οι εργασίες λήψης υλικών λατομείου (σκύρα) διευρύνονται σε έκταση και ένταση. Οι ενάγοντες προσκομίζουν την από Σεπτέμβριο του 2014 έκθεση φωτοερμηνείας και αυτοψίας του Δασολόγου Ι.
Α., ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας των εναγόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία: Το ακίνητο διαχειρίζεται συνολικά σαν ενιαίο, το μεγαλύτερο τμήμα του καλύπτεται από ελαιώνα ηλικίας άνω των 50 ετών, οι κλίσεις του είναι ήπιες σχεδόν μηδενικές) και ποικίλης έκθεσης, ενώ το έδαφος είναι βαθύ με κατά τόπους μικρή εμφάνιση λίθων.
Σε ζεύγος αεροφωτογραφιών του 1945 το επίδικο ακίνητο, αλλά και στην αρχική μεγαλύτερη έκτασή του των 43.900 τ.μ. διασχίζεται από λωρίδες οργωμένες και από λωρίδες με πολύ χαμηλή βλάστηση διάφορης πυκνότητας κατά θέσεις. Η ευρύτερη περιοχή αποτελείται από παζλ φρεσκοοργωμένων και μη τμημάτων με διάσπαρτα δένδρα στο σύνολο της έκτασης σε τυχαίες θέσεις, όπου δε υπάρχει φυσική βλάστηση, αυτή είναι αραιή και χαμηλή.
Σε ζεύγος αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1960 το ακίνητο καλύπτεται από ελαιώνα ηλικίας περίπου 10 ετών, φυτεμένο σε κανονικό φυτευτικό σύνδεσμο περίπου 10 Χ 10 μέτρα. Τμήματα του ακινήτου είναι φρεσκοοργωμένα, ενώ άλλα τμήματα όχι, παρ' ότι ο ελαιώνας εκτείνεται και σ' αυτά. Σε αεροφωτογραφίες δε και ορθοφωτοχάρτη του 1998 το ακίνητο καλύπτεται στο σύνολο του από τον ελαιώνα εκτός από τμήμα του στο κέντρο και ανατολικά, όπου το έδαφος φαίνεται πολύ διαταραγμένο.
Από τα στοιχεία αυτά και ιδίως από τις αεροφωτογραφίες του 1945 δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο και η εμπεριέχουσα αυτό μεγαλύτερη έκταση των 43.900 τ.μ. ουδέποτε καλλιεργήθηκε πριν από το έτος 1945, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο και ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν δασική έκταση, δεδομένου ότι από το έτος 1882 μέχρι και το 1945, μεσολάβησε διάστημα 63 ετών, κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής υπήρξε αγρανάπαυση, τα δε ελαιόδεντρα που εμφαίνονται στις αεροφωτογραφίες του 1960 και του 1998 φυτεύτηκαν κατά τα έτη 1947 - 1950, μετά δηλαδή τον Πόλεμο, ενώ πριν την περίοδο αυτή καλλιεργούνταν άλλα είδη, όπως δημητριακά και διάφορα δένδρα.
Αντίθετα με βάση αυτά και ιδίως το γεγονός ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως συνάγεται από τα προσκομιζόμενα πωλητήρια συμβόλαια του 1882, το επίδικο και η ευρύτερη έκταση ήταν αντικείμενο αγοραπωλησίας, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ήταν γεωργική έκταση και όχι δασική ανήκουσα στην περιουσία του Οθωμανικού Κράτους.
Όπως , όμως, έχει εκτεθεί στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως δασικής έκτασης στο σύνολο του ή κατά τμήματα ή μη και ανεξάρτητα από το αν αυτό αποτελούσε ή όχι ακίνητο, λόγω του χαρακτήρα του αυτού, που ανήκε στην περιουσία του Οθωμανικού Κράτους, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για την απόκτηση του από ιδιώτη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα (23-7-1904) μέχρι την 11-5-1915, που ήταν δυνατή στην Κρήτη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και επί δασών και δασικών εκτάσεων εν γένει.
Πιο συγκεκριμένα οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Ν. Κ. και ο γιός αυτού Ε. Κ.ς ενέμοντο το ακίνητο από το έτος 1882 ή έστω από το 1888 (ο πρώτος) συνεχώς μέχρι και το έτος 1941 (που απεβίωσε ο δεύτερος), κατά το χρονικό διάστημα δε από 23-7- 1904 έως και 11-5-1915 συνέτρεξαν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις κτήσης της κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι το επίδικο σε κάθε περίπτωση δεν ανήκει στην κατηγορία των "αναπαλλοτρίωτων" δημοσίων κτημάτων του άρθρου 199 του Κρητ.
Α.Κ., διότι ήδη κατά τη συμπλήρωση πενταετίας από την έναρξη ισχύος του Κρητ. Α.Κ., ήτοι στις 23-7-1908 συμπληρώθηκε 20ετής νομή, είτε στο πρόσωπο του Ν. Κ. (η ακριβής χρονολογία θανάτου του οποίου δεν αποδεικνύεται), είτε στο πρόσωπο του Ε. Κ., συνυπολογιζομένου και του 15ετούς τουλάχιστον διαδράμοντος χρόνου νομής του πατέρα του, με την οποία αυτοί απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Στη συνέχεια το ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα της Μ. Π. το γένος Ε. Κ. με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή του πατέρα της, που απεβίωσε το 1941, διότι πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα για την απόκτηση της κληρονομιάς αυτής δεν απαιτείτο αποδοχή και μεταγραφή, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία με συνυπολογισμό και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της, αφού και η ίδια το καλλιεργούσε με δημητριακά και με φύτευση ελαιοδένδρων, μετά δε το θάνατο και αυτής το 1948 τα ακίνητο απέκτησε κατά κυριότητα επίσης με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή (κατά τη μεγαλύτερή του έκταση των 43.900.
τ.μ.) η θυγατέρα της Μ. Π. του Α. συζ. Α. Λ., δυνάμει των προαναφερόμενων νόμιμα μεταγραμμένων …/1977 πράξης αποδοχής κληρονομιάς, …/1990 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας και …/1992 πράξης παραίτησης από παρακρατηθείσα επικαρπία σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 311/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων και την υπ' αριθμ. 47/1992 έκθεση κλήρωσης μερίδων.
Συνεπώς οι δύο πρώτοι ενάγοντες οι οποίοι απέκτησαν το επίδικο ακίνητο κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά 51% ο πρώτος και 34% ο δεύτερος με αγορά από την αληθή κυρία αυτού Μ. Π. του Α. συζ. Α. Λ. δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1993 συμβολαίου αγοραπωλησίας, έγιναν κύριοι αυτού κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά έκαστος με παράγωγο τρόπο.
Επίσης κύριοι του επίδικου κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστά 9% και 6% αντίστοιχα έγιναν και ο τρίτος και τέταρτος των εναγόντων με παράγωγο τρόπο, διότι το αγόρασαν κατά τα ανωτέρω ποσοστά με το υπ' αριθμ. …/2005 συμβόλαιο αγοραπωλησίας από την αληθή κύριο Ε. Σ. του Μ., ο οποίος τα είχε αγοράσει κατά ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου από την αληθή κυρία αυτού Μ.
Π. - Λ. με το ίδιο ως άνω υπ' αριθμ. …/1993 συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Κατά την κτηματογράφηση όμως ενεγράφησαν εσφαλμένα κατά τις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές τμήματα του όλου ακινήτου των 33.676,73 τ.μ. ως ανήκοντα στην κυριότητα του εναγομένου, δημιουργώντας έτσι αμφισβήτηση ως προς τα δικαιώματα συγκυριότητας επ'αυτού των εναγόντων και ειδικότερα:
α) τμήμα του ακινήτου το οποίο αποτυπώνεται στο από Μάρτιο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Π. με τα στοιχεία Β2, Β3,Β4, Β5, Β6, Β7, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45/46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 34, 33, 32, 31, 30, 29, 28, 27, 26, 25, 24, 23, Β2 με εμβαδόν 20.142,53 τ.μ. εγγράφηκε εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του εναγομένου με ΚΑΕΚ …. συνορεύον βόρεια με κλίση βορειοδυτικά με την ιδιοκτησία των εναγόντων που έχει αποτυπωθεί στο Κτηματολόγιο με με ΚΑΕΚ … και σύμφωνα με το κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευθερίου Βενιζέλου είναι ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με κλίση νοτιοδυτικά με αγροτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων περίπου με ΚΑΕΚ …, νότια με την ιδιοκτησία των εναγόντων με ΚΑΕΚ … (τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου τους) που σύμφωνα με το κτηματολογικό φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Ελευθερίου Βενιζέλου είναι ιδιοκτησία αγνώστου και ανατολικά με όμορη ιδιοκτησία αγνώστου και ανατολικά με όμορη ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής Γουβερνέτου με ΚΑΕΚ …, β) τμήμα του ακινήτου κείμενο νότια με κλήση, νοτιοανατολικά, το οποίο αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, με τα στοιχεία Β8, Β9, 41, 40, 39, 38, Β8 εμβαδού 76 τ.μ., έχει αποτυπωθεί εσφαλμένα από τον ΟΚΧΕ ως κείμενο εντός των ορίων του όμορου αγροτικού δρόμου με ΚΑΕΚ …., ενώ είναι τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων με ΚΑΕΚ …, συνορεύει δε νότια με κλίση νοτιοανατολική επί πλευράς Β9, 41 με αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ …, βόρεια με κλίση βορειοδυτική επί πλευράς 41,40, 39,38,Β8 με το επιμέρους τμήμα του ΚΑΕΚ … και βόρεια με κλίση βορειοανατολικά επί πλευράς Β8, Β9 με ιδιοκτησία Ιεράς Μονής Γουβερνέτου με ΚΑΕΚ …., γ) τμήμα του ακινήτου το οποίο αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με εμβαδόν 1.757,58 τ.μ.
και περικλείεται με τα στοιχεία 60,61,62,63,64,65,66 67, Β12, 68,69,60 με ΚΑΕΚ … και συνορεύει βόρεια με κλίση βορειοδυτική και βορειοανατολικά με ιδιοκτησία των εναγόντων με ΚΑΕΚ …. που έχει εγγραφεί ως ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ …, ενεγράφη εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του εναγομένου., δ) τμήμα του ακινήτου κείμενο νότια, το οποίο αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο διάγραμμα με εμβαδόν 33,59 τ.μ.
και περικλείεται με τα στοιχεία Β12, Β13, Β14, Β15, 66, 67, Β12 , συνορεύει δε νότια με κλίση, νοτιοανατολικά επί πλευράς Β12-Β13 με αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ …, δυτικά με κλίση νοτιοδυτικά επί πλευρών Β13- Β14-Β15 ομοίως με τον ως άνω αγροτικό δρόμο, βόρεια επί πλευρών Β15-66-67-Β12 με ιδιοκτησία των εναγόντων με ΚΑΕΚ …. που φέρεται στο Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, έχει αποτυπωθεί εσφαλμένα από τον ΟΚΧΕ ως κείμενος εντός των ορίων του όμορου αγροτικού δρόμου με ΚΑΕΚ …, ενώ αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων με ΚΑΕΚ … και δ) τμήμα του ακινήτου κείμενο δυτικά με κλίση νοτιοδυτικά που αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με εμβαδόν 431.60 τ.μ.
και περικλείεται με τα στοιχεία Β16, Β17, 35, 34, 57, 56, 55, 54, 53, 52, 51, 64, 63, Β16, συνορεύει δε δυτικά με κλίση νοτιοδυτικά επί πλευράς Β16-Β17 με αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ … ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου, ανατολικά με κλίση βορειοανατολικά επί πλευρών Β16-63 με ιδιοκτησία των εναγόντων με ΚΑΕΚ …, επί πλευρών 63-64-51 με ιδιοκτησία των εναγόντων με ΚΑΕΚ …, που φέρεται ως ιδιοκτησία αγνώστου, επί πλευρών 51-52- 53-54-55-56-57-34 με ιδιοκτησία των εναγόντων με ΚΑΕΚ … και επί πλευρών 34-35-Β17 με ιδιοκτησία, των εναγόντων με ΚΑΕΚ … που φέρεται ως ιδιοκτησία αγνώστου, αποτυπώθηκε εσφαλμένα από τον ΟΚΧΕ ως κείμενο εντός των ορίων του αγροτικού δρόμου με ΚΑΕΚ …., ιδιοκτησίας του εναγομένου, ενώ αποτελεί τμήμα του ακινήτου των εναγόντων.
Επομένως η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να διαταχθούν οι αιτούμενες διορθώσεις των εσφαλμένων πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν ήσαν κύριοι του επιδίκου ακινήτου (κατά τα επιμέρους τμήματά του, όπως αναφέρονται ανωτέρω) ούτε και οι απώτατοι έγιναν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, διότι το ακίνητο ήταν δασική έκταση και επί Τουρκοκρατίας και ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας και για το λόγο αυτό, ως δημόσια δασική έκταση, περιήλθε στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία πρέπει να συμπληρωθεί με την εδώ αναφερόμενη, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, δεν έσφαλε, αλλ' ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος κυριότητας των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο που είχε ανέκαθεν γεωργικό χαρακτήρα και ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας, δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως προς τη συνδρομή ή μη των περί έκτακτης χρησικτησίας προϋποθέσεων του Κρητικού Αστικού Κώδικα, εφόσον δέχεται ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος Ν.
Κ. ασκούσε στο επίδικο πράξεις νομής (καλλιέργεια και σπορά με δημητριακά) από το έτος 1882 και μετά από αυτόν .(δηλαδή μετά το θάνατο του) τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσε και ο γιός του και κληρονόμος του Ε. Κ.ς μέχρι το θάνατο του το έτος 1941,ότι ο καθολικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, ότι οι ως άνω απώτατοι δικαιοπάροχοι ενέμοντο το επίδικο από το έτος 1882 ή έστω από το 1888 (ο πρώτος) συνεχώς μέχρι και το έτος 1941 (που απεβίωσε ο δεύτερος) και ότι κατά τη συμπλήρωση πενταετίας από την έναρξη ισχύος του Κρητικού Α.Κ, ήτοι στις 23-7-1909, συμπληρώθηκε 20 ετής νομή, στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί στο πρόσωπο ποιου δικαιοπαρόχου συμπληρώθηκε η εικοσαετής νομή, ενόψει των παραδοχών ότι αυτοί ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο, συνεχώς, από το έτος 1882 ή έστω 1888 μέχρι το έτος 1941 και ότι ο δεύτερος - (καθολικός διάδοχος του πρώτου) συνέχισε τις πράξεις νομής του πρώτου, συνυπολογίζοντας και τον δεκαπενταετή τουλάχιστον διαδραμόντα χρόνο νομής πατέρα του.
Επομένως ο μοναδικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κύριος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο της αναίρεσης και με επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, γιατί παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 3,6 και 1021 του Οθωμανικού Κώδικα και του άρθρου 239 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το επίδικο ακίνητο, ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφού του μεταβιβάσθηκε-αυτοδίκαια ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη και κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το επίδικο ακίνητο, που κατά τον επίμαχο χρόνο ήταν γεωργική έκταση, περιήλθε στην κυριότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα και μετά την πάροδο πενταετίας από την ισχύ του, ήτοι από 23.7.1909, καθόσον κατά τις εφαρμοσθείσες διαχρονικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1356 και 1357 του εν λόγω κώδικα, ο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αποδειχθείς χρόνος νομής με διάνοια κυρίου επί 16 έτη πριν από την ισχύ του κώδικα (άρθ. 295 και 206) που συνεχίστηκε και μετά την ισχύ του, προσπόρισε σ' αυτούς κυριότητα κατά τον προαναφερθέντα χρόνο (23.7.1909).
Επομένως, για τον προ της ισχύος του Κρητικού ΑΚ χρόνο ισχύουν οι περί χρησικτησίας του κώδικα αυτού διατάξεις, για τα δεκτικά χρησικτησίας ακίνητα, όπως είναι το επίδικο, το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, είναι αγροτική έκταση και όχι δασική ανήκουσα στην περιουσία του Οθωμανικού Κράτους.
Επιπλέον, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος , γιατί υπό την επίκληση της παραβιάσεως των αναφερομένων παραπάνω στον πρώτο λόγο διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών αποδίδει, στην προσβαλλομένη απόφαση την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε έχει αποφανθεί ανέλεγκτα ως προς τη μορφή του επιδίκου ως καλλιεργήσιμης εκτάσεως, δεκτικής χρησικτησίας από το έτος 1888.
Ενόψει τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 191§2 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2019 αίτηση και τον από 2 5-2-2020 πρόσθετο λόγο του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Ε. Δ. του Μ. κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ