282/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated282/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 282 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 282/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μαύρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1524/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6161/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 2-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 "Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση", στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για το λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, γιατί υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Δυνάμει της από 20-9-1990 εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), που είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Α., προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως συντάκτης του οικονομικού ρεπορτάζ (εξωτερικός συντάκτης) των Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Τουρισμού, της Τράπεζας της Ελλάδος και λοιπών Τραπεζών, στην εφημερίδα με τον τίτλο ......
που εκδίδει η τελευταία. Ο ενάγων προσέφερε στην εναγομένη τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του από της ως άνω προσλήψεώς του μέχρι τις 23-8-2004, που η τελευταία κατάγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του καταβάλλοντας σ' αυτόν συγχρόνως την αποζημίωση απολύσεως. Ο ενάγων καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του στην εναγομένη υπήρξε συνεπής και ικανός δημοσιογράφος, με πολλές δημοσιογραφικές επιτυχίες, ενώ συμμετείχε καθημερινά στο δημοσιογραφικό αντικείμενο της αρμοδιότητάς του, προκειμένου να έχει προσωπική αντίληψη για τα γεγονότα.
Κατ' εντολή των διευθυντικών στελεχών της εφημερίδας, ήταν συντάκτης της ειδικής στήλης που δίνει το συγκεκριμένο "στίγμα" αυτής, ενώ έγραφε και στην προσωπική σελίδα του Διευθυντή της εναγομένης Α, που είχε τον τίτλο "γράμματα και εξουσία". Είναι δε χαρακτηριστικό του ζήλου τον οποίο επιδείκνυε ο ενάγων κατά την άσκηση του επαγγέλματός του το γεγονός ότι δεν αρκούταν σε ένα ή δυο απλά ρεπορτάζ αλλά συχνότατα ήταν ο συντάκτης σημαντικών άρθρων σε ειδικά θέματα στο ίδιο φύλλο.
Ο ενάγων καθ' όλο το χρονικό διάστημα της επαγγελματικής του δραστηριότητας ως δημοσιογράφος είχε αναπτύξει νόμιμη συνδικαλιστική δράση. Συγκεκριμένα, αναδείχθηκε εκπρόσωπος των εργαζομένων της εναγομένης στο Μικτό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ για τρεις θητείες από το 1992 έως και το1998 και εξελέγη μέλος της Ελεγκτικής Επιτροπής της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεως Συντακτών (Π.Ο.Ε.Σ.Υ.) από το 2001 μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής.
Η προαναφερόμενη συνδικαλιστική δράση, που ήταν γνωστή στην εναγομένη, αντιμετωπίστηκε αρνητικά από την τελευταία, η οποία το έτος 1994 προέβη στην απόλυσή του, που όμως ανακάλεσε μετά από έντονη αντίδραση- παρέμβαση της ΕΣΗΕΑ και την επιτυχημένη 48ωρη απεργία που κήρυξε το προσωπικό της, διαμαρτυρόμενο για τη συγκεκριμένη ενέργεια.
Περί τις αρχές του 2002 επήλθε αλλαγή στη διοίκηση της εναγομένης και σε κοινή συγκέντρωση των εργαζομένων και των εργοδοτών ο ενάγων εξέφρασε τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι πρώτοι σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας και τον τρόπο μισθοδοσίας τους από την απελθούσα διοίκηση. Η τοποθέτηση αυτή του ενάγοντος είχε σαν αποτέλεσμα ο νέος Διευθυντής της εφημερίδας Α να του ανακοινώσει απόφασή του να μην ασχολείται πλέον με τα οικονομικό ρεπορτάζ του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και να του ζητήσει να περιορίσει τις οικονομικές ειδήσεις στα κείμενά του σε 80 με 100 λέξεις, με την αιτιολογία ότι τα θέματα αυτά δεν ενδιαφέρουν πλέον την εφημερίδα.
Επίσης, του έδωσε εντολή να μην συμμετέχει πλέον στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας, καθώς και στην ομάδα των συντακτών που εργαζόταν τις Κυριακές για την έκδοση του φύλλου της Δευτέρας. Οι αποφάσεις αυτές του Διευθυντή είχαν ως άμεση συνέπεια αφενός τη μείωση των αποδοχών του ενάγοντος και αφετέρου την επαγγελματική του υποβάθμιση, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τους όρους της εργασίας με τους οποίους αυτός απασχολούνταν από την πρόσληψή του.
Για τη μονομερή αυτή μεταβολή ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε έντονα προς τη διοίκηση της εναγομένης, συνεχίζοντας βέβαια να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Για το λόγο, όμως, ότι, στη συνέχεια, η εναγομένη εκδήλωσε την ίδια συμπεριφορά και σε βάρος άλλων συναδέλφων του, ο ενάγων κατήγγειλε στις 7-3-2002, με υπόμνημά του προς την ΕΣΗΕΑ, ως παράνομη και αντισυμβατική τη συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης, με αποτέλεσμα να κληθεί από την ΕΣΗΕΑ ο προαναφερόμενος Διευθυντής, προκειμένου να του γίνουν κάποιες συστάσεις.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η συμπεριφορά του τελευταίου προς τον ενάγοντα να γίνει πλέον εμφανώς εχθρική, αφού τοποθετούνταν αρνητικά απέναντί του, ακόμη και σε συσκέψεις που πραγματοποιούνταν στην εφημερίδα, στα πλαίσια της οργάνωσης της εκδόσεως των εκάστοτε φύλλων αυτής, στις οποίες συμμετείχε και ο ενάγων για λειτουργικούς λόγους.
Η ένταση αυτή κορυφώθηκε περί τα μέσα του μηνός Αυγούστου 2004, όταν, με αφορμή ανακοίνωση εκ μέρους της Διοίκησης της εφημερίδας προς τους απασχολούμενους στο οικονομικό τμήμα αυτής, για υποχρεωτική τους απασχόληση στην κυριακάτικη έκδοση έναντι αμοιβής 200 έως 250 ευρώ μηνιαίως, αν και το ποσό αυτό αναλογούσε μέχρι τότε σε μια μόνο συμμετοχή συντάκτη στην έκδοση του κυριακάτικου φύλλου, ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για τη συγκεκριμένη απόφαση τόσο στην ίδια την εναγομένη όσο και στην ΕΣΗΕΑ και την Π.Ο.Ε.Σ.Υ.
για ευθεία παραβίαση των όρων των σχετικών συμβάσεων εργασίας. Τις ενέργειες αυτές του ενάγοντος ακολούθησε, στις 23-8-2004, η επίδοση σ' αυτόν της με την ίδια ημεροχρονολογία έγγραφης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, με προσφορά του ποσού των 28.942,90 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της καταγγελίας και ως αποζημίωση αδείας, ποσό το οποίο ο ενάγων εισέπραξε με γραπτή δήλωση επιφύλαξης, τόσο για την ακυρότητα της καταγγελίας, όσο και για το ύψος της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης.
Η καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος οφειλόταν αποκλειστικά στη δυσαρέσκεια που προκάλεσαν ενέργειες διαμαρτυρίας αυτού στα πλαίσια της άσκησης από αυτόν νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του και υπαγορεύτηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και όχι από το καλώς νοούμενο επαγγελματικό συμφέρον αυτής, ενώ είχε ως αποκλειστικό σκοπό την απαλλαγή της τελευταίας από την ενοχλητική λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης παρουσία του στην εφημερίδα.
Η εναγομένη κατά την άσκηση του δικαιώματός της για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, υπερέβη προφανώς τα αξιολογικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού και, συνεπώς, η καταγγελία αυτή, ως καταχρηστική, είναι άκυρη με συνέπεια αφενός με να μην επιφέρει τη λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, που διατηρείται σε ισχύ, η δε εναγομένη αρνούμενη να δεχθεί τις υπηρεσίες του, υπό την αναφερόμενη παραπάνω μορφή, να καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και συνακόλουθα υπόχρεη προς πληρωμή των μισθών υπερημερίας αυτού του χρονικού διαστήματος από της καταγγελίας (23-8-2004) έως και τον αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή χρόνο (23-8-2005) σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350, 656 ΑΚ.
Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η απόλυση του ενάγοντος συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία) και η επίκληση εκ μέρους της εναγομένης ως αιτίας της καταγγελίας της "απώλειας ειδήσεως", ενόψει μάλιστα της διάδοσης αυτής ως γεγονότος στο συνδικαλιστικό όργανο του ενάγοντος (ΕΣΥΕΑ) και γενικά στο δημοσιογραφικό του χώρο, σε συνδυασμό με το είδος της απασχολήσεώς του ως δημοσιογράφου και μάλιστα "αναμφισβήτητης επάρκειας" και της υπάρξεως έντονου συμφέροντός του για πραγματική απασχόληση, επέφεραν μείωση της επαγγελματικής του αξίας και υπολήψεως, ώστε να δικαιούται αυτός χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε σ' αυτόν, το ποσό της οποίας πρέπει να καθοριστεί, κατ' εύλογη κρίση (λαμβανομένων υπόψη του είδους της προσβολής και της περιουσιακής καταστάσεως των διαδίκων), σε 6.000 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους κατ' αμφότερα τα μέρη τους από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ προκύπτει ότι από τον οφειλόμενο στο μισθωτό μισθό υπερημερίας ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει καθετί που ο μισθωτός ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Η ωφέλεια όμως αυτή πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο. Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, σε συνέχεια των ανωτέρω παραδοχών του, και τα ακόλουθα:
Η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις προτάσεις της τη θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ ένσταση, την οποία επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, ως αυτοτελή λόγο της έφεσής της, ισχυριζόμενη ότι πρέπει να αφαιρεθούν από τους μισθούς υπερημερίας τα ποσά τα οποία ο ενάγων ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του και την παροχή της στην εφημερίδα ......
αλλά και στο Γραφείο Τύπου του "Ελληνικού Κέντρου Επενδύσεων". Η ως άνω όμως ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από σειρά φύλλων της προαναφερόμενης εφημερίδας, ο ενάγων απασχολείται σ' αυτήν συνεχώς από τα έτος 1984 και κατά συνέπεια η ωφέλεια την οποία αυτός αποκόμισε από τη συγκεκριμένη εργασία του δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία της εναγομένης, αφού η εργασιακή σχέση με την άνω εφημερίδα υπήρχε παράλληλα με τη σχέση εργασίας του με την εναγομένη.
Αναφορικά δε με την επικαλούμενη από την τελευταία απασχόληση του ενάγοντος στο Γραφείο Τύπου της εταιρείας "Ελληνικό Κέντρο Επενδύσεων" αποδείχθηκε από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα με επίκληση από 29-11-2004 σύμβαση ανάθεσης έργου, που αφορά τη συγκεκριμένη απασχόληση του τελευταίου, ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή οποιοσδήποτε περιορισμός σχετικά με τον τόπο και το χρόνο της παροχής της εργασίας του, με συνέπεια να καθίσταται φανερό ότι ο ενάγων θα μπορούσε να παρέχει τη συγκεκριμένη εργασία εργαζόμενος παράλληλα στην εναγομένη, όπως άλλωστε επανειλημμένα είχε πράξει κατά τη διάρκεια της επίδικης εργασιακής του σχέσης, απασχολούμενος δυνάμει συμβάσεων μισθώσεως έργου, όπως με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, για συνεργασία του με το Γραφείο Τύπου αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 25-5-1989 μέχρι 23-3-1990, με το περιοδικό "......" κατά το έτος 1991, με την εφημερίδα "......" κατά το έτος 1992 και με την εφημερίδα "......" κατά το έτος 1995.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, εφόσον η ωφέλεια του αναιρεσιβλήτου δεν προέκυψε με χρησιμοποίηση του χρόνου που ελευθέρωσε από τη μη αποδοχή των υπηρεσιών του από την αναιρεσείουσα, αφού αυτός και όταν λειτουργούσε η σύμβασή του με αυτήν διέθετε τις υπηρεσίες του και για άλλες εργασίες τρίτων που αναλάμβανε παράλληλα.
Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 29-11-2004 σύμβασης ανάθεσης έργου μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του ΕΛΚΕ που αφορούσε απασχόληση του πρώτου ύστερα από τη ματαίωση της εργασίας του στην αναιρεσείουσα.
Όμως, η συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία το Εφετείο, από την ανωτέρω εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του προαναφερόμενου εγγράφου, καταλήγει τούτο, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα για το χρόνο και για τον τόπο παροχής της εργασίας του αναιρεσιβλήτου αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα, δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της παραμόρφωσης εγγράφου, γιατί πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-2-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6161/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ