Legislator Case Law & Legislation
282/2017 AI generated

282/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 282/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-Εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

282/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
employability for placement banking profession access to a profession trial work placement consideration of applications equivalence between university degrees
AI generated
1240/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
1233/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1530/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3474/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2016 αίτησή της.
126/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
749/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
822/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 282 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 282/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-Εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεοχάρη Αγγελίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Μανιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1443/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 1037/2014 Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το π.δ. 50/2001 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημοσίου τομέα" (ΦΕΚ 39 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. 347/2003 (ΦΕΚ 315 Α’ ), ορίζει στο άρθρο 12 ότι: "Για τους κλάδους ΤΕ μιας ή περισσοτέρων ειδικοτήτων, των οποίων η ονομασία είναι ίδια με την ονομασία πτυχίου ή διπλώματος ΤΕΙ ή ναυτικών ακαδημιών, προσόν διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό ορίζεται το ομώνυμο ή αντίστοιχο κατά ειδικότητα πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ ή ναυτικών ακαδημιών της ημεδαπής, ή ισότιμων τίτλων σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής "ή πτυχίο Κ.Α.Τ.Ε.Ε."", και στο άρθρο 26 του ίδιου ως άνω π.δ.

ορίζεται ότι: "1. Σε κάθε κλάδο ΠΕ ή ΤΕ που η ονομασία του είναι ίδια με την ονομασία σχολής ή τμήματος ΑΕΙ ή ΤΕΙ περιλαμβάνονται όλες οι ειδικότητες της οικείας σχολής ή τμήματος εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν διάταγμα ή στις οικείες οργανικές διατάξεις ή κανονισμούς. 2. Όπου με το παρόν διάταγμα ως προσόν διορισμού ορίζεται το αντίστοιχο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ημεδαπής, η έννοια των όρων αυτών είναι ότι το πτυχίο περί του οποίου πρόκειται, στηρίζεται σε σπουδές που καλύπτουν με πλήρη επάρκεια το γνωστικό αντικείμενο του πτυχίου που ζητείται με την προκήρυξη.

Την περί αυτού βεβαίωση χορηγεί το αρμόδιο όργανο του ΑΕΙ ή ΤΕΙ αντίστοιχα, στο οποίο ανήκει το Τμήμα που χορήγησε το εν λόγω πτυχίο ή δίπλωμα. 3. ... 4. ... 10. Με την προκήρυξη πλήρωσης των θέσεων είναι δυνατό να περιορίζονται, για θέσεις συγκεκριμένων κλάδων ή ειδικοτήτων, οι τίτλοι σπουδών που απαιτούνται σύμφωνα με το παρόν ή τους κανονισμούς ή τους οργανισμούς, σε ορισμένους μόνο τίτλους από τους προβλεπόμενους ή να ορίζονται τίτλοι σπουδών ως κύριοι ή επικουρικοί (παρ. 5 του άρθρου 6 του ν. 2880/2001, ΦΕΚ 9 Α’ )".

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την ένδικη από 1443/2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "H Διοίκηση της Διεύθυνσης Προσωπικού της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, προέβη στις 12-2-2010, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1-5 του Κανονισμού Εργασίας της, που καταρτίστηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (βλ. σχετ. ΑΠ.555/2007 τνπ. "Νόμος"), σε προκήρυξη διαγωνισμού για την πρόσληψη 230 υπαλλήλων Κλάδου Κύριου Προσωπικού προς κάλυψη αναγκών των μονάδων του δικτύου της, με βάση την αναφερόμενη στην προκήρυξη ανάλυση κατά Νομό, Νησί ή Δήμο και αριθμό θέσεων κατά περίπτωση, η διενέργεια του οποίου ανατέθηκε στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.6 Ν. 3051/2002.

Μεταξύ των πέντε (5) προϋποθέσεων συμμετοχής, όπως αυτές αναφέρονται στις 4η και 5η σελίδα της προκήρυξης, ετίθετο οι υποψήφιοι έπρεπε, όπως επί λέξει αναφέρεται: "να έχουν πτυχίο Ελληνικού Πανεπιστημίου (ΑΕΙ) ή Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (ΤΕΙ) του 5ου Επιστημονικού Πεδίου (Επιστημών Οικονομίας και Διοίκησης) ή ισότιμο τίτλο αντίστοιχης ειδικότητας της ημεδαπής ή της αλλοδαπής αναγνωρισμένου από το ΔΟΑΤΑΠ.

Διευκρίνιση: Το 5° Επιστημονικό Πεδίο (Επιστημών Οικονομίας και Διοίκησης) καθορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας, Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων στο μηχανογραφικό δελτίο υποψηφίου οποιουδήποτε έτους, για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση". Στην 5η σελίδα της προκήρυξης διευκρινίζονταν επίσης ότι η ανωτέρω τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να μην προσλάβει ή να απολύσει όσους δήλωσαν ψευδή στοιχεία ή έλαβαν μέρος στο διαγωνισμό, χωρίς να έχουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ενώ αναφέρονταν ότι οι υποψήφιοι έχουν δικαίωμα να διαγωνισθούν για τις θέσεις .που προκηρύσσονται σε έναν και μόνον από τους προαναφερόμενους στις σελίδες 1-4 αυτής νομούς ή νησιά ή δήμους, που αποδεδειγμένα ήταν μόνιμοι κάτοικοι.

Οι δηλώσεις συμμετοχής έπρεπε να κατατεθούν σε οποιοδήποτε κατάστημα της εναγομένης από 16-2-2010 έως 1-3-2010.Για το νομό Πέλλας ειδικότερα προκηρύχθηκαν δύο (2) θέσεις και ο ενάγων, που γεννήθηκε το έτος 1984, κάτοικος ... του Δήμου ... Ν.Πέλλας, κάτοχος πτυχίου του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Θεσσαλονίκης, ενδιαφέρθηκε να δηλώσει συμμετοχή στο διαγωνισμό αυτό, επειδή δε κατ’ εκείνο το χρόνο, υπηρετούσε τη θητεία του, υπέβαλε στο κατάστημα της εναγομένης στα ..., στις 25-2-2010, τη με αρ. ...

σχετική αίτηση-δήλωσή του η μητέρα του, μάρτυρας απόδειξης, έχοντας την προς τούτο απαιτούμενη σχετική ειδική εξουσιοδότησή του. Λαμβάνοντας δε αυτός μέρος στη συνέχεια στο διαγωνισμό, που διενεργήθηκε στις 17-4-2010, αρίστευσε, συγκεντρώνοντας 359,58 βαθμούς και συμπεριλήφθηκε στον από 9-6-2010 πίνακα προσληπτέων, πρώτος στην κατάταξη στο νομό Πέλλας.

Μετά ταύτα και σύμφωνα με τους όρους πρόσληψης της προκήρυξης (σελ.19-20) η Διεύθυνση Προσωπικού της εναγομένης απέστειλε στον ενάγοντα τη με αρ. .../29-6-2010 επιστολή της, με την οποία του ανακοίνωσε ότι συμπεριλαμβάνεται στους επιτυχόντες του διαγωνισμού της 17-4-2010 και τον κάλεσε να της δηλώσει με fax μέχρι τις 15-7-2010 εάν αποδέχεται την πρόσληψη και, σε καταφατική περίπτωση, τον παρακαλούσε να της αποστείλει μέχρι τις 20-8-2010 τα αναφερόμενα στην επιστολή δικαιολογητικά, με την επισήμανση ότι μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου των πιστοποιητικών και εφόσον πληρούνται οι όροι της ανωτέρω από 12-2-2010 προκήρυξης, η εναγομένη θα του αποστείλει νέα επιστολή προκειμένου να υποβληθεί αυτός στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις.

Ανταποκρινόμενος ο ενάγων στην πρόσκληση, απέστειλε την από 5-7-2010 επιστολή αποδοχής του, την οποία η εναγομένη έλαβε στις 6-7-2010 και απέστειλε ταχυδρομικώς όλα τα δικαιολογητικά του, πλην όμως, η τελευταία στις 16-9-2010 του απέστειλε τη με αρ. ... επιστολή της, με την οποία του ανακοίνωσε ότι μετά τον έλεγχο των προσκομισθέντων πιστοποιητικών του διαπιστώθηκε ότι δεν πληρεί αυτός το σχετικό όρο της από 12-2-2010 Προκήρυξης περί υπαγωγής του πτυχίου του στο 5ο Επιστημονικό Πεδίο, γι’ αυτό και δεν είναι δυνατή η πρόσληψη του.

Διαμαρτυρόμενος ο ενάγων απέστειλε την από 30-9-2010 επιστολή του, ισχυριζόμενος ότι ο τίτλος σπουδών, που κατέχει, είναι ισότιμος αντίστοιχης ειδικότητος ημεδαπής με αυτόν που απαιτείτο στην προκήρυξη, πλην όμως η εναγομένη με τη με αρ. 2328/13-10-2010 επιστολή της ενέμεινε στις θέσεις της.

Παράλληλα δε ο ενάγων υπέβαλε με την από 29-9-2010 επιστολή του προς το ανωτέρω Υπουργείο σχετικά ερωτήματα, έλαβε δε τη με αρ. .../ 3-11-2010 επί λέξει απάντηση: "α) Σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ’ του π.δ. 147/1990 (Φ.Ε.Κ. Α ‘ 56) η αποστολή του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών συνίσταται στην προαγωγή και τη μετάδοση της γνώσης "στο γνωστικό αντικείμενο της επιστήμης της Πληροφορικής με ιδιαίτερη έμφαση σε οικονομικές, διοικητικές και άλλες κοινωνικές επιστήμες" β)Δεν υπάρχει επισήμως διάταξη, που να εξουσιοδοτεί τον καθορισμό του ευρύτερου επιστημονικού πλαισίου, στο οποίο εντάσσονται τα πανεπιστημιακά τμήματα ή την ομαδοποίηση με βάση το γνωστικό τους αντικείμενο.

Οι επιμέρους επιστημονικοί κυρίως φορείς, ανάλογα με τις συγκεκριμένες ανάγκες και λειτουργίες, που εξυπηρετούν, κατατάσσουν ανά περίπτωση τα πανεπιστημιακά τμήματα στις διάφορες επιστήμες σε ευρύτερη ή στενότερη επιστημονική περιοχή. Η ένταξη των τμημάτων σε επιστημονικά πεδία αποτυπώνεται στην ύπ’ αριθμό Φ 253/28934/Β6/21.03.2006 Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 31), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε με σκοπό τη διευκόλυνση των διαδικασιών εισαγωγής των αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ανήκει δε στην αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Διεξαγωγής Εξετάσεων. Η ως άνω ένταξη μάλιστα των πανεπιστημιακών τμημάτων σε επιστημονικά πεδία δεν σχετίζεται με την αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων, αρμοδιότητα η οποία ανήκει στους καθ’ ύλην αρμοδίους φορείς (π.χ.

Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος κ.λ.π.), γ) Η πρόσληψη πτυχιούχων πανεπιστημιακών τμημάτων σε θέσεις φορέων του δημοσίου τομέα γίνεται με βάση το ισχύον προσοντολόγιο (π.δ. 50/2001, όπως ισχύει), σύμφωνα με το οποίο ως τυπικό προσόν για τη συμμετοχή σε διαδικασίες επιλογής θέσεων ΠΕ κατηγορίας κλάδου Διοικητικού - Οικονομικού θεωρείται το πτυχίο οποιουδήποτε τμήματος πανεπιστημιακής κατεύθυνσης, με δυνατότητα μάλιστα περιορισμού στις σχετικές προκηρύξεις εκ μέρους των φορέων των προσόντων διορισμού στα πτυχία οικονομικών και μόνο τμημάτων, στις περιπτώσεις που οι προκηρυσσόμενες θέσεις αφορούν αμιγώς οικονομικό και λογιστικό κλάδο.

Εναπόκειται βέβαια και στη βούληση του φορέα, που προκηρύσσει τις θέσεις, να προσδιορίσει ή να εξειδικεύσει σύμφωνα με τις οικείες οργανικές διατάξεις και ανάγκες του τα απαιτούμενα για την πλήρωση των θέσεων προσόντα, δ) Είναι προφανές με βάση τα ανωτέρω ότι η εκτίμηση των τίτλων σπουδών των πανεπιστημιακών τμημάτων, ως προσόντων διορισμού αποτελεί ζήτημα, που σχετίζεται άμεσα με το αντικείμενο της θέσης όπως αποφασίζεται από τον ίδιο τον φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του προσοντολογίου.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 26 του ως άνω διατάγματος, εφόσον ως προσόν διορισμού σε θέσεις φορέων του δημοσίου φορέα προβλέπεται αντίστοιχο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ημεδαπής, οι όροι αυτοί αφορούν πτυχία με σπουδές που καλύπτουν με πλήρη επάρκεια το γνωστικό αντικείμενο του πτυχίου, που ζητείται με την προκήρυξη, ενώ τη σχετική βεβαίωση χορηγεί το αρμόδιο όργανο του Πανεπιστημίου, στο οποίο ανήκει το Τμήμα".

Στην προκείμενη περίπτωση, η σχολή Εφαρμοσμένης Πληροφορικής, πτυχίο της οποίας απέκτησε ο ενάγων, δεν συγκαταλέγονταν ούτε το έτος 2002, που συμμετείχε αυτός στις πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις ούτε και κατά το έτος της προκήρυξης (2010) στις σχολές, που συμπεριλαμβάνει το 5° επιστημονικό πεδίο, όπως έχει αυτό κατηγοριοποιηθεί από το ανωτέρω Υπουργείο, αλλά στο 2° πεδίο.

Είναι βέβαια αληθές ότι η ένταξη της αυτή, όπως ανωτέρω επισημαίνεται, είναι συγκυριακή, αφού η όλη κατάταξη γίνεται απλώς προς διευκόλυνση των διαδικασιών εισαγωγής των υποψηφίων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από τη Δ/νση Οργάνωσης και Διεξαγωγής των Εξετάσεων του οικείου Υπουργείου και δεν σχετίζεται με την αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων, που είναι αντικείμενο των καθ’ ύλην αρμόδιων φορέων, μεταξύ των οποίων και το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, από το Περιφερειακό Τμήμα Κεντροδυτικής Μακεδονίας του οποίου έχει χορηγηθεί μάλιστα στον ενάγοντα η με αρ. ...23-6-2010 Άδεια Ασκήσεως Οικονομολογικού Επαγγέλματος.

Από την άλλη πλευρά, όμως, ο κάθε φορέας, που προκηρύσσει διαγωνισμό για πρόσληψη πτυχιούχων (εργοδότης) εφαρμόζοντας το ισχύον προσοντολόγιο (π.δ. 50/2001, ως ισχύει σήμερα) και μέσα στα πλαίσια αυτού, έχει τη δυνατότητα περαιτέρω περιορισμού των προσόντων διορισμού στα πτυχία οικονομικών μόνον τμημάτων, εφόσον -όπως στην προκείμενη περίπτωση- οι προκηρυσσόμενες εκ μέρους του θέσεις αφορούν αμιγώς οικονομικό και λογιστικό κλάδο, εξειδικεύοντας και προσδιορίζοντας με βάση πάντα τις οικείες οργανικές διατάξεις αλλά και τις ανάγκες του, τα προσόντα, που πρέπει να διαθέτουν οι συμμετέχοντες στο διαγωνισμό του υποψήφιοι.

Το ανωτέρω δικαίωμα πρέπει να γίνει δεκτό ότι νομίμως επεφύλαξε πολύ περισσότερο, για τον εαυτό της η εναγομένη, καθώς δε συνιστά φορέα του Δημοσίου, ανέθεσε δε τη διενέργεια του διαγωνισμού στο ΑΣΕΠ, ως είχε τη δυνατότητα από το Ν.3051/2002, κατά τα λοιπά, όμως, αυτός θα διεξάγονταν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα ειδικότερα στην ανωτέρω προκήρυξη, των διατάξεων του προαναφερομένου προεδρικού διατάγματος, επομένως, σχετικά με το ισχύον προσοντολόγιο, εφαρμοζομένων μόνον αναλογικά, στην ερευνώμενη περίπτωση, όπως διαφαίνεται και από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης από το Υπουργείο Παιδείας, Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων απάντησης.

Το κριτήριο για την πρόσληψη, κατά την προκήρυξη, δεν ήταν αποκλειστικά και μόνον η ένταξη του πτυχίου του υποψηφίου στο 5° Επιστημονικό Πεδίο, αλλά το περιεχόμενο των σπουδών και η κρίση επί της αντιστοιχίας του περιεχομένου αυτού με τα προσόντα, που απαιτούσε η εναγομένη για την κάλυψη των επαγγελματικών αναγκών της.

‘ Αλλωστε, ως πρώτη προϋπόθεση συμμετοχής στο διαγωνισμό, με βάση την προκήρυξη αυτής ήταν οι υποψήφιοι να έχουν Ελληνική Εθνικότητα, δικαιούνταν όμως υποψηφιότητας και πολίτες των Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τους οποίους απαιτείται η άριστη γνώση της Ελληνικής γλώσσας, η οποία αποδεικνύεται με απολυτήριο Ελληνικού Λυκείου, ή, αν δεν υπάρχει, με σχετικό πιστοποιητικό του Σχολείου της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του ΑΠΘ.

το οποίο χορηγείται ύστερα από σχετική εξέταση του υποψηφίου. Με βάση τα ανωτέρω, μπορούσαν να συμμετέχουν και αλλοδαποί, κατέχοντες ισότιμο τίτλο αντίστοιχης ειδικότητος της αλλοδαπής, αναγνωρισμένου από το ΔΟΑΤΑΠ αλλά και ημεδαποί, που κατείχαν, όμως, ισότιμο τίτλο αντίστοιχης ειδικότητος της αλλοδαπής αναγνωρισμένου από το ΔΟΑΤΑΠ.

Από όλα τα προαναφερόμενα, όμως, συνάγεται σαφώς ότι η εκτίμηση των τίτλων σπουδών του κάθε υποψηφίου των πανεπιστημιακών τμημάτων ως προσόντων διορισμού αποτελεί ζήτημα, που σχετίζεται άμεσα με το αντικείμενο της θέσης, που προκηρύσσει ο εργοδότης και ειδικότερα εφόσον, όπως στην ερευνώμενη περίπτωση, ως προσόν διορισμού προβλέπονταν και αντίστοιχο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητος πτυχίο ή δίπλωμα ημεδαπής, ακόμη και αλλοδαπής, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτίθενται, πρέπει να γίνει δεκτό και από το παρόν Δικαστήριο ότι αυτά πρέπει να αφορούν σπουδές, που καλύπτουν με "πλήρη επάρκεια" και όχι εν μέρει το γνωστικό αντικείμενο του πτυχίου, που ζητείται με την προκήρυξη, αυτό δε να βεβαιώνεται σχετικά από το αρμόδιο όργανο του ΑΕΙ ή ΤΕΙ αντίστοιχα, στο οποίο ανήκει το Τμήμα που χορήγησε το εν λόγω πτυχίο ή δίπλωμα και εν προκειμένω το Τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Θεσσαλονίκης.

Το ανωτέρω, στη με αρ. ...9-6-2010 βεβαίωση του, που ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει, αναφέρει ότι ο ενάγων έχει διδαχθεί και μάλιστα-επιτυχώς- αποφοίτησε με βαθμό πτυχίου 8,80- είκοσι (20) μαθήματα από αυτά, που διδάσκονται και σε Τμήματα Οικονομικών Σπουδών και Διοίκησης Επιχειρήσεων που εντάσσονται στο 5° Επιστημονικό Πεδίο.

Ενδεικτικά αναφέρονται οι αρχές, Οικονομικής, η διοίκηση Επιχειρήσεων, η Λογιστική η Χρηματοοικονομική, η Οικονομετρία 1 και 2 και η Στρατηγική και Διοίκηση Πληροφοριακών Συστημάτων. Πλήν όμως, από το με αρ. .../28-9-2006 πιστοποιητικό του ιδίου, ως άνω τμήματος, που επίσης επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, στο οποίο απαριθμούνται κατά εξάμηνο σπουδών, τα μαθήματα, που διδάχθηκε αυτός και η αναλυτική βαθμολογία, που πέτυχε, καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών του και μέχρι την απόκτηση του προαναφερόμενου πτυχίου του, προκύπτει ότι αυτά είναι συνολικά πενήντα εννέα.

Από το ανωτέρω, επομένως, έγγραφο, από το οποίο προκύπτει και το ακριβές πρόγραμμα σπουδών, της σχολής, της οποίας πτυχίο απέκτησε ο ενάγων, συνάγεται σαφώς ότι τα είκοσι (20) μαθήματα, που διδάχθηκε αυτός και τα οποία διδάσκονται παράλληλα ως μαθήματα οικονομίας και διοίκησης επιχειρήσεων και στα εντασσόμενα στο 5° Επιστημονικό Πεδίο Τμήματα Οικονομικών Σπουδών και Διοίκησης Επιχειρήσεων ανέρχονται μόλις στο 1/3 του όλου προγράμματος σπουδών της σχολής αυτής.

Συνακόλουθα, η επιτυχής εκμάθηση των πιο πάνω 20 μαθημάτων δεν δύναται να θεραπεύσει την έλλειψη του βασικού τίτλου σπουδών αφού δεν προκύπτει η "πλήρης επάρκεια" με το γνωστικό αντικείμενο του πτυχίου που ζητείται από την προκήρυξη, αντίθετα, αποδεικνύεται ότι πρόκειται για διαφορετικό πτυχίο, που αποκτήθηκε μετά από παρακολούθηση και επιτυχή εξέταση διαφορετικών, κατά ποσοστό 2/3, μαθημάτων στο πρόγραμμα σπουδών, από αυτά που διδάσκονται για τη λήψη πτυχίου των τμημάτων των σχολών Οικονομικών Σπουδών και Διοίκησης Επιχειρήσεων, που εντάσσονται στο 5° Επιστημονικό Πεδίο , με αποτέλεσμα να κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι ο ενάγων δε διέθετε τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα που απαιτούνται από την προκήρυξη πρωτίστως αλλά και από το π.δ.50/2001, ως ισχύει σήμερα (βλ.

σχετ. και Δ.Εφ.Αθ.38/11, ο.π.), καθώς το πτυχίο του δεν εμπεριέχει με πλήρη επάρκεια το γνωστικό αντικείμενο, το οποίο απαιτούσε η προκήρυξη, δεν πληροί, επομένως, τον όρο αυτής περί ισοτίμου τίτλου αντίστοιχης ειδικότητος της ημεδαπής....Τελικώς υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κρίνεται ότι η άρνηση της εναγομένης να προσλάβει τον ενάγοντα δεν προσκρούει στα ελάχιστα όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της, συνιστώντας τυπολατρία, όπως διατείνεται ο ενάγων αλλά, αντίθετα, εφαρμογή των όρων και προϋποθέσεων που έθεσε η ίδια στην προκήρυξή της".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να καταδικαστεί η τελευταία σε δήλωση βουλήσεως για την τοποθέτηση του στον κλάδο του κύριου προσωπικού της με τον αρχικό βαθμό του δοκίμου είναι ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δε, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.

Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του π.δ.50/ 2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επίσης, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των απαιτούμενων με την προκήρυξη του παραπάνω διαγωνισμού τυπικών προσόντων για την πρόσληψη του από την αναιρεσίβλητη, επειδή, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το πτυχίο του δεν εμπεριείχε με "πλήρη επάρκεια" το γνωστικό αντικείμενο που απαιτούσε η προκήρυξη και, έτσι, δεν πληρούσε το σχετικό όρο αυτής περί κατοχής ισότιμου τίτλου αντίστοιχης ειδικότητας της ημεδαπής.

Επομένως οι πρώτος, από το άρθρο 559αρ.1 ΚΠολΔ, και δεύτερος, από το άρθρο 559αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του π.δ. 50/2001, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι με τους ίδιους πιο πάνω λόγους προβαλλόμενες αιτιάσεις, αναφορικά με τον τρόπο αξιολόγησης από το Εφετείο του γνωστικού αντικειμένου του πτυχίου του αναιρεσείοντος για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του τελευταίου των απαιτούμενων τυπικών προσόντων της προκήρυξης του διαγωνισμού της αναιρεσίβλητης είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα θεμελίωσης των παραπάνω λόγων αναίρεσης πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου για πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 185, 189, 192, 201, 361 και 648 Α.Κ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ’ αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασης του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.

Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σε αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικός μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης (ΑΠ 878/2014, 654/2000).

Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ, ,κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πληρωμή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της (ΑΠ 829/2006). Περαιτέρω ως "πράγματα", για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι κατά το σχηματισμό του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος:

α) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη, και, ειδικότερα, ότι το κριτήριο που είχε θέσει η αναιρεσίβλητη με την προκήρυξη του συγκεκριμένου διαγωνισμού ήταν το περιεχόμενο σπουδών των υποψηφίων και η αντιστοιχία του πτυχίου του 5ου επιστημονικού πεδίου με τα προσόντα που απαιτούσε η προκήρυξη, ενώ η αναιρεσίβλητη με την έφεση της δεν είχε προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό και β) δεν έλαβε υπόψη τον κατά τις διατάξεις των άρθρων 185,189,192,197 και 200 ΑΚ ισχυρισμό που πρόβαλε ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή, καθώς και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο, για την αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, ότι αυτή με την εκ των υστέρων άρνησή της να τον προσλάβει, παρά τη μη αμφισβήτηση εκ μέρους της της επάρκειας των γνώσεών του και των υπέρτερων έναντι των λοιπών υποψηφίων τυπικών προσόντων του, καθώς και την ύπαρξη καταφατικής απάντησης του ως προς την αποδοχή της πρόσληψής του, παραβίασε τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, και ειδικότερα, ο μεν πρώτος προεχόντως ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή του, όπως και ο ίδιος παραδέχεται στο αναιρετήριο, δεδομένου μάλιστα ότι ο βασικός αγωγικός ισχυρισμός του στηριζόταν ακριβώς στην κατοχή πτυχίου ισότιμου με εκείνο του 5ου επιστημονικού πεδίου που απαιτούνταν με την προκήρυξη ,ο δε δεύτερος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε κατ’ ουσία.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος.

Εξάλλου, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητας του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιον του.

Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι αυτό δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που ορίζει ο νόμος για τα δημόσια έγγραφα, όπως είναι η κατεχόμενη από τον αναιρεσείοντα άδεια άσκησης οικονομολογικού επαγγέλματος του Οικονομικού Επιστημονικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ,που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα στο Εφετείο για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι τα προσόντα του καλύπτουν τους όρους της προκήρυξης του παραπάνω διαγωνισμού.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ανελέγκτως, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της προκήρυξης για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό της αναιρεσίβλητης, η οποία επεφύλαξε νομίμως για τον εαυτό της το δικαίωμα να περιορίσει τα συγκεκριμένα προσόντα που πρέπει να διαθέτουν οι υποψήφιοι, με βάση τις ανάγκες της και τις οικείες οργανικές διατάξεις, δεν ήταν και η κατοχή της προαναφερόμενης επαγγελματικής άδειας ούτε ότι η τελευταία περιλαμβανόταν μεταξύ των κριτηρίων που ήταν αναγκαία για το σχηματισμό της αποδεικτικής κρίσης του Εφετείου, αναφορικά με την έλλειψη "πλήρους επάρκειας" του βασικού τίτλου σπουδών του αναιρεσείοντος με το γνωστικό αντικείμενο του πτυχίου που απαιτούνταν με την προκήρυξη.

Επίσης κρίθηκε, ανελέγκτως, ότι η αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων (που παρέχονται με την επίμαχη άδεια) είναι αντικείμενο των καθ’ ύλην αρμοδίων φορέων (μεταξύ των οποίων και το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος) και δεν σχετίζεται με την ένταξη της σχολής Εφαρμοσμένης Πληροφορικής (πτυχίο της οποίας απέκτησε ο αναιρεσείων) στο 2ο επιστημονικό πεδίο, η οποία είναι συγκυριακή και γίνεται απλώς προς διευκόλυνση της διαδικασίας εισαγωγής των υποψηφίων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από τη Δ/νση Οργάνωσης και Διεξαγωγής των Εξετάσεων του οικείου Υπουργείου.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/3/2016 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 1037/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ