Legislator Case Law & Legislation
281/2021 AI generated

Supreme Court orders joinder of appeals, dismisses one claim, partially allows another, and remands for retrial.

Case Number 281/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered the joinder of two separate appeals against the same first-instance judgment to ensure judicial efficiency. The appellants argued that the lower court erred in applying civil code provisions regarding bad faith and unjust enrichment, while the respondent contended the evidence supported the original ruling. The court dismissed the first appeal as inadmissible but partially allowed the second, finding the lower court's assessment of bad faith flawed, and remanded the case for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Art. 246 KPolDik; Art. 559 KPolDik: Appeals against the same judgment must be joined for efficiency; claims alleging violation of common sense regarding bad faith are inadmissible unless they constitute a review of evidence assessment, in which case the judgment is partially annulled and remanded.

Keywords

AI generated
joinder of appeals bad faith in law unjust enrichment remand for retrial common sense standard judicial economy partial annulment

Cited Legislation

AI generated
Art. 246 KPolDik
Art. 559 KPolDik
Art. 561 para.1 KPolDik
Art. 495 para.3 KPolDik
Art. 178 § 1 and 183 KPolDik
Art. 1096 and 1098 AC
Art. 1099 in conjunction with 914 AC

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 281 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 281/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Α., κατοίκου …, 2) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 4) Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Μαρμαρινό και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Καπετανάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Καπετανάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Α. και της Ε., κατοίκου ... , 2) Α. Κ. του Α. και της Ε., κατοίκου ... , 3) Σ. Κ. του Α. και της Ε., κατοίκου ..., 4) Β. Κ. του Α. και της Ε., κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Μαρμαρινό και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κώστας Μαρμαρινός, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες παραιτούνται από τον πρώτο (1ο) λόγο της από 18-10-2019 αίτησής τους για αναίρεση της 3468/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2015 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων (υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2836/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3468/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την 6537/2019 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης 3468/2019 ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 18-10-2019 αίτησή τους και την αναίρεση των αποφάσεων 3468/2019, 6537/2019 ζητεί ο υπό στοιχ. Β αναιρεσείων με την από 24-1-2020 αίτησή του.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους και την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ένδικες από 24-01-2020 και 18-10-2019 και με αριθμ. πράξ. καταθέσεως 2272/05-03-2020 και 9868/21-10-2019, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως κατά της με αριθμό 3468/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτεπαγγέλτως, συμπληρώθηκε, ως προς το διατακτικό της, με την 6537/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔικ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 495/2013), καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη δε συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση εξόδων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 189 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 94 παρ. 1, 190, 192, 294 και 297 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 (άρθρο πρώτο παρ. 2 και άρθρο δεύτερο παρ. 2) του ν. 4335/ 2015, με χρόνο έναρξης της ισχύος τους, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου, από 1-1-2016, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Αρείου Πάγου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή, πλέον, και με δήλωσή του στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντιρρήσεις κατά της παραίτησης και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 990/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες της δεύτερης από τις πιο πάνω αιτήσεις αναιρέσεως με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους , στον οποίο είχαν δώσει ειδική πληρεξουσιότητα (σχετ. το …/….-11-2020 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Καλλιόπης Δημάτου) παραιτήθηκαν από τον πρώτο αναιρετικό της κρινόμενης αναίρεσής τους.

Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε η αναίρεση ως προς το λόγο αυτό. Περαιτέρω, οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α. Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος του πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 977 του ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα, σχετικώς με την κτήση της νομής επί πράγματος με ειδική διαδοχή: α) Σε πράγμα, που βρίσκεται στη νομή κάποιου η νομή αποκτάται από άλλον με παράδοση του πράγματος στον αποκτώντα, η οποία γίνεται με τη βούληση του έως τώρα νομέα, β) Η συμφωνία του έως τώρα νομέα με τον αποκτώντα περί της από αυτόν τον δεύτερο κτήσεως της νομής αρκεί για την κτήση της νομής, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός ο δεύτερος είναι σε θέση να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, γ) Παράδοση στον αποκτώντα υπάρχει και όταν συμφωνηθεί ανάμεσα σε αυτόν και στον έως τώρα νομέα ότι τρίτος, που τυχαίνει να βρίσκεται στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη μίσθωση ή άλλη έννομη σχέση με τον έως τώρα νομέα, θα παραμείνει στην κατοχή του πράγματος με βάση την ίδια σχέση, που βέβαια θα έχει πλέον ως υποκείμενο, τον τρίτο και τον αποκτώντα (στη θέση του έως τώρα νομέα), σ' αυτή δε την περίπτωση έναντι του τρίτου μεταβιβάζεται η νομή στον αποκτώντα αφότου γνωστοποιηθεί αυτό στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα.

Παρέπεται ότι αν μεταξύ του έως τώρα νομέα και του αποκτώντος δεν συμφωνηθεί τίποτα σχετικά με την κατοχή του τρίτου ή αν η αντίστοιχη γνωστοποίηση προς τον τρίτο δεν λάβει χώρα, ο αποκτών δεν μπορεί να αντιτάξει τη νομή του επί του πράγματος έναντι του τρίτου και γι' αυτό δεν είναι σε θέση να ασκεί την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.

Εξάλου, από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 158, 361, 369 και 973 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι η συμφωνία για τη μεταβίβαση της νομής ακινήτου, η οποία δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα, αφού δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που περιοριστικά μνημονεύονται στο άρθρο 973 του πιο πάνω Κώδικα, δεν υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 369 ΑΚ, ούτε και σε μεταγραφή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 1033 και 1198 του ίδιου Κώδικα, αλλά αποτελεί αφηρημένη ή αναιτιώδη δικαιοπραξία, το κύρος της οποίας δεν επηρεάζεται από την ακυρότητα ή την ανυπαρξία της αιτίας, εκτός εάν, κατά τη βούληση των μερών, το κύρος της συμφωνίας περί μεταβιβάσεως της νομής εξαρτήθηκε από την αιτία που την υπαγόρευσε, το τελευταίο δε διατυπώθηκε από αυτά ως αίρεση της δικαιοπραξίας.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 410, 411, 513 επ., 681 επ. και 974 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση μεταξύ οικοπεδούχου και εργολάβου με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει να ανεγείρει, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή σε οικόπεδο του πρώτου, ο οποίος υπόσχεται ότι, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, θα μεταβιβάσει προς τον εργολάβο ή τον τρίτο που θα υποδείξει αυτός ως αγοραστή διαιρετού χώρου (συνήθως με προσύμφωνο), είναι μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, κατά την οποία ο εργολάβος και μόνον αυτός δικαιούται να ζητήσει από τον υποσχεθέντα (οικοπεδούχο) την εκπλήρωση της παροχής στον τρίτο (αγοραστή διαμερίσματος).

Συνεπώς ο τρίτος δεν έχει ευθεία απαίτηση κατά του υποσχεθέντος, εκτός αν υπάρχει ρητή βούληση των συμβαλλομένων (οικοπεδούχου-εργολάβου) ή υπάρξει εκχώρηση της απαίτησης του εργολάβου κατά του οικοπεδούχου ή ο τρίτος ενασκήσει πλαγιαστικά τα δικαιώματα του εργολάβου, όταν αυτός αμελεί (ΟλΑΠ 350/1982, ΟλΑΠ 1237/1982).

Νομέας εξακολουθεί κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της πολυώροφης οικοδομής να είναι ο οικοπεδούχος, στο όνομα του οποίου, βάσει της ως άνω ενοχικής σχέσης, ασκεί την κατοχή στο όλο ακίνητο ο εργολάβος, εκτός αν με νεότερη έστω άτυπη σύμβαση μεταβιβαστεί η νομή διαιρετού χώρου που περιέρχεται στον εργολάβο ως αντάλλαγμα, μαζί με τα αναλογούντα σ' αυτόν ποσοστά συννομής εξ αδιαιρέτου στο έδαφος, προς τον εργολάβο ή τον υποδεικνυόμενο παρ' αυτού τρίτο.

Συνήθως η μεταβίβαση της νομής παρά των οικοπεδούχων γίνεται με το συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας, με την σύμπραξη και του οικοπεδούχου. Τα ανωτέρω ισχύουν σε κάθε περίπτωση που με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο μεταξύ οικοπεδούχου και εργολάβου, που περιέχει οριστική σύμβαση μόνο για την εργολαβία (κατασκευή της πολυώροφης οικοδομής), αναλαμβάνεται η υποχρέωση του οικοπεδούχου για μεταβίβαση, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, κατά κυριότητα και νομή ορισμένων ποσοστών εξ αδιαιρέτου στο έδαφος μετά των συσταθησομένων συγκεκριμένων διαιρετών χώρων (διαμερισμάτων) προς τον εργολάβο ή τους τρίτους που αυτός θα υποδείξει.

Ακόμη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980 και 982 ΑΚ προκύπτει ότι όταν η νομή ασκείται μέσω άλλου προσώπου, ήτοι αντιπροσώπου νομής, ο τελευταίος θεωρείται απλός κάτοχος και τεκμαίρεται ότι όσο διατηρεί την κατοχή την ασκεί στο όνομα του νομέα, αν δε αυτός θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, δεν την αποκτά πριν λάβει γνώση της αντιποιήσεως ο μέχρι τότε νομέας.

Υπάρχει δε αντιποίηση όταν ο κάτοχος εξωτερικεύσει τη θέλησή του να έχει εφεξής το πράγμα όχι για τον νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιον τρίτο, η δε απώλεια της νομής δεν επέρχεται για τον νομέα πριν πληροφορηθεί τη μεταστροφή του βουλήσεως του αντιπροσώπου του (ΑΠ 615/2014). Περαιτέρω, κατά την έννοια της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμο τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 8/2001, 17/95).

Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση ασκήσεως του δικαιώματός του. Ειδικά, επί εργολαβικής σύμβασης προς ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, όπου ο εργολάβος κηρύχθηκε έκπτωτος και οι αποτελούσες εργολαβικό αντάλλαγμα οριζόντιες ιδιοκτησίες, κατά τη συμφωνία παραμένουν στους οικοπεδούχους λόγω καταπεσούσης ποινής, η άρνηση των οικοπεδούχων να συμπράξουν στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου προς εκπλήρωση συμβολαιογραφικού προσυμφώνου μεταβίβασης οριζόντιας ιδιοκτησίας που ο έκπτωτος εργολάβος είχε υποσχεθεί προς τρίτο αγοραστή και είχε προεισπράξει το τίμημα, τότε μόνον είναι καταχρηστική, όταν οι οικοπεδούχοι συναίνεσαν να εγκατασταθεί ο τρίτος στην οριζόντια ιδιοκτησία της οποίας η πώληση είχε προσυμφωνηθεί με τον εργολάβο πριν από την έκπτωσή του, και τον διαβεβαίωσαν ότι η οριστική σύμβαση θα καταρτιζόταν με αυτούς στο άμεσο μέλλον με την καταβολή συγκεκριμένου συμπληρωματικού τιμήματος, ρητώς συμφωνηθέντος από κοινού (ΑΠ 1147/2011, 1432/2010, 1334/2009).

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα, ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος.

Ειδικότερα, ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρο 962 Α.Κ.).

Επομένως, ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα( ΑΠ 435/2016, 707/2016 924/2012,1773/2011).

Κατά δε το άρθρο 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη αφαίρεση δηλαδή υπαίτια από τον κύριο χωρίς τη θέλησή του τη νομή του πράγματος ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, (άρθρο 914 επ ΑΚ) δηλαδή σε πλήρες διαφέρον, το οποίο περιλαμβάνει τόσον τη θετική όσον και την αποθετική ζημία που υπέστη ο κύριος από την αφαίρεση και τη μη απόδοση σ' αυτόν της νομής του πράγματος, χωρίς να ενδιαφέρει η καλή ή η κακή πίστη αυτού ή η αν η ενέργειά του αποτελεί ή όχι ποινικό αδίκημα.

Οι παρεχόμενες από τις παραπάνω διατάξεις αγωγές προς απόδοση των ωφελημάτων, δεν έχουν ως θεμέλιο τη βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέουν από το δικαίωμα της κυριότητας, δεν ανήκουν δε στον εκάστοτε κύριο του πράγματος, αλλά σε εκείνον ο οποίος κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, που συνέβη το θεμελιωτικό της σχετικής αξίωσης γεγονός, ήταν κύριος αυτού.

Στην παραπάνω περίπτωση το επίδικο δικαίωμα στηρίζεται σε περισσότερες νομικές βάσεις και δεν πρόκειται για συρροή αξιώσεων, γιατί υπάρχει μια μόνο δικονομική αξίωση, ένα αντικείμενο δίκης, που θεμελιώνεται σε περισσότερες νομικές βάσεις, πλην όμως θα επιδικασθεί στον ενάγοντα άπαξ η επίδικη αξίωση.

Β. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Σύμφωνα δε, με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης. (ΑΠ 45/2019). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009, 1765/2005). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11.1996).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση και ιδρύει τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1753/2012).

Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 493/2013, 1750/2012).

Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΑΠΟ 24/01/2020 ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την παραδεκτή , κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, αναιρετικό λόγο της άνω αίτησης αναίρεσης: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου εκτάσεως τετραγωνικών μέτρων 999,94 το οποίο βρίσκεται στο …, στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ….

μέσα στο με αριθμό … Οικοδομικό Τετράγωνο του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης αυτής, που περιβάλλεται από τις οδούς Α., Ε., Α., Ι. και Β., στη θέση "..." ή "..." ή "..." και το οποίο εμφαίνεται στο από Αυγούστου 2008 τοπογραφικό • διάγραμμα της Αρχιτέκτονος Μηχανικού Ε. Β.. Με το …/….06.2009 συμβολαιογραφικό έγγραφο (εργολαβική σύμβαση) της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου - Λαγιανδρέου οι ενάγοντες (οικοπεδούχοι) συμφώνησαν με την εργολάβο Χ.

Α. να οικοδομήσει η τελευταία με δικές της δαπάνες και επιμέλεια στο ανωτέρω οικόπεδο δύο αυτοτελή πολυώροφα κτίρια εντός ορισμένης προθεσμίας. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι το κτίριο Α θα παραμείνει στο σύνολό του στην κυριότητα των εναγόντων και το κτίριο Β θα δοθεί στην εργολάβο ως αντιπαροχή (αμοιβή), με τα ποσοστά συγκυριότητας επί του ίδιου οικοπέδου, που αντιστοιχούσαν σε αυτό.

Στη συνέχεια οι εν λόγω συμβαλλόμενοι υπέγραψαν την …/…..01.2010 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με την οποία συστήθηκαν αυτό δύο (2) κάθετες ιδιοκτησίες (δύο κτίρια Α και Β), καθώς και οριζόντιες ιδιοκτησίες στα κτίρια Α και Β, μεταξύ των οποίων και η επίδικη στο κτίριο Β.

Η προαναφερόμενη πράξη τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τις …/2010 και …./2011 πράξεις της ίδιας συμβολαιογράφου. Στο πρώτο άρθρο του προαναφερόμενου εργολαβικού συμβολαίου αναφέρεται ότι οι οικοπεδούχοι από το ενιαίο οικόπεδό τους, που περιγράφεται παραπάνω, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν και παραδώσουν κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στην εργολήπτρια ή σε τρίτους που θα υποδείξει αυτή, τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο της εκτέλεσης του έργου συνολικά τα 579/1000 εξ αδιαιρέτου αυτού (οικοπέδου) μαζί με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που αντιστοιχούν στα ποσοστά αυτά, και συγκεκριμένα όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του κτιρίου Β σε αντάλλαγμα και ως πλήρη εξόφληση της εργολήπτριας για το εργολαβικό κέρδος της και γενικά για όλα τα έξοδα της κατασκευής των οριζόντιων ιδιοκτησιών, που θα περιέλθουν στους οικοπεδούχους ως αντιπαροχή, καθώς και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων που αναλογούν στις ιδιοκτησίες αυτές.

Επίσης στο ένατο άρθρο του ως άνω εργολαβικού συμβολαίου αναφέρεται ότι οι οικοπεδούχοι υποχρεώνονται να εμφανίζονται ενώπιον συμβολαιογράφου και να υπογράφουν τα σχετικά προσύμφωνα ή οριστικά συμβόλαια μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούν σε αυτά στην εργολήπτρια ή τους τρίτους που θα υποδειχθούν απ' αυτήν.

Την ανωτέρω υποχρέωση για μεταβίβαση εξ αδιαιρέτου ποσοστών του οικοπέδου και των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούν σε αυτά θα είχαν οι οικοπεδούχοι, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του εργολαβικού συμβολαίου για τη μεταβίβαση ποσοστών. Η σταδιακή μεταβίβαση των ποσοστών εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου είχε συμφωνηθεί ως εξής:

α) Με την έκδοση της άδειας οικοδομής και την κατεδάφιση των υπαρχόντων κτισμάτων τα 169/1000. β) Με την ολοκλήρωση του σκελετού του κτιρίου Α τα 45/1000. γ) Με την ολοκλήρωση των οπτοπλινθοδομών του κτιρίου Α τα 54/1000. δ) Με την ολοκλήρωση των επιχρισμάτων του κτιρίου Α τα 58/1000. ε) Με την τοποθέτηση των δαπέδων (πλην ξύλινων) του κτιρίου Α τα 74/1000.

στ) Με την τοποθέτηση των εξωτερικών κουφωμάτων (αλουμίνια) του κτιρίου Α τα 52/1000. ζ) Με την τοποθέτηση των εσωτερικών θυρών και των ντουλαπιών των διαμερισμάτων, ειδών υγιεινής του κτιρίου Α τα 52/1000. η) Με την παράδοση των διαμερισμάτων και των κοινοχρήστων χώρων του κτιρίου Α πλήρως αποπερατωμένων τα 75/1000.

Συνεπώς την αμοιβή της η εργολάβος δεν θα την λάμβανε εφάπαξ και προκαταβολικά ή με την αποπεράτωση του έργου, αλλά σταδιακά και ανάλογα με την πρόοδο τών εργασιών κατασκευής του κτιρίου Α, ήτοι αυτού που θα παρέμένε στην κυριότητα των εναγόντων. Η κατασκευή του κτιρίου που θα περιερχόταν στην εργολάβο (κτίριο Β) ανήκε στην απόλυτη δικαιοδοσία αυτής και δεν τέθηκε καμιά προθεσμία κατασκευής του, καθόσον η εργολάβος είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να οικοδομήσει το κτίριο Β και η αμοιβή της (εργολαβικό αντάλλαγμα) δεν είχε εξαρτηθεί από την πρόοδο των εργασιών στο ως άνω κτίριο.

Προσέτι οι ενάγοντες βάσει του ως άνω εργολαβικού δεν είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στην εργολάβο να μεταβιβάζει η ίδια σε τρίτους, είτε την κυριότητα είτε τη νομή των οριζόντιων ιδιοκτησιών, που προορίζονταν για αμοιβή της. Η εργολάβος, ωστόσο, δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της από το παραπάνω εργολαβικό και ειδικότερα δεν αποπεράτωσε πλήρως το κτίριο Α με τους τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους στο οικόπεδο των οικοπεδούχων, με συνέπεια οι τελευταίοι να καταγγείλουν στις 21.1.2014 τη σύμβαση εργολαβία,.

Προσέτι αποδείχθηκε ότι η εργολάβος συμφώνησε με τον εναγόμενο τον Μάρτιο του έτους 2009 την αγορά τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών, της Δ-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας του κτιρίου Β, ήτοι διαμερίσματος εμβαδού 104,40 τ.μ., στην οποία ανήκουν ως παρακολουθήματα κατ' αποκλειστική χρήση χώρος του δώματος εμβαδού 56,55 τ.μ.

και ο χώρος στάθμευσης ΘΕΣ 3 εμβαδού 12,50 τ.μ., καθώς επίσης της κλειστής θέσης στάθμευσης G1 στο υπόγειο εμβαδού 16,50 τ.μ. Και της αποθήκης ΑΠ9 εμβαδού 6,10 τ.μ.. Ο εναγόμενος στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας του με την εργολάβο κατέβαλε στην τελευταία τμηματικά το ποσό των 190.000 ευρώ, ενώ είχε συμφωνηθεί ως συνολικό τίμημα το ποσό των 330.000 ευρώ (βλ.

την από 26.6.2009 απόδειξη είσπραξης). Εξαιτίας του γεγονότος ότι ο εναγόμενος σε προγενέστερο χρόνο είχε πωλήσει και μεταβιβάσει την κυριότητα του διαμερίσματος που διέμενε, της καταβολής από αυτόν του παραπάνω ποσού του τιμήματος, των φιλικών σχέσεων και εμπιστοσύνης, που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ του τελευταίου και της εργολάβου και επειδή αυτή είχε αποπερατώσει κατά το μεγαλύτερο μέρος τη Δ-2 οριζόντια ιδιοκτησία, η εργολάβος δια του εκπροσώπου της Ι.

Α. στις αρχές Ιουλίου του έτους 2011 παρέδωσε στον εναγόμενο τη χρήση αυτής, παραδίδοντας τα κλειδιά του άνω διαμερίσματος στον εναγόμενο, ο οποίος έκτοτε διαμένει εκεί με την οικογένειά του. Στην εγκατάσταση, όμως, αυτή του εναγόμενου στο ακίνητο οι οικοπεδούχοι ούτε είχαν συμπράξει, ούτε προέκυψε ότι η εργολάβος ενεργούσε ως πληρεξούσιος ή εντολοδόχος για λογαριασμό των οικοπεδούχων, αφού τέτοια εντολή ή πληρεξουσιότητα δεν προκύπτει ότι είχε χορηγηθεί σ' αυτήν από τους οικοπεδούχους ούτε με τη σύμβαση εργολαβίας, ούτε και μεταγενέστερα.

Ως εκ τούτου και, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, καθόλη τη διάρκεια ανέγερσης της οικοδομής αυτής με το σύστημα της αντιπαροχής οι οικοπεδούχοι βρίσκονταν στη νομή αυτής, η δε εργολάβος είχε μέχρι το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργολαβίας (21.1.2014) μόνον δικαίωμα κατοχής επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής, που συμφώνησε να μεταβιβάσει στον εναγόμενο.

Όταν, συνεπώς, η εργολάβος τον Ιούλιο του έτους 2011 παρέδωσε τα κλειδιά αυτής της οριζόντιας ιδιοκτησίας στον εναγόμενο, δεν παρέδωσε και τη νομή της, αφού νομή η εργολάβος δεν είχε, ούτε η μετάθεση της φυσικής εξουσίας αυτής στον εναγόμενο έγινε με τη θέληση των μέχρι τότε νομέων - οικοπεδούχων. Επομένως η- κυριότητα της οριζοντίου ιδιοκτησίας παρέμεινε στους ενάγοντες οικοπεδούχους, δεδομένου και του ότι δεν έγινε καμία μεταβίβαση βάσει αγοροπωλητηρίου συμβολαίου.

Βέβαια η εργολάβος διαβεβαίωνε τον εναγόμενο ότι πρόκειται να υπογραφεί το συμβόλαιο αγοροπωλησίας και είχε παραδώσει σχέδιο αυτού, πλην όμως αυτό ουδέποτε υπογράφηκε, η δε εργολάβος επικαλέστηκε μη καταβολή του υπολοίπου του τιμήματος και της αμοιβής για πρόσθετες εργασίες, όταν δε η τελευταία κλήθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου προς κατάρτιση του συμβολαίου, δεν εμφανίστηκε συνταχθείσας της …/….7.2012 πράξης μη εμφάνισης κατόπιν εξωδίκου προσκλήσεως της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Ζόμπολα".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Α., Α., Σ. και Β. Κ. ήσαν (συγ)κύριοι και (συν)νομείς των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά το χρόνο της προσβολής της νομής τους με αποβολή, που έγινε χωρίς τη θέλησή τους με τις προαναφερθείσες ενέργειες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Μ.

Α. και ακολούθως, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρι'νει αντίθετα και δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώ απέρριψε το αίτημά τους για καταβολή ωφελημάτων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 , 976 , 977, 980 και 997 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της (συν)νομής (και συνακόλουθα συγκυριότητας) των επίδικων ακινήτων(οριζόντιων ιδιοκτησιών) από τους ενάγοντες - οικοπεδούχους, και όχι από τον εναγόμενο, οι οποίοι τα νεμόνταν διά μέσου της εργολήπτριας εταιρείας ως αντιπροσώπου τους, που απλώς τα κατείχε βάσει της αναφερόμενης εργολαβικής σύμβασης.

Επομένως, ο πρώτος , κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων-εναγόμενος υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αναφορικά με τη διερεύνηση του ίδιου πρώτου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος της ίδιας ως άνω αίτησης, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν στην ένδικη αγωγή τους, ότι με παράγωγο τρόπο κατέστησαν συγκύριοι και συννομείς τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος, θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και αποθήκης) κειμένων επί πολυώροφης οικοδομής και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, παράνομα και αυθαίρετα κατά μήνα Ιούλιο 2011 κατέλαβε αυτές , αποβάλοντάς τους από τη (συν)νομή τους.

Περαιτέρω , εξέθεταν ότι εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων από τότε (Ιούλιο 2011) έως και το Νοέμβριο 2016, ως κακόπιστος νομέας , παράνομα και αυθαίρετα παρακρατεί τα επίδικα ακίνητα στερώντας από αυτούς τη χρήση τους , με αποτέλεσμα να απωλέσουν τα εισοδήματα- ωφελήματα, τα οποία αυτοί με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπρατταν από την εκμίσθωσή τους σε τρίτους, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό ,κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, στο συνολικό ποσό των 32500 ευρώ, κατά το οποίο ποσό αυτοί ζημιώθηκαν.

Ζήτησαν δε με βάση τα προαναφερόμενα 1)να αναγνωρισθούν συγκύριοι , κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των επίδικων ακινήτων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους αποδώσει αυτά και 2)και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος , για τις πιο πάνω αναφέρομενες αιτίες , υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα το ποσό των 8125 ευρώ (32500:4 ), με το νόμιμο τόκο.

Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις προτάσεις του που κατέθεσε κατά την πρώτη, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ,συζήτηση της αγωγής, αποκρούοντας αυτήν, προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσιβλήτους του πιο πάνω δικαιώματός τους, την οποία το Πρωτοδικείο, αφού την δέχθηκε κατ' ουσία, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

Ειδικότερα, για την επιστήριξη της εν λόγω ενστάσεως ο εναγόμενος είχε επικαλεστεί: <<ότι στα πλαίσια της συμφωνίας του με την εργολάβο Χ. Α. προσυμφώνησε την πώληση σε αυτόν της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας και κατέβαλε τμηματικά στην τελευταία το ποσό των 190.000 ευρώ, ότι αυτός σε προγενέστερο χρόνο είχε πωλήσει και μεταβιβάσει την κυριότητα διαμερίσματός του, στο οποίο διέμενε, ενόψει της υπογραφής του επικείμενου συμβολαίου αγοραπωλησίας της επίδικης οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι είχε συνταχθεί σχέδιο συμβολαίου αγοραπωλησίας, ότι είχαν αναπτυχθεί φιλικές σχέσεις και εμπιστοσύνη μεταξύ αυτού και της εργολάβου, εξαιτίας των οποίων η τελευταία στις αρχές Ιουλίου 2011 παρέδωσε σε αυτόν τα κλειδιά του άνω διαμερίσματος, ότι τα παραπάνω γεγονότα καθιστούσαν αυτόν καλόπιστο νομέα, ότι με το εργολαβικό συμβόλαιο η εργολήπτρια είχε λάβει από τους εκκαλούντες - οικοπεδούχους τη σχετική εξουσία να μεταβιβάζει στο όνομα και για λογαριασμό τους την κυριότητα και την νομή των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που αποτελούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα, κάτι που αποτελεί στοιχείο της λειτουργίας της εργολαβικής σύμβασης, άτι μετά τούτα οι εκκαλούντες απώλεσαν την νομή των επιδίκων, ότι είχαν εκπληρωθεί από την εργολάβο οι όροι του εργολαβικού συμβολαίου, που αφορούσαν στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία, ότι όλα αυτά τα γεγονότα σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση, η οποία είχε διαμορφωθεί και μάλιστα με την ανοχή αλλά και την κατ' ουσία συναίνεση των εκκαλούντων, δηλαδή ότι αυτός και η οικογένειά του κατοικούσαν και κατοικούν στο επίδικο διαμέρισμα από το έτος 2011, νεμόμενοι και κατέχοντας αυτό καλόπιστα, ότι οι οικοπεδούχοι στην προκειμένη περίπτωση, όπως και σε όλες τις παρόμοιες εργολαβικές συμβάσεις με το σύστημα της αντιπαροχής, λογίζονται κατά νόμο ως "βοηθοί εκπλήρωσης" της συμβάσεως πωλήσεως έναντι της εργολήπτριας, ότι η εν λόγω σύμβαση πώλησης είχε συντελεστεί τουλάχιστον κατά το ενοχικό της μέρος κατά τα προαναφερόμενα και ότι η σύμβαση, τουλάχιστον κατά την χρονική στιγμή της παραδόσεως σε αυτόν των κλειδιών του επιδίκου διαμερίσματος, είχε εκπληρωθεί κατά το συμφωνηθέν στάδιο από την εργολήπτρια έναντι των οικοπεδούχων, ότι όλα τα παραπάνω οδηγούν στο ότι η ανατροπή της προπεριγραφόμενης πραγματικής καταστάσεως θα επέφερε δυσμενέστατες συνέπειες σε αυτόν και θα προκαλούσε έντονη εντύπωση αδικίας και ότι το διά της αγωγής αξιούμενο δικαίωμα ασκείται καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ>>.

Η ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος- εναγομένου, υπό τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά ,δεν είναι νόμιμη, καθ' όσον η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ., αφού, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην μείζονα νομική σκέψη, οι ενάγοντες οικοπεδούχοι, δεν συναίνεσαν ρητά στην εγκατάστασή του στα επίδικα ούτε τον διαβεβαίωσαν , ότι θα κατάρτιζαν με αυτόν οριστικό συμβόλαιο.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εξέτασε την πιο πάνω ένσταση και την έκρινε μη νόμιμη ,κατά παραδοχή , του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγόντων, δεν παραβίασε ευθέως την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε.

Έτσι, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς ο αντίθετος πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της πιο πάνω από 24-01-2020 αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Τέλος, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου αυτού, που διαλαμβάνει την αιτίαση για ανεπάρκεια αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη από το Εφετείο της πιο πάνω ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απαράδεκτος, καθόσον, το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσία την ως άνω ένσταση, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη, (ΑΠ 642/2017, 701/2011, 1432/2010).

Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος ,πρέπει η άνω αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρα 176 , 182, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΑΠΟ 18/10/2019 ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ

Από το προεκτεθέν, κατά την έρευνα των λόγων της άνω από 24/01/2020 αίτησης, περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι το αναγνωριστικό αίτημά της,με το οποίο οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει συμμέτρως το ποσό των 32.500 ευρώ, ερείδεται, παράλληλα, στις διατάξεις των άρθρων 1096 και 1098 του ΑΚ για τα ωφελήματα αλλά και στις διατάξεις του άρθρου 1099 ΑΚ σε συνδ.

με εκείνες του άρθρου 914 του ίδιου κώδικα, λόγω της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου. Το Εφετείο, ωστόσο, όπως, επίσης, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, που προεκτέθηκε, παρέλειψε να αποφανθεί α) για την απαίτηση των εναγόντων από τα ωφελήματα, που αντιστοιχούν στο, μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής, χρονικό διάστημα, που ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 1096ΑΚ, για την επιδίκαση των οποίων δεν ερευνάται η καλή πίστη του εναγομένου , σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση και β) για την απαίτησή τους , λόγω της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, που ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 1099 και 914 ΑΚ, μολονότι είχε υποχρέωση να πράξει τούτο από το νόμο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και τη διακράτηση της υπόθεσης για κατ' ουσίαν εξέταση από αυτό, γεγονός που σημαίνει ότι είχε υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο σε όλα τα δικαιώματά του και είχε καταστεί αρμόδιο να εξετάσει την αγωγή εξ υπαρχής και ν' αποφανθεί για όλα τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου (ΑΠ 251/2007).

Συνεπώς, με την παράλειψη αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8β' και όχι σε εκείνη του αριθμού 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,που αναφέρεται στο αναιρετήριο, κατά παραδοχή, ως βασίμων, των διαλαμβανομένων, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, αιτιάσεων, σε ένα μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και τις προαναφερόμενες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009,1765/2005).

Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι: <<ο εναγόμενος άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί νομής, εκδοθείσας της 126/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας, με την αποία αναγνωρίστηκε προσωρινά ως νομέας της προαναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, συνεπώς ο εναγόμενος είχε την άδολη πεποίθηση ότι απέκτησε νόμιμα τη νομή των επίδικων.

Κατά συνέπεια, ο εναγόμενος, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί προηγουμένως, ως καλής πίστης νομέας δεν υπέχει ευθύνη προς απόδοση των ωφελημάτων από το πράγμα για όσο το χρονικό διάστημα που βρίσκεται στη νομή αυτού και δη από τον Ιούλιο του έτους 2011 και δεν οφείλει μισθώματα από τον ως άνω χρόνο εγκατάστασής του στο ακίνητο, άρα το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί>>, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, τούτο δε διότι, κατέληξε στην πιο πάνω παραδοχή, ότι, δηλαδή, ο εναγόμενος ήταν καλόπιστος νομέας, ενόψει του ότι με την 126/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., αναγνωρίστηκε προσωρινώς νομέας των επιδίκων, χωρίς περαιτέρω αναφορά πραγματικών περιστατικών που να προσδίδουν στον τελευταίο την ιδιότητα αυτή, μάλιστα δε, και, κατά το επίδικο προγενέστερο χρονικό διάστημα, από τον Ιούλιο 2011 και εφεξής.

Συνεπώς, οι διαλαμβανόμενες στον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το σχετικό μέρος, αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,της μη νόμιμης βάσης, με την εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 1098ΑΚ, λόγω ανεπάρκειας αιτιολογιών, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι ο εναγόμενος ήταν καλής πίστεως νομέας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είναι βάσιμες(ΑΠ 652/2015).

Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο ως άνω δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, με τις οποίες προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μην εφαρμόσει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1098 και 1100 του ΑΚ, περί της υποχρέωσης του κακόπιστου νομέα να αποδώσει τα ωφελήματα του πράγματος, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία <<όταν σου παραδίδει ο εργολάβος ένα διαμέρισμα και όχι ο οικοπεδούχος είσαι κακόπιστος νομέας>>, είναι απαράδεκτες διότι δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας ,υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπεράσματα των αναιρεσειόντων για τη στήριξη των απόψεών τους ότι ο εναγόμενος είναι κακόπιστος νομέας των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, με το πρόσχημα δε της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω δεύτερου αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις διατάξεις της ,που αφορούν το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής για την αναγνώριση απόδοσης ωφελημάτων από τα επίδικα ακίνητα (άρθρα 1096 και 1098ΑΚ) και καταβολής αποζημίωσης, λόγω παράνομης κατακράτησής τους (άρθρα 1099σε συνδ.

με 914 ΑΚ), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να συμψηφιστούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας τους (άρθρο 178 § 1 και 183 ΚΠολΔ, ΑΠ 248/2019, 2105/2014.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 24-01-2020 και 18-10-2019 και με αριθμ. πράξ. καταθέσεως 2272/05-03-2020 και 9868/21-10-2019, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως κατά της με αριθμό 3468/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή, αυτεπαγγέλτως, συμπληρώθηκε, ως προς το διατακτικό της, με την 6537/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Θεωρεί τη δίκη καταργηθείσα ως προς τον πρώτο αναιρετικό λόγο της από 18/10/2019 αίτησης αναίρεσης.

Α) Απορρίπτει την από 24/01/2020 αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Β) Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 3468/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή συμπληρώθηκε, ως προς το διατακτικό της, με την 6537/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό .

Παραπέμπει την υπόθεση , κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, Μονομελές Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Και

Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ