Legislator Case Law & Legislation
281/2020 AI generated

281/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 281/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

281/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο υπομισθωτής δεν προστατεύεται αυτοτελώς έναντι του εκμισθωτή. Έτσι αν υπάρχει υπομίσθωση, ο εκμισθωτής μπορεί να απαιτήσει το μίσθιο από τον υπομισθωτή. Όπως έχει γίνει δεκτό (Ολ.ΑΠ 14/92, ΑΠ 1442/92) κατά την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη της κύριας αστικής ή εμπορικής σύμβασης μισθώσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρ. 599 § 2 Α.Κ.

Keywords

AI generated
expatriation and foreign residence allowances withdrawal of debt enforcement abandonment of expropriation redundancy voluntary withdrawal withdrawal following settlement
AI generated
1537/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
848/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας.
810/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γ.
869/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
173/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/2/2005 και 21/3/2005 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 824/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2007 αίτησή της και τους από 3/3/2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες, ανέγνωσε την από 27/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 281 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 281/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Υπηρεσίες Επαγγελματικών Πλυντηρίων ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ, ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΥ ΙΑΤΡΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Καραβελάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 599/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2856/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2856/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο αφού δίκασε την από 15-4-2016 έφεση της νυν αναιρεσείουσας ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Υπηρεσίες Επαγγελματικών Πλυντηρίων AE" κατά της υπ' αριθμ. 599/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ.

ΚΠολΔ δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη 2856/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ.

ΚΠολΔ όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων κατά το τμήμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω: Η αναιρεσίβλητη ΑΕ με την επωνυμία "... Aνώνυμη Eταιρία Εισαγωγής και Εμπορίας και Εφοδιασμού Ιατροτεχνολογικών Προϊόντων" μίσθωσε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Κ.

ΑΕ" μια οικοδομή που βρίσκεται στη ... ΕΟ Αθηνών - Λαμίας) συνολικής επιφανείας περίπου 3.500 τ.μ. με το από 1-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα από 12-3-2018, 1-12-2009 και 29-11-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης. Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη μισθώτρια με το από 6-12-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης υπεκμίσθωσε στην αναιρεσείουσα τμήμα της ανωτέρω οικοδομής, επιφανείας περίπου 1.161,26 τ.μ., αποτελούμενο από χώρο λειτουργίας μονάδων πλυντηρίων (1.062,26 τ.μ.) και ισόγειο χώρο γραφείων (99 τ.μ.).

Με το άρθρ. 1 του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης ορίσθηκε ότι η διάρκεια της υπομίσθωσης αρχίζει από την παράδοση του μισθίου και λήγει την 14-3-2019 και με το άρθρ. 2 το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 12.146,78 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου, για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της υπομίσθωσης έως και την 31-12-2014, αναπροσαρμοζόμενο εφεξής ανάλογα προς τις συμφωνηθείσες με το από 1-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσης ετήσιες αναπροσαρμογές και προκαταβαλλόμενο τις πρώτες πέντε μέρες κάθε μήνα.

Με την από 28-11-2013 εξώδικη δήλωση - καταγγελία - πρόσκληση - επιφύλαξη που επέδωσε στις 29-11-2013 προς την εκμισθώτρια εταιρία "ΑΦΟΙ ... Α.Ε.", η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την από 1-3-2008 σύμβαση μίσθωσης και γνωστοποιούσε την αποχώρησή της από το μίσθιο ακίνητο την 28-2-2014. Την ανωτέρω εξώδικη δήλωση η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε και στην αναιρεσείουσα, καλώντας την παράλληλα να αποχωρήσει από το μίσθιο την 28-2-2014.

Στη συνέχεια, λόγω της αδυναμίας της αναιρεσείουσας να μετεγκατασταθεί έως την 28-2-2014, συνήψε με την αναιρεσίβλητη το από 1-3-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το άρθρ. 2.1 του οποίου ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλλει τη μηνιαία αποζημίωση χρήσης που όφειλε εκείνη προς την εκμισθώτρια, συμπεριλαμβανόμενης σ' αυτήν και της μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης του μισθίου προς την ίδια την αναιρεσίβλητη, ήτοι ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής στην αναιρεσίβλητη του συνολικού μηνιαίου ποσού των 31.470,00 ευρώ.

Επειδή κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ανωτέρω ποσό μόνο για το μήνα Μάρτιο 2014, ασκήσε εκείνη εναντίον της αναιρεσείουσας την από 15-10-2015 Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 2648/2015, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να της αποδώσει η αναιρεσείουσα τη χρήση του μισθίου ακινήτου και να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 565.182,16 ευρώ για το χρονικό διάστημα Απριλίου 2014 έως Σεπτεμβρίου 2015 με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που κάθε αποζημίωση χρήσης κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.

Η ανωτέρω αγωγή της έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 599/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών). Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 15-4-2016 με αριθ. εκθ. καταθ. 1054/19-4-2016 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 2856/2018 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου κατά της οποίας άσκησε την κρινόμενη αναίρεση.

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 361, 574 και 593 Α.Κ., υπομίσθωση είναι η δυνάμενη κατ' άρθρο 11 Π.Δ. 35/1995 να συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και στην εμπορικής μίσθωσης σύμβαση, με την οποία ο μισθωτής ενεργώντας ως εκμισθωτής, παραχωρεί τη χρήση του μισθίου, την οποία απέκτησε, με την κύρια μίσθωση, σε τρίτο (υπομισθωτή), με ορισμένο αντάλλαγμα και για ορισμένο χρόνο (Α.Π. 569/1996).

Η ενοχική σχέση της υπομίσθωσης είναι παρεπόμενη αναφορικά προς την κύρια μίσθωση, από την οποία και εξαρτάται, με αποτέλεσμα αν αυτή η τελευταία είναι για οποιονδήποτε λόγο άκυρη, να μην μπορεί η υπομίσθωση λόγω ακριβώς του παρεπομένου χαρακτήρα της, να προβληθεί έναντι του εκμισθωτή, ακόμα και αν η ίδια είναι μεταξύ υπεκμισθωτή και υπομισθωτή κατά πάντα έγκυρη.

Ο υπομισθωτής δεν προστατεύεται αυτοτελώς έναντι του εκμισθωτή. Έτσι αν υπάρχει υπομίσθωση, ο εκμισθωτής μπορεί να απαιτήσει το μίσθιο από τον υπομισθωτή. Όπως έχει γίνει δεκτό (Ολ.ΑΠ 14/92, ΑΠ 1442/92) κατά την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη της κύριας αστικής ή εμπορικής σύμβασης μισθώσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται, κατά τη διάταξη του άρθρ. 599 § 2 Α.Κ.

να απαιτήσει το μίσθιο ακίνητο, όχι μόνον από τον μισθωτή, αλλά και από τον μη συνδεόμενο μετ' αυτού διά συμβάσεως υπομισθωτή, έστω και αν η μεταξύ του μισθωτού και υπομισθωτού σύμβαση υπομισθώσεως είναι εκ των εις τα άρθρ. 1, 2 του Ν. 813/78 διαλαμβανομένων (ΑΠ 306/2014, ΑΠ 1226/2012). Περαιτέρω από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η εμπορική υπομίσθωση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση προς την κύρια μίσθωση, με την έννοια ότι δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της κύριας μίσθωσης (Ολ.ΑΠ 14/1992, ΑΠ 554/2001), και για το κύρος της είναι αναγκαία η συναίνεση του εκμισθωτή (άρθρ. 11 § 1 του Π.Δ. 34/1995).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβίαση υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τη βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 4/2006).

Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα.

Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του, για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, και τούτο γιατί μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 2/2016, 32/1996).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές της παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα προέβη σε ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5, 43 και 45 του π.δ. 34/1995 και των άρθρων 174, 207 παρ. 2, 361 και 599 παρ. 2 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί το δικαστήριο (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 6.12.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης ακινήτου, η ενάγουσα υπεκμίσθωσε στην εναγομένη α) ένα ακίνητο, συνολικής επιφάνειας περίπου 1.161,26 τ.μ.

αποτελούμενο από 1.062,26 τ.μ. (σημερινός χώρος λειτουργίας Μονάδας Πλυντηρίων) και 99 τ.μ. (ισόγειος χώρος γραφείων) και β) κινητό εξοπλισμό, ήδη εγκατεστημένο προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας της ανωτέρω μονάδας πλυντηρίων ο οποίος περιλαμβάνει: 1) πλήρες λεβητοστάσιο παραγωγής ατμού 12.000 κιλών ανά ώρα και δεξαμενές αποθήκευσης υγρών καυσίμων (μαζούτ) 40.000 κιλών σε ανεξάρτητο κτίριο προδιαγραφών για λεβητοστάσιο και εγκατάσταση ανάκτησης ενέργειας και θερμότητας από την εκμετάλλευση της παραγωγικής διαδικασίας, 2) μονάδα παραγωγής ξηρού αέρα υψηλής πίεσης, 3) δεξαμενές νερού 600 κυβικών μέτρων, 4) μονάδα επεξεργασίας βιομηχανικών υγρών αποβλήτων, συνδεμένη με το κεντρικό αποχετευτικό δίκτυο ΕΥΔΑΠ, 5) μία μονάδα κλιματισμού/εγκαταστάσεις air-condition, 6) υποσταθμό ηλεκτρικού ρεύματος 1000 KVA υψηλής τάσης, μετασχηματιστής και πίνακες διανομής μεγάλων φορτίων και 7) γεωτρήσεις τρεις (3) άντλησης νερού με αντλίες και ηλεκτρολογικούς πίνακες, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν (εναγομένη), ως έδρα της, ως χώρος στέγασης Μονάδας Βιομηχανικής Πλύσης Ιματισμού και γραφείων και γενικότερα για την εξυπηρέτηση όλων των δραστηριοτήτων της που εμπίπτουν στον καταστατικό της σκοπό.

Το ανωτέρω μίσθιο ακίνητο αποτελεί τμήμα οικοδομής συνολικής επιφάνειας 3.500 τ.μ., η οποία είναι κτισμένη επί οικοπέδου έκτασης 5.000 τ.μ. περίπου που βρίσκεται στη ... χλμ. Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας), το οποίο η ενάγουσα μίσθωσε με το από 1-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσης ακινήτου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα από 12-3-2008, 1-12-2009 και 29-11-2012 ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης (νόμιμα θεωρημένα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.), από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ...

Α.Ε" μετά των ανωτέρω περιγραφόμενων κινητών εγκαταστάσεων και κατασκευών και η διάρκεια της μίσθωσης αυτής ορίστηκε με το άρθρο 2 του από 29-11-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης εκμίσθωσης ακινήτου έως την 14-3-2019. Η διάρκεια της επίδικης υπομίσθωσης συμφωνήθηκε αρχομένη από την παράδοση του μισθίου και λήγουσα την 14-3-2019 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 12.146,78 ευρώ, ήτοι 1.161,26 τ.μ.

χ 10,46 ευρώ ανά τ.μ., για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της μίσθωσης έως και την 31-12-2014, αναπροσαρμοζόμενο, ανάλογα προς τις συμφωνηθείσες με το από 1-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό αναπροσαρμογές μεταξύ της εκμισθώτριας της κύριας μίσθωσης και της ενάγουσας - υπεκμισθώτριας και ειδικότερα, μετά την 31-12-2014, το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο, αρχής γενομένης από την 1-1-2015, με βάση το δείκτη τιμών καταναλωτή μισθωμάτων (τιμάριθμο), όπως αυτός προσδιορίζεται κάθε φορά από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος κατά τους δώδεκα τελευταίους μήνες, επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος προσαυξανόμενο κατά μία (1) μονάδα (πληθωρισμός +1).

Περαιτέρω συμφωνήθηκε, ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει και το νόμιμο τέλος χαρτοσήμου 3,6% και ότι το μηνιαίο μίσθωμα θα προκαταβάλλεται τις πέντε πρώτες ημέρες κάθε ημερολογιακού μήνα. Η ενάγουσα με την από 28-11-2013 εξώδικη δήλωση - καταγγελία - πρόσκληση - επιφύλαξη προς την εκμισθώτρια εταιρία "ΑΦΟΙ ...

Α.Ε", κατήγγειλε την από 1-3-2008 σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα, με το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995, γνωστοποίησε την αποχώρησή της από το μίσθιο ακίνητο μετά χρονικό διάστημα τριών μηνών, δηλαδή την 28-2-2014 και προσέφερε στην εκμισθώτρια ένα μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό θα ισχύει προσαρμοζόμενο κατά την ημερομηνία καταβολής του, ως νόμιμη αποζημίωση.

Την ανωτέρω από 28-11-2013 εξώδικη δήλωση - καταγγελία - πρόσκληση - επιφύλαξη κοινοποίησε και στην εναγομένη στις 29-11-2013 (βλ. την με αριθμ. .../29-11-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ο. Θ. Δ.), προκειμένου η τελευταία να λάβει γνώση ότι η ενάγουσα πρόκειται ν' αποχωρήσει από το ίδιο μίσθιο στις 28.2.2014, καλώντας παράλληλα την εναγομένη ν' αποχωρήσει επίσης από το μίσθιο στις 28.2.2014.

Με την προαναφερόμενη καταγγελία, στις 28-2-2014 επήλθε η λύση της μίσθωσης και ταυτόχρονα την ίδια ημέρα επήλθε και η λύση της επίδικης σύμβασης υπομίσθωσης, αφού αυτή έχει παρεπόμενο χαρακτήρα αναφορικά προς την κύρια μίσθωση, αναγκαία δε συνέπεια του χαρακτήρα της αυτού, είναι η λήξη της λόγω της λήξης της κύριας σύμβασης, αυτό δε ισχύει και στην εμπορική υπομίσθωση, όπως στη νομική σκέψη διαλαμβάνεται.

Τα δε σχετικά με εφαρμογή των διατάξεων 207 και 208 ΑΚ δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η ένδικη υπομίσθωση και η διάρκειά της δεν εξαρτώνται από αίρεση, αλλά ρυθμίζονται απευθείας από τον νόμο και δη το ΠΔ 34/1995 σε συνδυασμό με τους όρους της κύριας μίσθωσης. Στο ανωτέρω δε από 6-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης στον 11° όρο ρητά προβλέπεται "η υπομίσθωση θα λυθεί αζημίως για τα μέρη, σε περίπτωση λήξης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο λύσεως της κύριας μίσθωσης", που έχει συνάψει η ενάγουσα με την εταιρία "ΑΦΟΙ ...".

Από τη διατύπωση δε του ανωτέρω όρου προκύπτει ότι ουδεμία διάκριση προβλέπεται σχετική με τους λόγους λύσης τη κύριας σύμβασης μίσθωσης (ήτοι αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τον εκμισθωτή ή τον μισθωτή - υπεκμισθωτή), ότι αναγνωρίστηκε από την εναγομένη ο παρεπόμενος χαρακτήρας της υπομίσθωσης σε σχέση με την κύρια μίσθωση και ότι συμφωνήθηκε ρητά ότι η υπομίσθωση θα λυθεί αζημίως για τα μέρη, σε περίπτωση λήξης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο λύσης της κύριας μίσθωσης που έχει συνάψει η υπεκμισθώτρια με την εταιρεία "ΑΦΟΙ ...

Α.Ε". Ακολούθως, η εναγομένη, καίτοι όφειλε να παραδώσει ελεύθερη τη χρήση του μισθίου δήλωσε αδυναμία μετεγκατάστασης, με αποτέλεσμα η εκμισθώτρια εταιρία ν' αρνηθεί να παραλάβει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και να καταστεί η ενάγουσα υπερήμερη ως προς την ως άνω υποχρέωση. Λόγω δε του ότι η εκμισθώτρια αξίωσε από την ενάγουσα αποζημίωση χρήσης ισόποση του μηνιαίου μισθώματος για όσο χρόνο αδυνατούσε να της αποδώσει ελεύθερο το μίσθιο ακίνητο, συνήφθη μεταξύ της εναγόμενης και της ενάγουσας το από 1-3-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο εκτίθεται ότι η εκμισθώτρια αρνήθηκε να παραλάβει το μίσθιο κατά την λήξη της μίσθωσης αλλά και της υπομίσθωσης στις 28-2-2014, (άρθρο 1.2) και στη συνέχεια με το άρθρο 2.1 του ιδίου ως άνω συμφωνητικού, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση για όσο χρονικό διάστημα θα παρακρατά το μίσθιο μετά την λύση της μίσθωσης κατά την ανωτέρω ημερομηνία, να καταβάλει την μηνιαία αποζημίωση χρήσης που όφειλε η ενάγουσα προς την εκμισθώτρια της κυρίας μίσθωσης "ΑΦΟΙ ...

ΑΕ" ποσού 31.470 ευρώ, στο οποίο ποσό συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 12.146,78 ευρώ που οφείλει ως μηνιαία αποζημίωση χρήσης η ίδια, δηλαδή η εναγομένη - υπομισθώτρια προς την ενάγουσα - υπεκμισθώτρια, δηλαδή ανέλαβε την υποχρέωση η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα συνολικά το ποσό των 31.470 ευρώ το μήνα, καταβλητέο τις πέντε πρώτες ημέρες κάθε ημερολογιακού μήνα.

Μετά τη λύση της μίσθωσης, η εναγομένη παρέμεινε στο μίσθιο ακίνητο και εξακολούθησε να κάνει χρήση αυτού μέχρι το Σεπτέμβριο του 2015 αλλά εξακολουθεί να κάνει χρήση του μισθίου μέχρι και σήμερα, όπως από την ίδια συνομολογείται με τις έγγραφες προτάσεις της, κατέβαλε όμως το ανωτέρω συμφωνηθέν ποσό μόνο για τον μήνα Μάρτιο 2014.

Επομένως, για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2014 έως και Σεπτέμβριο 2015, δηλαδή για χρονικό διάστημα 18 μηνών, κατά το οποίο η εναγόμενη παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει στην ενάγουσα το συμφωνηθέν ποσό των 31.470 ευρώ το μήνα και συνολικά η οφειλή της ανέρχεται στο ποσό των 565.182,16 ευρώ και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα Απριλίου 2014 έως Μαρτίου 2015 οφείλει το ποσό των 376.362,16 ευρώ, το οποίο προκύπτει κατόπιν μείωσης κατά 566,46 ευρώ που αντιστοιχεί στο από 1-4-2014 πιστωτικό τιμολόγιο που εκδόθηκε για την επιστροφή τέλους χαρτοσήμου του μηνός Μαρτίου 2014 και κατόπιν συμψηφισμού με το από 1-8-2014 πιστωτικό τιμολόγιο αξίας 711,38 ευρώ, όπως τα ανωτέρω ποσά αφαιρούνται από την ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή και για το διάστημα από Απρίλιο 2015 έως και Σεπτέμβριο 2015 το ποσό των 188.820 ευρώ και συνολικά οφείλει για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το προαναφερόμενο ποσό των 565.182,16 ευρώ (376.362,16 + 188.820).

Το ανωτέρω ποσό πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, εντόκως από την έκτη (6) ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, διότι, με το από 1.3.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό έχει οριστεί ότι το συμφωνηθέν μηνιαίο ποσό των 31.470 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 12.146,78 ευρώ που αντιστοιχεί στην μηνιαία αποζημίωση χρήσης, θα καταβάλλεται από την εναγομένη τις πρώτες πέντε ημέρες κάθε ημερολογιακού μήνα.

Ο δε ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης ότι διατηρεί αξιώσεις κατά του ΟΜΙΛΟΥ ΥΓΕΙΑ ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ένδικη περίπτωση, ούτε καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αφού πρόκειται για διαφορετικά νομικά πρόσωπα με διαφορετικό αντικείμενο και διοίκηση....

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από το από 1.3.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο συνιστά έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, με το οποίο η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα την μηνιαία αποζημίωση χρήσης που η τελευταία οφείλει στην αρχική εκμισθώτρια λόγω της μη απόδοσης χρήσης του μισθίου ακινήτου, η εναγομένη δεν διατηρεί ουδεμία αμφισβήτηση ή επιφύλαξη σχετικά με τη λύση της υπομίσθωσης και την εξαιτίας αυτής ανάληψη υποχρέωσης για καταβολή μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης...".

Με αυτές τις παραδοχές η πληττόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και υπήγαγε το πραγματικό υλικό στους ορισμούς των σ' αυτές διαλαμβανόμενων. Ειδικότερα δέχθηκε ότι η από 6-12-2012 υπομίσθωση είναι παρεπόμενη της 1-3-2008 κύριας μίσθωσης και ως τέτοια δεν απολαμβάνει αυτοτελώς και σε σχέση με την κύρια μίσθωση την προστασία των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ΠΔ 34/1995, και λύεται σε κάθε περίπτωση που λυθεί η κύρια μίσθωση, όπως εν προκειμένω.

Την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995 την επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη και την χρησιμοποίησε για την λύση της κύριας μίσθωσης υπό την ιδιότητα της μισθώτριας εταιρείας και όχι για την λύση της επίδικης σύμβασης υπομίσθωσης, στην οποία ενέχεται ως υπεκμισθώτρια. Η επίδικη υπομίσθωση λύθηκε άνευ άλλου τινός κατ' εφαρμογή ρητού όρου και δη του υπ' αριθμόν 11 όρου του από 6-12-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης.

Εξάλλου, στο προαναφερόμενο Ιδιωτικό Συμφωνητικό Υπομίσθωσης υπάρχει ρητή πρόβλεψη ότι "η υπομίσθωση θα λυθεί αζημίως για τα μέρη, σε περίπτωση λήξης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο λύσεως της κύριας μίσθωσης, που έχει συνάψει η αναιρεσίβλητη με την εταιρεία "ΑΦΟΙ ... Α.Ε.". Από τη διατύπωση αυτή του σχετικού όρου στο από 06.12.2012 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Υπομίσθωσης προκύπτει ότι ουδεμία διάκριση προβλέπεται σχετική με τους λόγους λύσης της κύριας σύμβασης μίσθωσης (ήτοι αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τον εκμισθωτή ή για λόγους που αφορούν τον μισθωτή - υπεκμισθωτή).

Η αναιρεσίβλητη εταιρία άλλωστε έχει διπλή ιδιότητα, της μισθώτριας αφενός στην κύρια σύμβαση μίσθωσης και της υπεκμισθώτριας στην υπομίσθωση. Επίσης ο 11ος όρος του από 6-12-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης δεν συνιστά διαλυτική αίρεση και ως εκ τούτου όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα σχετικά με τις περί αιρέσεων διατάξεις των άρθρων 207 και 208 ΑΚ δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, καθώς η υπό κρίση υπομίσθωση και η διάρκειά της δεν εξαρτώνται από αίρεση (διαλυτική ή αναβλητική), ώστε να τύχουν εφαρμογής οι ανωτέρω διατάξεις, αλλά ρυθμίζονται απευθείας από το νόμο και δη το Π.Δ. 34/1995 σε συνδυασμό με τους όρους της κύριας μίσθωσης και όσα ισχύουν για αυτή.

Άλλωστε μετά τη λύση της κύριας μίσθωσης και λόγω της αδυναμίας της αναιρεσείουσας να μετεγκατασταθεί εντός της τασσόμενης προθεσμίας (ήτοι έως και την 28.02.2014) λόγω της συνακόλουθης λύσης και της υπομίσθωσης υπεγράφη μεταξύ της αναιρεσίβλητης εταιρείας και της αναιρεσείουσας το από 01.03. 2014 Ιδιωτικό Συμφωνητικό διά του οποίου η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει την μηνιαία αποζημίωση χρήσης που όφειλε η αναιρεσίβλητη στην αρχική εκμισθώτρια λόγω της μη απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου.

Το έγγραφο αυτό, αποκρούει από μόνο του τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί δήθεν μη λύσης της υπομίσθωσης. Εξάλλου η ίδια (αναιρεσείουσα), κατά την υπογραφή του ουδεμία αμφισβήτηση ή έστω επιφύλαξη εξέφρασε σχετικά με τη λύση της υπομίσθωσης και την εξαιτίας αυτής σε συνδυασμό με την αδυναμία μετεγκατάστασης της ανάληψη της υποχρέωσης για καταβολή της μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης.

Με βάση, επομένως, όσα προαναφέρθηκαν, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη απαιτείται αφενός μεν η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν κατά το χρόνο της συνομολόγησής τους κατά τις περιστάσεις σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών να γίνεται με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες.

Έτσι, για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής -καταπλεονεκτική-, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά τρία στοιχεία, ήτοι: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ' αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλόμενου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο.

Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς (ΑΠ 1394/2009, ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005, ΑΠ 492/2004). Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές, εντάσσεται δηλαδή η έλλειψη πείρας για τη συναλλακτική ζωή λόγω έλλειψης ειδικών γνώσεων, μπορεί δε να είναι επακόλουθο της ηλικίας της διανοητικής κατάστασης του προσώπου ή άλλης αιτίας (ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 868/2008, ΑΠ 1244/2005).

Κουφότητα είναι η αδιαφορία και η αμεριμνησία από την οποία ο συναλλασσόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του, η οποία μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα της ηλικίας, της πνευματικής κατάστασης ή άλλης αιτίας, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός απ' αυτά. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ (ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 936/ 2007, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 459/1996, ΑΠ 52/1996).

Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία δε αυτή, διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (ΑΠ 868/2008, ΑΠ 497/1997, ΑΠ 307/1993). Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή (ΑΠ 1019/2007, ΑΠ 1244/2005), χωρίς να είναι απαραίτητη για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικά επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδειας (ΑΠ 529/2001, ΑΠ 582/1993).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με τις παραδοχές της παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα προέβη σε ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί το δικαστήριο (αρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "...η εναγομένη με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, προβάλλει ένσταση περί ακυρότητας του από 1-3-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού κατ' άρθρο 179 ΑΚ, που επαναφέρεται με τον δέκατο λόγο έφεσης, ισχυριζόμενη ότι το από 1-3-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό και η ανάληψη της υποχρέωσής της που απορρέει από αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.470 ευρώ το μήνα, είναι άκυρο ως καταπλεονεκτικό και αντίθετο στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, διότι αναγκάστηκε υπό αφόρητες πιέσεις να το υπογράψει, υπό το βάρος των επικείμενων δυσμενέστατων έως καταστροφικών συνεπειών για την ίδια που θα είχε η διακοπή της λειτουργίας της, καθώς κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία της να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς παροχή πλύσης ιματισμού καθημερινά τόσο προς τις εταιρίες του ομίλου ΥΓΕΙΑ στον οποίο ανήκει και η ενάγουσα, όσο στους υπόλοιπους πελάτες της, που κατά κύριο λόγο λειτουργούν ξενοδοχειακές μονάδες (όπως St George Lycabettus, NJV Athens Plaza, President A for Athens κ.α.), γεγονός που θα οδηγούσε στην καταγγελία των συμβάσεων με καταστροφικές και μη αναστρέψιμες συνέπειες για αυτήν.

Ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία της να παραδώσει το μίσθιο δεδομένου ότι η μετεγκατάσταση μιας τέτοιας μονάδας απαιτεί χρόνο κατ' ελάχιστο τεσσάρων μηνών, η δε αντικειμενική αυτή αδυναμία της συνομολογήθηκε και από την ενάγουσα στο από 1-3-2014 συμφωνητικό. Ότι οι πιέσεις της ασκήθηκαν όχι μόνο από την ενάγουσα αλλά και από τους διευθύνοντες του Ομίλου, ώστε αναγκάστηκε να υπογράψει το εν λόγω συμφωνητικό, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι από τις υπηρεσίες πλύσης που παρείχε στον Όμιλο ΥΓΕΙΑ προερχόταν το 80% του τζίρου της.

Ότι με τον τρόπο αυτό, η ενάγουσα, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της, πέτυχε να λάβει περιουσιακά ωφελήματα, συνιστάμενα στη μετακύλιση σ' αυτήν των δικών της συμβατικών υποχρεώσεων, τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή, δεδομένου ότι μοναδική εκ του νόμου υποχρέωσή της σε περίπτωση λήξης της μίσθωσης, θα ήταν η καταβολή αποζημίωσης χρήσης ίσης με το μηνιαίο μίσθωμα των 12,146,78 ευρώ.

Τα ανωτέρω όμως επικαλούμενα προς θεμελίωση των ανωτέρω ενστάσεων, πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα δεν είναι αρκετά για την πλήρωση της έννοιας της, όπως αυτή απαιτείται, κατ' άρθρο 179 ΑΚ. Η εκκαλουμένη που απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη, ορθώς τον νόμο εφάρμοσε και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος".

Δεχόμενο το Εφετείο ότι στην υπό κρίση περίπτωση τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της προβαλλόμενης ένστασης περί ακυρότητας του από 1-3-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού ως καταπλεονεκτικού και αντίθετου προς τα χρηστά ήθη, πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι αρκετά για την πλήρωση της εν λόγω έννοιας, όπως αυτή απαιτείται, κατ' άρθρο 179 ΑΚ., ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου και ως εκ τούτου αβάσιμος και απορριπτέος είναι ό δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Συγκεκριμένα πέραν του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα μιλάει γενικά και αόριστα για πιέσεις εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν επικαλείται περιστατικά εκμετάλλευσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας κάποιας από τις αναφερόμενες στο παραπάνω άρθρο καταστάσεως και τη συνεπεία αυτής επίτευξη των αναφερομένων στο ίδιο άρθρο ωφελημάτων, αλλά αντίθετα προς τα παραπάνω η αναιρεσίβλητη, αναγνωρίζοντας την πρόσκαιρη δυσκολία της αναιρεσείουσας να μετεγκατασταθεί, προέβη σε διευκόλυνση αυτής έναντι της αρχικής εκμισθώτριας υπογράφοντας το από 01.03.2014 Ιδιωτικό Συμφωνητικό.

Πέραν αυτού, με βάση τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα, ουδέν περιουσιακό ωφέλημα αποκόμισε η αναιρεσίβλητη, αντίθετα αποχώρησε εγκαίρως από το μίσθιο ακίνητο και με το ανωτέρω συμφωνητικό η αναιρεσείουσα ανέλαβε υποχρέωση πηγάζουσα από την δική της αδυναμία να μετεγκατασταθεί από το μίσθιο ακίνητο κατά το χρόνο λύσης της μίσθωσης.

Μάλιστα το αιτούμενο με την αγωγή ποσό ανήλθε στο ύψος των 565.182,16 ευρώ λόγω, του ότι παρέμεινε στο μίσθιο έως και την 31.10.2016 χωρίς μάλιστα να καταβάλει το παραμικρό ποσό γι' αυτό, αφού δεν είχε καταβάλει αποζημίωση χρήσης από του μηνός Απριλίου του έτους 2014, την οποία είχε καταβάλει η αναιρεσίβλητη εταιρεία και κατά το ποσό αυτό η αναιρεσείουσα αποκόμισε και εξακολουθεί να αποκομίζει περιουσιακό όφελος σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, συνάγεται ότι καταχρηστικότης υπάρχει, όταν από την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου ή την διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση η άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, η οποία πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές, ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό αυτού, ώστε να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 92/2019).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης μέρος, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν σχετικά με την αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας προς καταβολή της αποζημίωσης χρήσης καθώς και του συμφωνηθέντος με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό πέραν αυτής ποσού, αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της ενάγουσας, που έγινε προς το συμφέρον της και ως εκ τούτου δεν ασκείται καταχρηστικά η άσκηση της ένδικης αγωγής.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη που απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος...". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που πρότεινε η εναγόμενη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας σε σχέση με την άσκηση του αγωγικού δικαιώματός της και οι εν γένει περιστάσεις που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο επομένως δεν παραβίασε ευθέως.

Συγκεκριμένα στην ένδικη περίπτωση, με βάση τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη προέβη σε νομότυπη καταγγελία της μίσθωσης και λόγω της αδυναμίας της αναιρεσείουσας για άμεση μετεγκατάσταση προέβη στη συνέχεια και προς διευκόλυνσή της στη σύναψη του από 01.03.2014 Ιδιωτικού Συμφωνητικού.

Περαιτέρω η αναιρεσείουσα προκειμένου να στηρίξει την περί καταχρηστικότητας ένστασή της ισχυρίζεται ότι ο ΟΜΙΛΟΣ ΥΓΕΙΑ της οφείλει το ποσό των 5.200.337 ευρώ, αξίωση για την οποία έχει εγείρει αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ισχυρισμός της αυτός και αληθής υποτιθέμενος, ουδεμία επιρροή ασκεί στην έκβαση της δίκης και την υπό κρίση διαφορά, ούτε δύναται να στηρίξει τον περί καταχρηστικότητας λόγο εφέσεως, καθώς η αναιρεσείουσα επικαλείται αξιώσεις της κατά του ΟΜΙΛΟΥ ΥΓΕΙΑ και όχι κατά της αναιρεσίβλητης.

Το γεγονός ότι μπορεί να διατηρεί αξιώσεις κατά των υπολοίπων εταιρειών του ΟΜΙΛΟΥ ουδεμία επιρροή ασκεί στην ένδικη περίπτωση ούτε καθιστά καταχρηστική της έγερση της ένδικης αγωγής εναντίον της, αφού πρόκειται για διαφορετικά νομικά πρόσωπα, με διαφορετικό αντικείμενο και διοίκηση και συνεπώς τυχόν απαίτησή της κατά των λοιπών εταιρειών του ΟΜΙΛΟΥ δεν μπορεί να προβληθεί εναντίον της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία του ως άνω κανόνα δικαίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012).

και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει προτάσεις αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ