Legislator Case Law & Legislation
282/2010 AI generated

282/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 282/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

282/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ο πρώτος , κατά το αντίστοιχο πρώτο τμήμα του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν και δη του άρθρου 147 ΑΚ, είναι απαράδεκτος.

Keywords

AI generated
acquisition of ownership agreement on an unopened succession liquidation of estate division of property real estate transaction share purchase
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 282 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 282/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Κατσαούνη.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δαούτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 140/2006 μη οριστική και 402/2007 οριστική ου Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-4-2008 αίτησή του και τους από 24-6-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων ( άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες, όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1020/2005 ΕλλΔνη 2005, σελ. 1064, ΑΠ 195/2002, ΑΠ 349/1995).

Συνεπώς, ο πρώτος , κατά το αντίστοιχο πρώτο τμήμα του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν και δη του άρθρου 147 ΑΚ, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 και επ. Α.Κ.), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία.

Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 325/2009, ΑΠ 491/2008).

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος εξ αιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του, και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία γεννά εις βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 του ΑΚ.

Δεν ενδιαφέρει δε αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δηλώσεως της βουλήσεως του απατηθέντος (ΑΠ 373/2008, ΑΠ 441/2004, ΑΠ 898/2000). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.

α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός του άρθρου 559 αριθ. 1 α' ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη αγωγή, με την οποία ο ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, με βάση το άρθρο 147 ΑΚ, να ακυρωθεί η αναφερόμενη σύμβαση, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, που έχει γεννηθεί το έτος 1915, όντας άγαμος, ζούσε μαζί με την επίσης άγαμη αδελφή του ΑΑ στην ..., σε οικία, που ανήκε σ' αυτούς κατ' ισομοιρία και η οποία μαζί με το οικόπεδό της, εκτάσεως 752,44τμ (πλέον ρυμοτομουμένων τμημάτων επιφανείας 75,65 τμ) ευρίσκεται επί της οδού ...

αριθμός ... Στις 1-3-2002 απεβίωσε η εν λόγω αδελφή του, που αποτελούσε και το μοναδικό συγγενικό του πρόσωπο, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Έτσι στην κληρονομιά της κλήθηκε αυτός ως μοναδικός εγγύτερος συγγενής. Ο ενάγων ήταν σε αρκετά καλή οικονομική κατάσταση, αφού ήταν ήδη συνιδιοκτήτης της εν λόγω οικίας μετά του οικοπέδου της, ελάμβανε σύνταξη από τον Ο.

Σ. Ε, που ανερχόταν σε 900 Ευρώ μηνιαίως, ενώ είχε καταθέσεις σε τράπεζες σημαντικού ύψους. Συγκεκριμένα τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα (υπ/μα ...) τον ... λογαριασμό με υπόλοιπο 31.506, 84 Ευρώ και στην Εμπορική Τράπεζα τον ... λογαριασμό με υπόλοιπο 27.152,53 Ευρώ. Επομένως δεν είχε λόγο να εκποιήσει την ακίνητη περιουσία του για να αντιμετωπίσει κάποιο επιτακτικό οικονομικό πρόβλημα.

Ο θάνατος της αδελφής του προξένησε σ' αυτόν ιδιαίτερη θλίψη, και ανασφάλεια, δεδομένου ότι διήγε το 88° έτος της ηλικίας του, οι δε σωματικές, ψυχικές και διανοητικές του δυνάμεις ήσαν σημαντικά εξασθενημένες. Προκειμένου να εξυπηρετήσει τις βασικές βιοτικές του ανάγκες προσέλαβε ως οικιακή βοηθό μία γυναίκα βουλγαρικής υπηκοότητας.

Ο εναγόμενος, που έχει γεννηθεί το έτος 1968 και εργάζεται στην ΔΕΗ, κατοικούσε μαζί με τους γονείς του στην πατρική του οικία, κείμενη σε επαφή με την ιδιοκτησία του ενάγοντος επί του οδού ... αριθμός ... Αφότου απεβίωσε η αδελφή του ενάγοντος και ο τελευταίος έμεινε χωρίς συγγενείς, ο εναγόμενος και οι γονείς του, (πιο πολύ ο πατέρας του) άρχισαν να επιδεικνύουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ενάγοντα, που ξεπερνούσε τα όρια του ανθρώπινου ενδιαφέροντος και της χριστιανικής φιλαλληλίας, αφού, όπως περιγράφεται στη συνέχεια, ενείχε υστεροβουλία.

Ειδικότερα τον επισκέπτοντο συχνά στην οικία του και τον διαβεβαίωναν να μην ανησυχεί γιατί αυτοί θα τον βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του, όχι μόνο αυτά που σχετίζονταν με την μεγάλη ηλικία του και την κατάσταση της υγείας του, αλλά και τα οικονομικά του. Μάλιστα, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι κατά μήνα Οκτώβριο 2002 παρέμεινε πρόσκαιρα μόνος, αφού η οικιακή του βοηθός αναχώρησε για την Βουλγαρία, όπου θα παρέμενε για ένα μήνα, προκειμένου να επιλύσει οικογενειακά της προβλήματα, σχεδόν εγκαταστάθηκαν στην οικία του, παρέχοντας σ' αυτόν φαγητό, συντροφιά και γενικά κάθε φροντίδα στις προσωπικές του ανάγκες, αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί.

Όπως κατέθεσε μάλιστα η γειτόνισσα ... στην από 12-12-2003 ένορκη κατάθεση της στην Ανακρίτρια Τριπόλεως, ο πατέρας του εναγομένου είχε κλειδιά της οικίας του ενάγοντος. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσαν (κυρίως οι γονείς του εναγομένου) να αποκτήσουν την πλήρη εμπιστοσύνη του ενάγοντος. Έτσι, αφού πληροφορήθηκαν για την οικονομική του κατάσταση, (καταθέσεις σε τράπεζες), τον έπεισαν ότι τον συμφέρει να επενδύσει τις καταθέσεις του σε Repos.

Προς τούτο στις 16-10-2002 ο πατέρας του εναγομένου συνόδευσε τον ενάγοντα στο υπ/μα της Εθνικής Τράπεζας στην Τρίπολη, από την οποία ο ενάγων ανέλαβε όλο το ποσό που είχε καταθέσει στον προαναφερόμενο λογαριασμό του (31.506,84 Ευρώ). Ακολούθως ο πατέρας του εναγομένου τον συνόδευσε στο κατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην ..., όπου κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος εργαζόταν ως υπάλληλος ο ανιψιός του.

Εκεί τον έπεισε και αγόρασε REPOS αξίας 31.713,76 Ευρώ. Ωστόσο ως δικαιούχοι του τίτλου αυτού καθ' υπόδειξη και απαίτηση του πατρός του εναγομένου ανεγράφησαν, όχι μόνο ο διαθέσας το ποσό της επένδυσης ενάγων, αλλά και η μητέρα του εναγομένου ΒΒ και η ΓΓ. Μάλιστα, την απόδειξη αγοράς των REPOS την κράτησε η ΓΓ, όπως η ίδια παραδέχτηκε.

Για την αναγραφή ως συνδικαιούχων των Repos των εν λόγω δύο γυναικών, ο εναγόμενος, που γνώριζε και πιθανότατα μαζί με τον πατέρα του σχεδίασε όλες αυτές τις ενέργειες, δεν έδωσε κάποια πειστική εξήγηση. Στην συνέχεια ο πατέρας του εναγομένου, έπεισε τον ενάγοντα να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την αποδοχή της κληρονομιάς της αδελφής του, έτσι ώστε να καταστεί αποκλειστικός κύριος των στοιχείων της και ιδιαίτερα αποκλειστικός κύριος της οικίας και του οικοπέδου της, προκειμένου να υλοποιήσει το εν συνεχεία περιγραφόμενο απατηλό σχέδιο του.

Προς τούτο ο πατέρας του εναγομένου στις 29-10-2002 συνόδευσε τον ενάγοντα στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην ..., όπου ο ενάγων, από τον εκεί τηρούμενο ... λογαριασμό, ανέλαβε το ποσό των 26.000 Ευρώ, το οποίο ο ενάγων παρέδωσε στον πατέρα του εναγομένου, ΔΔ, προκειμένου με αυτό ο τελευταίος να καλύψει τα έξοδα αποδοχής κληρονομιάς της αδελφής του ΑΑ.

Ο πατέρας του εναγομένου προέβη σε όλες τις ενέργειες που απαιτούντο προκειμένου να αποδεχθεί ο ενάγων την κληρονομιά της αδελφής του, όπως π.χ. σύνταξη τοπογραφικού κλπ, δαπανώντας για το σκοπό αυτό μόνο για φόρο κληρονομιάς το ποσό των 15.581,52 Ευρώ, ενώ δεν προέκυψε το ύψος των συμβολαιογραφικών εξόδων και των εξόδων συντάξεως τοπογραφικού.

Εξ ουδενός όμως στοιχείου προέκυψε ότι ο πατέρας του εναγομένου, μέχρι της συντάξεως του εν συνεχεία αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου επέστρεψε στον ενάγοντα υπόλοιπο και ποίου ύψους από το ποσό των 26.000 Ευρώ που ο τελευταίος του είχε διαθέσει. Με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Τριπόλεως Χριστίνας Πλατανίτου -Σγούρδου ο ενάγων αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομιά και μετέγραψε τη δήλωση αυτή στα οικεία βιβλία μεταγραφών.

Έτσι κατέστη αποκλειστικός κύριος της εν λόγω οικίας μετά του μείζονος οικοπέδου της. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι ο εναγόμενος και οι γονείς του, είχαν αποκτήσει πλέον την πλήρη εμπιστοσύνη του ενάγοντος και ασκούσαν σ' αυτόν αποφασιστική επιρροή, ιδιαίτερα ο πατέρας του εναγομένου. Υπό το κλίμα αυτό των σχέσεων ανάμεσα στον ενάγοντα αφενός και του εναγομένου και των γονέων του αφετέρου, ο εναγόμενος και ο πατέρας του ζήτησαν από τον ενάγοντα να πωλήσει στον εναγόμενο αντί τιμήματος 4.000 Ευρώ ένα μικρό τμήμα του οικοπέδου του επιφανείας 15 τμ περίπου, εν επαφή με την ιδιοκτησία τους, προκειμένου να φτιάξει ένα γκαράζ και να σταθμεύει το αυτ/το του.

Στους δισταγμούς του ενάγοντος, ο πατέρας του εναγομένου τον διαβεβαίωσε ότι αυτός θα αναλάβει όλες τις διαδικασίες. Ο ενάγων, που όπως ειπώθηκε διήνυε το 88° έτος της ηλικίας του και οι σωματικές, ψυχικές και διανοητικές του δυνάμεις ήσαν σημαντικά εξασθενημένες, θέλοντας να μη "χαλάσει" τις σχέσεις του με τον εναγόμενο και τους γονείς του, τους οποίους θεωρούσε καλόπιστα ως ενδιαφερομένους γι' αυτόν ανιδιοτελώς και ειλικρινώς, ενέδωσε στις πιεστικές τους παρακλήσεις και προτροπές και συγκατένευσε να πωλήσει το μικρό αυτό εδαφικό τμήμα στον εναγόμενο.

Προς τούτο ο πατέρας του εναγομένου απευθύνθηκε στον πολιτικό μηχανικό ... και αφού του παρέστησε ότι ο ενάγων επιθυμεί να πωλήσει στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα γυιό του ένα τμήμα του οικοπέδου του, άρτιο και οικοδομήσιμο, του ζήτησε να συντάξει τοπογραφικό διάγραμμα, που θα απεικόνιζε τη μείζονα ιδιοκτησία του ενάγοντος, και το πωλούμενο άρτιο και οικοδομήσιμο τμήμα.

Πράγματι ο εν λόγω μηχανικός μετέβη στην ιδιοκτησία του ενάγοντα και αφού προέβη σε μετρήσεις, συνέταξε το από 11-11-2002 τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο απεικόνισε τη συνολική, (μετά τη ρυμοτόμηση τμημάτων της) ιδιοκτησία του ενάγοντα, επιφανείας 752,44 τμ, με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Α', καθώς και το δυνάμενο να μεταβιβασθεί άρτιο και οικοδομήσιμο τμήμα, επιφανείας 327,74 τμ, με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Θ'-Α'-Α.

Ο ενάγων που αντελήφθη την παρουσία του μηχανικού, με τον οποίο μάλιστα συνομίλησε επ' ελάχιστο, έχοντας υπόψη του τις διαβεβαιώσεις του εναγομένου και του πατέρα του, είχε την απόλυτη πεποίθηση ότι η μέτρηση γίνεται για τη μεταβίβαση εδαφικού τμήματος 15 τμ. Ο ενάγων λόγω της προπεριγραφείσας καταστάσεώς του δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι σχεδίαζε ο εναγόμενος με τον πατέρα του, καθόσον με την προεργασία της μεταβιβάσεως (σύνταξη του τοπογραφικού, την καταβολή της αμοιβής του μηχανικού, ανεύρεση συμβολαιογράφου κλπ) ασχολήθηκε αποκλειστικά ο πατέρας του εναγομένου.

Στις 13-12-2002 ο εναγόμενος και ο πατέρας του συνόδευσαν τον ενάγοντα στο γραφείο της συμβολαιογράφου Τριπόλεως Χριστίνας Σγούρδου - Πλατανίτη προκειμένου να συνταχθεί το συμβόλαιο μεταβίβασης. Εκεί προσήλθαν οι προς τούτο ειδοποιηθέντες από τον πατέρα του εναγομένου δικηγόροι ΕΕ και ΣΤ, που είναι σύζυγοι και παρέστησαν, ο μεν πρώτος ως δικηγόρος του πωλητή, η δε δευτέρα ως δικηγόρος του αγοραστή.

Εκεί η εν λόγω συμβολαιογράφος συνέταξε το ... συμβόλαιο, (που στη συνέχεια μετεγράφη στον τόμο ... και στο αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόρειας Πλευράς Τριπόλεως), με το οποίο ο ενάγων φέρεται να μεταβιβάζει, αιτία πωλήσεως, στον εναγόμενο ένα εδαφικό τμήμα του οικοπέδου του, επιφανείας 327,74 τμ, που απεικονίζεται στο προμνησθέν τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Θ'-Α'-Α.

Ως τίμημα ανεγράφη το ποσό των 58.694,06 Ευρώ, ενώ η αντικειμενική του αξία υπολογίστηκε από την Δ.Ο.Υ ... σε 72.562 Ευρώ. Όπως αναγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο, το ως άνω τίμημα δεν κατεβλήθη παρουσία της συμβολαιογράφου, αλλά, όπως την διαβεβαίωσαν οι συμβαλλόμενοι, κατεβλήθη από τον αγοραστή στον πωλητή σε μετρητά εκτός του γραφείου της.

Η εν λόγω ανέγνωσε παρουσία των δικηγόρων των συμβαλλομένων το εν λόγω συμβόλαιο και ο ενάγων το υπέγραψε. Όμως στην εν λόγω δήλωση βουλήσεως ο ενάγων προέβη εκ πλάνης, οφειλομένης αποκλειστικά στην προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου και του πατρός του, δηλαδή ο ενάγων πωλητής ενήργησε από εσφαλμένη γνώση της, για τον προσδιορισμό της βουλήσεώς του, απαιτούμενης πραγματικής καταστάσεως.

Ειδικότερα ο εναγόμενος και ο πατέρας του, από κοινού ενεργώντας, έχοντας δόλια προαίρεση, εγκείμενη στην προσπόριση στον εναγόμενο παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, χρησιμοποιώντας δε το προπεριγραφόμενο τέχνασμα της δήθεν πωλήσεως-αγοράς ενός μικρού εδαφικού τμήματος του οικοπέδου του, για να το χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος για γκαράζ, παραπλάνησαν τον ενάγοντα να στέρξει στην σύναψη της επίμαχης δικαιοπραξίας.

Ακολούθως ο υπέργηρος ενάγων, όντας καλοπροαίρετος, εύπιστος και αγαθός χαρακτήρας και διαθέτοντας, λόγω της ηλικίας του και της υγείας του, μειωμένες τις σωματικές, ψυχικές και διανοητικές δυνάμεις και αδύναμα τα αντανακλαστικά του, παραπλανηθείς αποκλειστικά (κατ' άμεση αιτιώδη συνάφεια) από τις ψευδείς και δόλιες παραστάσεις του εναγομένου και του πατέρα του, εξεδήλωσε τη βούλησή του για πώληση τμήματος του ακινήτου του, πιστεύοντας πεπλανημένα ότι η επίμαχη μεταβίβαση αφορά μόνο ένα μικρό εδαφικό τμήμα του οικοπέδου του, (15 τμ περίπου) για να το χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος για γκαράζ, και αγνοώντας ανυπαίτια ότι αφορά ένα ολόκληρο άρτιο και οικοδομήσιμο τμήμα εκ της ιδιοκτησίας του, επιφανείας 327,74 τμ. .

Η πλάνη του αυτή, που από κοινού του δημιούργησαν ο ενάγων και ο πατέρας του, με την εν γνώσει ψευδή παράσταση του εν λόγω ψευδούς γεγονότος ως αληθούς και την οποία διατήρησαν ομοίως με απατηλό τρόπο τουλάχιστον μέχρι της συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως, είναι ουσιώδης, με την έννοια ότι, εάν ο ενάγων εγνώριζε ότι με το εν λόγω συμβόλαιο μεταβιβάζεται εδαφικό τμήμα 327,74 τμ και όχι εδαφικό τμήμα 15 τμ, ουδέποτε θα συνέπραττε στην σύναψη τέτοιας δικαιοπραξίας.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι καταβλήθηκε το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα των 58.694,06 ευρώ, είναι δε ελάχιστα πειστικές οι εξηγήσεις του εναγομένου και του πατέρα του, αναφορικά με την προέλευση του αναγραφομένου τιμήματος πώλησης. Ειδικότερα ο εναγόμενος υπεστήριξε ότι ο ίδιος διέθεσε ποσό, άλλοτε 40.000 Ευρώ και άλλοτε 38.000 Ευρώ, από οικονομίες που "φύλαγε" για χρόνια σπίτι του και το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος το συμπλήρωσε ο πατέρας του, αφού έκανε ανάληψη από τράπεζα.

Ωστόσο για την ανάληψη αυτή δεν προσκομίστηκε κάποιο παραστατικό. Επίσης όταν ο ανακριτής του υπενθύμισε ότι δεν μπορούσε να αποταμιεύει στην οικία του για πολλά χρόνια Ευρώ, δεδομένου ότι το νόμισμα αυτό μόλις είχε καθιερωθεί, υπεστήριξε ότι μετέτρεψε τις αποταμιευμένες σε δραχμές οικονομίες του σε Ευρώ, χωρίς ωστόσο, να προσκομίσει και αυτός κάποιο παραστατικό για την εν λόγω τραπεζική συναλλαγή.

Εξάλλου, ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας ανταποδείξεως ΕΕ, δικηγόρος, κατέθεσε ότι, όταν ο ενάγων άρχισε να αμφισβητεί το κύρος της επίμαχης δικαιοπραξίας ερώτησε τον πατέρα του εναγομένου: "γιατί ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν πληρώθηκε το τίμημα" και τότε ο πατέρας του εναγομένου, προκειμένου να τον πείσει ότι κατεβλήθη το τίμημα και ότι έχει αποδείξεις γιαυτό, του είπε: "έχουν βγεί λεφτά από τράπεζα και έχουν μπεί την ίδια μέρα".

Ωστόσο ουδέποτε προσκομίστηκε κάποιο παραστατικό αναλήψεως κάποιου χρηματικού ποσού από πιστωτικό ίδρυμα εκ μέρους του εναγομένου ή του πατρός του ή καταθέσεως τέτοιου ποσού σε λογαριασμό του ενάγοντος. Επομένως ο πατέρας του εναγομένου παραπλανούσε και τον εν λόγω δικηγόρο, αφού ουδεμία περί αυτού απόδειξη προσκόμισε.

Το μόνο ποσό που φέρεται να δόθηκε στον ενάγοντα κατά την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου και μάλιστα από τον πατέρα του εναγομένου είναι το ποσό των 20.000 Ευρώ, που κατετέθη στον προς τούτο ανοιγέντα ... λογαριασμό του υπ/τος της ΕΤΕ στην ... Κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ο πατέρας του εναγομένου του είπε ότι το ποσό αυτό (20.000 Ευρώ) συντίθεται από το συμφωνηθέν τίμημα των 4.000 Ευρώ για την μεταβίβαση του μικρού εδαφικού τμήματος και από το ποσό που απέμεινε από την εκ μέρους του (πατρός του εναγομένου) τακτοποίηση των διατυπώσεων αποδοχής της κληρονομιάς της αδελφής του ενάγοντος.

Ο εναγόμενος, προκειμένου να καταδείξει ότι ο ενάγων πωλητής εγνώριζε και αποδεχόταν την πώληση εδαφικού τμήματος 327,74 τμ και επομένως ότι δεν τελούσε σε πλάνη ως προς το περιεχόμενο του πωλητηρίου συμβολαίου, προσεκόμισε και επεκαλέσθη την από 13-12-2002 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986, με το ακόλουθο περιεχόμενο : "Κατανόησα πλήρως τα αναγραφόμενα στο με αριθμό ...

συμβόλαιο σας και έχω λάβει τα χρήματα που αναγράφονται στο συμβόλαιο αυτό από τον αγοραστή Χ". Η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση απευθύνεται προς την συντάξασα το επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο συμβολαιογράφο, όπως δε συνομολογείται από τον εναγόμενο, συνετάγη δια χειρός του παρισταμένου από την πλευρά του ενάγοντος δικηγόρου ΕΕ κατ' απαίτηση της συμβολαιογράφου και υπεγράφη από τον ενάγοντα πωλητή.

Κατά την κρίση του δικαστηρίου η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση, περισσότερο προβληματίζει για την αιτία συντάξεώς της και πάντως δεν ενισχύει την παραπάνω θέση του εναγομένου, αφού στη δήλωση δεν εξειδικεύεται η έκταση του πωλούμενου εδαφικού τμήματος, ώστε ν' αποκλείεται η διατήρηση της πλάνης του ενάγοντος.

Ειδικότερα δεν δόθηκε πειστική λογική εξήγηση ως προς τους λόγους που επέβαλαν αυτή την πρωτότυπη στη συμβολαιογραφική πρακτική ενέργεια, η σκοπιμότητα όμως της συντάξεώς της είναι προφανής. Είναι λοιπόν προφανές, καταλήγει το Εφετείο, ότι ο ενάγων αγοραστής (προδήλως πωλητής) προέβη στη σύναψη της επίμαχης δικαιοπραξίας εκ πλάνης και δη ουσιώδους, που από κοινού του παρήγαγαν ο ενάγων (προδήλως ο εναγόμενος) και ο πατέρας του, με την εν γνώσει παράσταση ψευδούς γεγονότος ως αληθούς και την οποία διετήρησαν ομοίως με απατηλό τρόπο τουλάχιστον μέχρι της συνάψεως της επιμάχου συμβάσεως (υπογραφής του πωλητηρίου συμβολαίου).

Η ανάγνωση του επίμαχου συμβολαίου από τη συμβολαιογράφο δεν απεσόβησε την εκ πλάνης διατυπούμενη δήλωση βουλήσεως του ενάγοντος πωλητού, καθόσον ο τελευταίος, λόγω της ηλικίας του, των μειωμένων διανοητικών ικανοτήτων του και των περιορισμένων γραμματικών του γνώσεων, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τους εκφωνούμενους κατά την ανάγνωση νομικούς όρους και περιγραφές των ορίων του πωλουμένου, όντας δε προσηλωμένος στην απατηλή παράσταση του εναγομένου και του πατρός του, που είχαν αποσπάσει την εμπιστοσύνη του, ότι η επίμαχη μεταβίβαση αφορά μόνο ένα μικρό εδαφικό τμήμα του οικοπέδου του, δεν αντελήφθη το αληθές περιεχόμενο του συμβολαίου.

Η πλάνη αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στην τυπική κατάρτιση της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας παρέστησαν οι προαναφερόμενοι δικηγόροι και η παραπάνω συμβολαιογράφος, πολύ περισσότερο εφόσον και αυτούς ο εναγόμενος με τον πατέρα του είχαν παραπλανητικά διαβεβαιώσει ότι η πώληση αφορά το πωληθέν εδαφικό τμήμα, ούτε το γεγονός αυτό (κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου, παρουσία δικηγόρων) αποκλείει τη δυνατότητα προσβολής της συμβάσεως πωλήσεως.

Τούτο δε κατέστη ευκολότερο από το γεγονός ότι ο ενάγων συναντήθηκε με τον δικηγόρο που παρέστη για λογαριασμό του στο συμβολαιογραφείο κατά τη σύνταξη του συμβολαίου, ενώ ο εναγόμενος και κυρίως ο πατέρας του είχε προηγουμένως έλθει σε επαφή αρκετές φορές με τη συμβολαιογράφο και τον εν λόγω δικηγόρο προκειμένου να προετοιμάσει την επίμαχη δικαιοπραξία.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων ήχθη στην κατάρτιση του επίμαχου συμβολαίου πώλησης συνεπεία απάτης του εναγομένου και του πατέρα του τελευταίου και κατόπιν τούτου δέχτηκε την αγωγή κατά την κύρια βάσης της, ακύρωσε την ως άνω σύμβαση πώλησης, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει όμοια και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 149 και 154 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι ο εναγόμενος από κοινού με τον πατέρα του παρέστησαν ψευδώς στον ενάγοντα ότι αυτός πωλεί προς τον εναγόμενο ένα μικρό τμήμα του αναφερόμενου οικοπέδου του εκτάσεως μόλις 15 τ.μ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του, πλην όμως αντί τέτοιου συμβολαίου συντάχθηκε το επίμαχο συμβόλαιο πώλησης οικοπέδου, εκτάσεως 327,74 τ.μ., αντί τιμήματος 58.694,06 ευρώ, το οποίο ουδέποτε καταβλήθηκε, ότι ο ενάγων προέβη στην ως άνω δήλωση βουλήσεως εκ πλάνης, οφειλόμενης αποκλειστικά στην απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου και του πατέρα του και ότι η πλάνη αυτή υφίστατο και κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το δεύτερο τμήμα του, τρίτος, πέμπτος, ένατος, δέκατος, και ενδέκατος λόγοι της κύριας αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής ακυρώσεως δικαιοπραξίας λόγω απάτης, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται στον ενάγοντα κάποια πεπλανημένη παράσταση, με το σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του και συνακόλουθα να εκτίθεται ο δόλος του εναγομένου και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ απάτης και της μέσω αυτής προκληθείσας δηλώσεως βουλήσεως.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος και ο πατέρας του, αφού κατάφεραν να αποκτήσουν την πλήρη εμπιστοσύνη του κατά τον ιστορούμενο στην αγωγή τρόπο, έπεισαν αυτόν να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον εναγόμενο έκταση 15 τ.μ. αντί τιμήματος 4.000 ευρώ από το αναφερόμενο οικόπεδό του.

Ότι στις παραστάσεις αυτές του εναγομένου και του πατέρα του πείσθηκε ο ενάγων και προήλθε στην κατάρτιση του αναφερόμενου πωλητηρίου συμβολαίου με το οποίο φέρεται ότι πωλεί προς τον εναγόμενο οικόπεδο εκτάσεως 327,74 τ.μ. της ιδιοκτησίας του αντί αναγραφόμενου τιμήματος 58.694,06 ευρώ, το οποίο δεν του καταβλήθηκε και ότι στην κατάρτιση της σύμβασης αυτής δεν θα προέβαινε χωρίς την εκ προθέσεως πρόκληση ψευδών και απατηλών παραστάσεων του εναγομένου και του πατέρα του προς αυτόν και κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ότι δηλαδή πωλεί έκταση εμβαδού μόνο 15 τ.μ.

Ζητούσε δε με την κύρια βάση της αγωγής την ακύρωση της πωλήσεως με το καταρτισθέν συμβόλαιο λόγω απάτης. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία κατά νόμο στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ως ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ έκτος λόγος της κύριας αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ περαιτέρω κατά το άρθρο 441 ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007) και περαιτέρω ότι η δικαιοπραξία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να προσβληθεί για ελαττώματα της βουλήσεως ως άκυρη ή ακυρώσιμη (εικονικότητα, πλάνη απάτη κ.λ.π.), χωρίς να χρειάζεται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο, στο οποίο περιέχεται ως πλαστό (ΑΠ 407/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της κύριας αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στο ένδικο ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Τρίπολης Χριστίνας Πλατανίτου-Σγούρδου ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι προσκομίστηκε ανταπόδειξη από τον αναιρεσίβλητο, όπως είχε τη δυνατότητα να πράξει, για το κρίσιμο ζήτημα ότι η επίμαχη σύμβαση πώλησης είναι άκυρη λόγω αποδειχθείσας απάτης. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις (ΑΠ 692/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη επιβολή του βάρους της αποδείξεως, εφόσον δεν εκδίδεται περί αποδείξεως απόφαση, υπάρχει όταν ο διάδικος υπέρ του οποίου υπάρχει τεκμήριο αποδείξεως βαρύνεται με τις συνέπειες της μη αποδείξεως πραγματικών περιστατικών για τα οποία υπάρχει τέτοιο τεκμήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της κύριας αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης με το να δεχτεί ότι "... εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε ότι κατεβλήθη το αναγραφόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα ...", καίτοι "ο ενάγων-αναιρεσίβλητος είχε δηλώσει στο ένδικο συμβόλαιο ότι έλαβε από αυτόν το αναγραφόμενο τίμημα, δήλωση που παρέσχε στο δικαστήριο πλήρη απόδειξη".

Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως επιχείρημα επικαλέστηκε τη μη καταβολή του τιμήματος και δεν έκρινε ότι η αγωγή είναι βάσιμη, διότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα, επιρρίπτοντας έτσι στον αναιρεσείοντα συνέπεια μη απόδειξης του αβασίμου της αγωγής.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο της κύριας αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ο ενάγων "... δεν είχε λόγο να εκποιήσει την ακίνητη περιουσία του για να αντιμετωπίσει κάποιο επιτακτικό οικονομικό πρόβλημα ..." παρά το νόμο έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό, που ποτέ ο ενάγων δεν προέβαλε.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ως άνω παραδοχή του Εφετείου συνιστά πραγματικό επιχείρημα και όχι παραδοχή μη προβληθέντος πραγματικού ισχυρισμού που έχει αυτοτελή ύπαρξη. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 428/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον όγδοο λόγο της κύριας αναίρεσης, επικαλούμενος την πιο πάνω διάταξη, μέμφεται το Εφετείο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα της ακύρωσης της επίμαχης σύμβασης λόγω πλάνης προκληθείσας από απατηλή συμπεριφορά και με την παραδοχή ότι στην εξαπάτηση αυτή διευκολύνθηκε ο εναγόμενος από το ότι ο εναγόμενος ήταν μειωμένων πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων, χωρίς να στηριχθεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο την ως άνω κρίση του άντλησε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, έγγραφα). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατά την έννοια της διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).

Εξάλλου, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δωδέκατο λόγο της κύριας αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.

γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρίπολης Κωνσταντίνου Μητρόπουλου, το οποίο νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε και στο οποίο υπήρχε εξώδικη ομολογία του ενάγοντος ότι ήταν έγκυρη η δικαιοπρακτική του δήλωση στην ένδικη σύμβαση πώλησης.

Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης εκείνης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το παραπάνω έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης εξώδικη ομολογία.

Επομένως, ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, που διατάσσει το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 245 και 254 του ΚΠολΔ, για την υποβολή σ` αυτούς ερωτήσεων και την παραδοχή διασαφήσεων, αποβλέπει στην πληρότητα της εξέτασης των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων και όχι στην απόδειξη της αλήθειας αυτών.

Επομένως η περίπτωση αυτή διαφέρει από την ένορκη ή ανώμοτη εξέταση των διαδίκων, που προβλέπεται από το άρθρο 415 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου δεν περιλαμβάνεται στα, κατά το άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα, αποδεικτικά μέσα, εκτός αν κατά τη διενέργεια της εξέτασης αυτής ο διάδικος που παραστάθηκε αυτοπροσώπως προβεί σε έκθεση ή αναγνώριση επιβλαβών για τον εαυτό του γεγονότων, που συνιστά ομολογία, οπότε αποδεικτικό μέσο αποτελεί μόνο η τελευταία (ΑΠ 338/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και διευκρινήσεις που έδωσαν οι διάδικοι στο ακροατήριο κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους και τις συνεκτίμησε ως περιεχόμενο ανώμοτης κατάθεσης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο τα όσα διευκρινιστικώς εξέθεσαν οι διάδικοι κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο ακροατήριο δεν τα θεώρησε ως περιεχόμενο ανώμοτης κατάθεσης, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για την αλήθεια ή την αναλήθεια πραγματικών γεγονότων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά απέβλεψε απλώς στην πληρότητα της εξέτασης των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, τους οποίους ισχυρισμούς και έλαβε υπόψη, ενώ προσέδωσε πλήρη απόδειξη στα πρακτικά της δίκης.

Επομένως, οι πρώτος, από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠοΔ και δεύτερος από τους αριθμούς 8, 11 και 12 του ίδιου άρθρου πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη διευκρινιστικούς ισχυρισμούς χωρίς να έχουν προταθεί, καθώς και αποδείξεις χωρίς επίκληση και προσκόμιση, αποδίδοντας σ' αυτές και μη νόμιμη αποδεικτική δύναμη, καθ' όλα τα μέρη αυτού, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-4-2008 αίτηση και τους από 24-6-2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 402/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ