Legislator Case Law & Legislation
281/2019 AI generated

281/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 281/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 257/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά που δίκασε έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 1719/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,τακτικής διαδικασίας που είχε συνεκδικάσει την από 25-10-2002 αγωγή του Α. Α.(στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος ο αναιρεσείων Θ.

Legislator headnote

AI generated

281/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ.) 2. Κατά τα άρθρα 1846, 1198 και 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1...

Keywords

AI generated
offeror right to a decision contractual mortgage previous legal status auction buyer vendor's statutory lien
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 281 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 281/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 9η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Θ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Π. χήρας Δ. Γ., το γένος Κ. Τ., 2.Β. Γ. του Δ., 3.Κ. Γ. του Δ., 4.Θ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Καβάση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 125-10-2002 αγωγή του Α. Α. και την από 21-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1719/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 257/2008 Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-6-20087 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 19-12-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως .

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 257/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά που δίκασε έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 1719/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,τακτικής διαδικασίας που είχε συνεκδικάσει την από 25-10-2002 αγωγή του Α. Α.(στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος ο αναιρεσείων Θ.

Μ.) κατά των αναιρεσιβλήτων και την από 21-11-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος,.Η προσβαλλόμενη δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση,εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την από 21-11-2095 αγωγή, την οποία δέχθηκε ως βάσιμη και αναγνώρισε τους αναιρεσίβλητους συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ.) 2. Κατά τα άρθρα 1846, 1198 και 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1...

ΑΚ εδάφια 1 έως και 4 και 1193 ΑΚ δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει για αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο του, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νομική αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.

Συνεπώς, μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από τη διενέργεια αυτής, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομιάς, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής (ΑΠ 11.../2014.) Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, από τη διάταξη το άρθρο 983 ΑΚ, που ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα (ΑΠ 83/2017).

Προϋποθέσεις δε γι' αυτήν τη μεταβίβαση είναι,αφενός η κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου νομή του πράγματος εκ μέρους αυτού και,αφετέρου η κατά τον ίδιο χρόνο στο πρόσωπο του διαδόχου στη νομή ύπαρξη της ιδιότητας του αληθούς κληρονόμου, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου. Η μεταβίβαση της νομής επέρχεται είτε καλής πίστεως είτε κακής πίστεως νομέας ήταν ο κληρονομούμενος (βλ. σχ. ΑΠ 448/2001). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 983, 1193 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για να μεταβιβαστεί η νομή στον κληρονόμο δεν είναι ανάγκη, όταν πρόκειται για ακίνητο, να έχει μεταγραφεί η αποδοχή της κληρονομιάς, καθώς και ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (βλ. σχ. ΑΠ 617/1980). Ακόμη, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία-.(ΑΠ 984/2002.).

3. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές "αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ1738/2017).

Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες -υφίσταται, όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 2119/2014).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017).

4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:'" "Την 25-1-1982 στην κλινική ..., απεβίωσε η 79χρονη Α.

θυγ. Α. Α. και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το οποίο άφησε, ήταν ένα οικόπεδο, εκτάσεως 90,20 τ.μ. μετά παλαιάς οικίας, η οποία υπήρχε εντός αυτού, ευρισκόμενο στην περιοχή της ... και επί των οδών, ... και .... Η κατάσταση της οικίας αυτής τα τελευταία χρόνια, ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, αφού είχε καταστεί επικίνδυνα ετοιμόρροπη και εστία ποντικιών.

Ειδικότερα, η φέρουσα τοιχοποιία της οικίας ήταν κατασκευασμένη από χωμοπλίνθους συνδεόμενους με χώμα, λόγω δε της παλαιότητας και του τρόπου κατασκευής της, η τοιχοποιία της προς την οδό ..., έφερε διαμπερείς ρωγμές που την είχαν καταστήσει επικίνδυνη, ενώ η φέρουσα τοιχοποιία του υπολοίπου κτίσματος είχε καταρρεύσει κατά το μεγαλύτερο μέρος της, όπως είχε καταρρεύσει και η αντίστοιχη κεραμοσκεπή.

Η κεραμοσκεπή δε που είχε εναπομείνει (το κτίσμα προς την οδό ...) παρουσίαζε σημαντική καθίζηση, ενώ οι ξύλινοι ζεύκτες της και τα περισσότερα από τα κεραμίδια της ήταν σπασμένα. Τα όμβρια νερά εισέρχονταν στο εσωτερικό του κτίσματος και το παράθυρο του στην αντίθετη από την προς την οδό ... πλευρά του δεν ήταν ασφαλισμένο.

Ο μαντρότοιχος που, υπήρχε από τη μεριά της πλευράς του προς την οδό ..., ήταν πολύ παλαιός, τμήμα του, μάλιστα, στο πάνω μέρος του είχε καταρρεύσει και έτσι μπορούσε κάποιος να αναρριχηθεί σ' αυτόν και να μπει μέσα στο επίδικο. Και ενώ το επίδικο, βρισκόταν στην ανωτέρω κατάσταση, κατά το έτος 2002, ο Α. Α., επ' ευκαιρία υποβολής των δηλώσεων ιδιοκτησίας στο κτηματολόγιο …, διαπίστωσε, ότι στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες, είχε αναρτηθεί ως συγκύρια του επίδικου ακινήτου, η πρώτη -ενάγουσα και ήδη πρώτη εκκαλούσα.

Κατόπιν τούτου, υπέβαλε στο Κτηματολόγιο, την από 9-10-2003 ένσταση, η οποία έγινε δεκτή και ο ίδιος ενεγράφη στα κτηματολογικά βιβλία ως κύριος, ενώ παράλληλα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 25-10-2002 αγωγή του κατά των εκκαλούντων, με αίτημα να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου αυτού.

Μετά ταύτα και ενώ εκκρεμούσε εν επιδικία η εκδίκαση της ανωτέρω αγωγής του, με το υπ' αριθμ. ...49/27-05-2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ\φου, Δ. Κ. Β., μεταβίβασε το ως άνω επίδικο ακίνητο στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο. Ο τελευταίος ως αγοραστής, αμέσως μετά την παραπάνω μεταβίβαση, δήλωσε στις 23-6-2005 ότι σημειώθηκε πυρκαγιά στο αγορασθέν απ' αυτόν επίδικο ακίνητο, για την κατάσβεση της οποίας ο ίδιος κάλεσε την πυροσβεστική και στη συνέχεια κατόπιν αυτοψίας, που διενήργησε η Διεύθυνση Πολεοδομίας …., έπειτα από σχετικό αίτημα του τελευταίου, το εντός του οικοπέδου κτίσμα, κρίθηκε άμεσα κατεδαφιστέο, ως επικίνδυνα ετοιμόρροπο, το οποίο στη συνέχεια με μέριμνα και δαπάνες του (εφεσίβλητου-εναγόμενου-αγοραστή), κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2004, κατεδαφίσθηκε και έγινε περίφραξη του όλου χώρου του οικοπέδου με ψηλές μεταλλικές μπάρες, στις δύο προσόψεις του.

Για τις παραπάνω ενέργειες στο επίδικο από τον τελευταίο, οι εκκαλούντες έλαβαν γνώση κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2004 και αμέσως άσκησαν την από 02-12-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του, ενώπιον του Ειρηνοδικίου Νίκαιας, με αίτημα την αναγνώριση του δικαιώματος της συννομής τους στο επίδικο. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η υπ αριθμ. 46/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση.

Κατόπιν οι εκκαλούντες άσκησαν την κρινόμενη από 21-11-2005 αγωγή τους κατά του ως άνω αγοραστή, η οποία συζητήθηκε κατά συνεκδίκαση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την ως άνω αγωγή του Α. Α., επί των οποίων εξεδόθη, όπως προαναφέρθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο, (οικία), συνολικής αξίας, κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, 83.886 €, ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της Α.

Α., το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτήν, από κληρονομιά, κατά ποσοστό 1\2 από τη μητέρα της και κατά το υπόλοιπο 1\2 από την αδελφή της Δ., κατά τα έτη 1951 και 1965, αντίστοιχα, στο οποίο διέμενε η τελευταία, άγαμη και χωρίς παιδιά, μέχρι και δύο μήνες πριν από το θάνατο της (25-1-1982). Ο Α. Α., όπως και οι εκκαλούντες -ενάγοντες, ήταν συγγενείς της, ο πρώτος ανιψιός, ως παιδί του αδελφού της, που διέμενε μόνιμα στα ...

και η πρώτη Π. Γ., ανιψιά και αυτή, καθώς ο παππούς της ήταν αδελφός της μητέρας της θανούσας, που διέμενε στην περιοχή της .... Πριν από το θάνατο της ανωτέρω, κατά την άνοιξη του 1980, είχε σπάσει το γοφό της και νοσηλεύτηκε στο ... και το ζεύγος Π. και Δ. Γ., μοναδικοί ως τότε συγγενείς, με τους ' οποίους είχε πολύ καλές σχέσεις, την είχαν φροντίσει και της είχαν συμπαρασταθεί και γι' αυτό τους τίμησε με την υπ' αριθμ.

….69\ 30-12-1980, δημόσια διαθήκη της, ενώπιον της Συμβ\φου, Ε. Γ. Γ., όπου τους εγκαθιστούσε μοναδικούς συγκληρονόμους της, σ' όλη την περιουσία της. Η ως άνω όμως διαθέτιδα, περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 1981 προέβη στη σύνταξη και της υπ' αριθμ. …626\ 27-1 1-1981 δημόσιας διαθήκης, ενώπιον της Συμβ\φου Β. Σ.- Μ., με την οποία άφηνε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, στον ανιψιό της, Α.

Α., τον οποίο αμέσως, μετά την σύνταξη της διαθήκης αυτής, ακολούθησε στην κατοικία του στα ..., προκειμένου αυτός να αναλάβει τη φροντίδα της, η οποία και τον ακολούθησε και να αποβιώσει στη συνέχεια δύο μήνες μετά, στην ως άνω κλινική της ….. Με τη νεότερη αυτή διαθήκη καταργήθηκε η ισχύς της προηγούμενης, λόγω του αντίθετου περιεχομένου των δύο διαθηκών, οπότε κληρονόμος της Α.

Α. με το θάνατο αυτής, κατέστη ο ως άνω ανιψιός. Εντούτοις, το ζεύγος Γ. και χωρίς να προκύπτει από κανένα στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι γνώριζε την ύπαρξη της δεύτερης αυτής διαθήκης, αμέσως μετά το θάνατο της διαθέτιδας, καλόπιστα, στις 28 Απριλίου 1982, δημοσίευσε στο Πρωτοδικείο Πειραιά, την ως άνω με αριθμό ….69/30-12-1980 δημόσια διαθήκη και αμέσως προχώρησε σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς, με την υπ' αριθμ.

…55/14-5-1982 πράξη αποδοχής της κληρονομιάς, ενώπιον της Συμβ\φου Α. Τ., την οποία στη συνέχεια μετέγραψε στον τόμο ….48, με αριθμό …., στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. Αντίθετα, ο ως άνω ανιψιός, αν και στις 26-5-1982 δημοσίευσε την υπέρ αυτού δημόσια διαθήκη με το υπ' αριθμ. 262/1982 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στη συνέχεια δεν αποδέχθηκε άμεσα την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά, αλλά με μεγάλη καθυστέρηση, είκοσι και πλέον χρόνων, αφού μόλις στις 30-7-2002 προέβη σ' αυτήν, με την υπ' αριθμ.

….89/30-7-2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ\φου Π. Τ., την οποία στη συνέχεια μετέγραφε στις 12-9-2002. Δηλαδή και με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο ανιψιός μετά τη δημοσίευση της νεότερης ως άνω διαθήκης του , με κληρονομική διαδοχή (διαθήκη), η οποία αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας των κληρονομιαίων πραγμάτων, κατέστη μοναδικός κληρονόμος όλης της περιουσίας της διαθέτιδας θείας του, πλην όμως και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, εφόσον αυτός δεν είχε αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η αποδοχή δεν είχε μεταγραφεί πριν από το έτος 2002, η κυριότητα του επίδικου κληρονομιαίου ακινήτου, καθώς και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού, δεν μεταβαίνει στον κληρονόμο, αναδρομικά από το θάνατο της κληρονομούμενης, εάν δεν αποδειχθεί ότι εκείνος έχει στη νομή του το επίδικο, από το χρόνο θανάτου της τελευταίας.

Επομένως, κρίσιμο γεγονός στην προκείμενη υπόθεση είναι ποιος χρησιδέσποζε στην επίδικη οικία μετά το θάνατο της διαθέτιδος. Έτσι στη συνέχεια των παραπάνω, αποδείχτηκε ότι ο ανιψιός για πρώτη φορά από το θάνατο της κληρονομούμενης θείας του (25-1-1982) και προκειμένου να προβεί στη σύνταξη της πράξης αποδοχής κληρονομιάς, συμβολαιογραφική πράξη για την σύνταξη της οποίας έπρεπε να προσκομίσει κτηματογραφικό απόσπασμα από την περιοχή του ακινήτου, αναγκάστηκε να απευθυνθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο, το οποίο απαντώντας στην από 11-7- 2002 αίτηση του, διαπίστωσε στις 24-7-2002, ότι το κληρονομιαίο ακίνητο, είχε δηλωθεί στο κτηματολόγιο από την πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εκκαλούσα Π.

συζ. Δ. Γ.. Μετά από τα παραπάνω διαπιστωθέντα, σχετικά με το επίδικο ακίνητο, πραγματικά περιστατικά, ο Α. Α., άσκησε την από 25-11-2002 αγωγή του και παράλληλα υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. ...06/9-10-2003 ένσταση του προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, για μη εγγραφή δηλωθέντος δικαιώματος του, η οποία (ένσταση) και έγινε δεκτή από την αρμόδια Επιτροπή και από τότε απέκτησε την νομή στο επίδικο.

Στη συνέχεια όπως προαναφέρθηκε και ενώ ακόμα εκκρεμούσε γιά εκδίκαση η ως άνω αναγνωριστική αγωγή του, ο ενάγων δυνάμει του υπ'αριθμ. ...49/27-5-2004 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του Συμβ\φου, Δ. Κ., νόμιμα μεταγραφέντος, πώλησε το επίδικο ακίνητο στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, Θ. Μ.. Ωστόσο, και πριν από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ζεύγος Π.

και Δ. Γ., ήδη, από τον το χρόνο θανάτου της Α. Α., ήτοι από τις 25-1-1982 και επειδή καλόπιστα θεωρούσαν ότι ήταν οι μοναδικοί κληρονόμοι της τελευταίας, με βάση την με αριθμό …69/30-12-1980 δημόσια διαθήκη, που δημοσίευσαν και στη συνέχεια αποδέχτηκαν την κληρονομιά και μετέγραψαν νομίμως, κατά τ' ανωτέρω, άρχισαν αμέσως να ασκούν εμφανείς υλικές πράξεις στο εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου, δηλαδή, με πρόθεση ιδιοποίησης, αρχικά η πρώτη εκκαλούσα με τον ήδη αποβιώσαντα συγκληρονόμο σύζυγο της Δ.

Γ., και εν συνεχεία οι, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εκκαλούντων ως καθολικοί διάδοχοι (τέκνα) του τελευταίου, μαζί με την πρώτη εκκαλούσα συννομέα, υπεισήλθαν στη νομή του εν λόγω ακινήτου και από τον θάνατο του Δ. Γ., στις 29-10-2000, ως κληρονόμοι του, έως την αποβολή τους από την νομή του επιδίκου από τον εναγόμενο αγοραστή το έτος 2004 και συνεπώς για συνεχές χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών.

Ειδικότερα, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, επί του ανωτέρω επιδίκου ακινήτου, η πρώτη ενάγουσα και ο σύζυγος της Δ. Γ.ς, ήταν αυτοί που άσκησαν όλες τις προσιδιάζουσες σε κύριο πράξεις νομής και κατοχής, όπως επίβλεψη και επιτήρηση αυτού, αφού αρχικά και για δέκα περίπου χρόνια, που το επίδικο βρισκόταν σε σχετικά καλή κατάσταση, το χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη των πραγμάτων της λαϊκής αγοράς, ήτοι σίδερα, πάγκους, πανιά και τελάρα, που αποτελούσαν εργαλεία και σύνεργα της δουλειάς τους στις λαϊκές αγορές, επισκεπτόμενοι έκτοτε αυτό, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, προβαίνοντας σε πράξεις νομής, δηλωτικές της βουλήσεώς τους να το έχουν ως συγκύριοι, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η συνεχής αυτών παρουσία και εποπτεία του επιδίκου ακινήτου.

Τις ίδιες δε παραπάνω πράξεις νομής και κατοχής του δικαιοπαρόχου τους, συνέχισαν με διάνοια συγκυρίων και μετά το θάνατο του (29-10-2000) να νέμονται επίσης, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, (ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες), δηλαδή η σύζυγος του και τα τρία του τέκνα, καθένας κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας.

Όλοι δε αυτοί ασκούσαν εποπτεία επί του παραπάνω επιδίκου ακινήτου, το οποίο και νεμήθηκαν με διάνοια συγκυρίων, ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στον κύριο και τη φύση του πράγματος πιο πάνω πράξεις νομής επί 20 και πλέον έτη, ήτοι από τις 25-1-1982 που απεβίωσε η δικαιοπάροχος τους, κυρία και νομέας του ακινήτου μέχρι την αποβολή τους από την νομή του επιδίκου από τον εναγόμενο αγοραστή το έτος 2004.

Επομένως, οι τελευταίοι έχουν γίνει συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 1045,1051 ΑΚ). Ο εναγόμενος - εφεσίβλητος αγοραστής, προς απόκρουση της αγωγής των εναγόντων -εκκαλούντων, ισχυρίζεται ότι νεμόταν το επίδικο ο πατέρας του Π. Μ., με διάνοια κυρίου, από το έτος 1982, ασκώντας σε αυτό, για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου του πωλητή (Α.

Α.υ), ως αντιπρόσωπος του, όλες τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι είχε πάρει το κλειδί της επίδικης οικίας ο δικαιοπάροχος του, από την κληρονομούμενη θεία του, περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 1981, την οποία οικία αφού κλείδωσαν πριν να φύγουν για τα ..., στη συνέχεια παρέδωσε το κλειδί στον ως άνω πατέρα του, στον οποίο ο δικαιοπάροχος πωλητής του επιδίκου, είχε δώσει εντολή' για λογαριασμό του, να έχει την επίβλεψη του ακινήτου και να προβαίνει στις επείγουσες εργασίες συντήρησης της οικίας.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως, τον οποίο προβάλλει ο εναγόμενος-εφεσίβλητος δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε, ότι ο πατέρας του είχε πάρει τέτοια εντολή από τον ως άνω πωλητή του, καθώς επίσης δεν αποδείχτηκε ότι ο πατέρας του, ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο, για λογαριασμό του τελευταίου και ειδικότερα δεν αποδείχτηκε ότι:

Η νομή του επίδικου ακινήτου περιήλθε στον δικαιοπάροχο του, ως καθολικό διάδοχο υπό την ιδιότητα του ως κληρονόμου της διαθέτιδος, αφού αυτός λόγω του ότι έμενε πολύ μακριά -στα ... ...- ασκούσε τη νομή επί του επίδικου μέσω του εντολοδόχου του κατόχου, Π. Μ., ο οποίος από το θάνατο της κληρονομούμενης και μετά, φρόντιζε και συντηρούσε το επίδικο ακίνητο και ότι, ο τελευταίος είχε λάβει, με την αναχώρηση της τελευταίας στα ..., το κλειδί της οικίας από τον ενάγοντα και ότι αυτός για λογαριασμό του τελευταίου, μεριμνούσε για την επίβλεψη και συντήρηση της οικίας, προβαίνοντας σε όλες τις επείγουσες εργασίες που χρειαζόταν και τέλος ότι είχε τοποθετήσει εντός του ακινήτου δικά του πράγματα και μάλιστα μια σκαλωσιά, σωλήνες και ξύλα.

Τ' ανωτέρω αυτά περιστατικά δεν αποδεικνύονται διότι, η επίδικη οικία μετά τον θάνατο της ιδιοκτήτριας της, είχε εγκαταλειφθεί παντελώς στην κατάσταση που προαναφέρθηκε, χωρίς καμιά μέριμνα και χωρίς ποτέ να γίνει κάποια συντήρηση επ' αυτής, με αποτέλεσμα να γίνει επικίνδυνα ετοιμόρροπη και εστία ποντικιών και τελείως ακατάλληλη για οποιαδήποτε χρήση.

Για τ' ανωτέρω γεγονότα, καταθέτουν μεν κάποια περιστατικά, οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του εναγόμενου, πλην όμως οι καταθέσεις τους αυτές δεν κρίνονται πειστικές, αφού δεν καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα περιστατικά, ως προς το κρίσιμο θέμα της άσκησης νομής στο επίδικο, από τον πατέρα του εναγόμενου Π.

Μ., για λογαριασμό του πωλητη του, αφού τα όσα καταθέτουν δεν ενισχύονται ούτε επιβεβαιώνονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Τουναντίον, οι με επιμέλεια των εναγόντων - εκκαλούντων εξετασθέντες μάρτυρες, είναι σαφείς και συγκεκριμένοι, ως προς το κρίσιμο αυτό θέμα της άσκησης νομής, οι οποίοι καταθέτουν ότι πράξεις νομής στο επίδικο ασκούσαν οι εκκαλούντες.

Η κρίση αυτή στηρίζεται σε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα στην κατάθεση του πρώτου των ανωτέρω μαρτύρων, Ν. Σ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, χωρίς να αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου Ν. Ι., που εξετάστηκε επίσης στο ακροατήριο, κρίνεται πειστικότερη και από τις εκ διαμέτρου αντίθετες, ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις πουν προσκομίστηκαν με την επιμέλεια του εφεσίβλητου-εναγόμενου καθ' όσον, αντιθέτως προς αυτές, ενισχύεται, τόσο από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α.

Π. την εξέταση του οποίου επιμελήθηκαν οι ενάγοντες, όσο και από τ' ακόλουθα έγγραφα,

α) με αριθμό ….55/14-5-1982 πράξη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Α. θυγ. Δ. Τ.,

β) τα κτηματογραφικά αποσπάσματα του κτηματολογίου ….,

γ) άδεια και βιβλιάριο εισφορών του ΤΕΒΕ, από τα οποία προκύπτει, ότι το επίδικο είχε δηλώσει ως επαγγελματική έδρα ο τρίτος ενάγων -εκκαλών, από το έτος 2000,

δ) με αριθμό ...68/1985 διαταγής πληρωμής, με την οποία είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση στο όνομα της πρώτης εκκαλούσας, από την εταιρία ... Α.Ε.,

ε) Το φορολογικό φύλλο Ε9, από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο είχε δηλωθεί στην εφορία από τους εκκαλούντες και

στ) από το προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο από 23-6-2004 απόσπασμα δελτίου συμβάντος της Διεύθυνσης Πυροσβεστικών Υπηρεσιών …, όπου ο φερόμενος ως αντιπρόσωπος του ενάγοντος και πατέρας του εφεσίβλητου, Π. Μ., δήλωσε ότι το επίδικο ακίνητο, (για το οποίο ο ίδιος είχε δηλώσει στην Πυροσβεστική Υπηρεσία την εκδηλωθείσα σ' αυτό πυρκαγιά), ανήκει σε άγνωστο ιδιοκτήτη.

Και τούτο διότι, τόσο η κατάθεση του μάρτυρα του (εναγόμενου), που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, όσο και οι καταθέσεις των μαρτύρων, Π. Μ., Κ. Δ., καθώς και η υπ' αριθμ.34\2005 ένορκη βεβαίωση του ίδιου του Α. Α., που δόθηκαν στα πλαίσια της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων που προηγήθηκε, δεν ενισχύονται από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό και μάλιστα ουδέν σχετικό κατέθεσαν με λόγο ιδιαίτερης γνώσης και κατηγορηματικά, σχετικά με το κρίσιμο αυτό θέμα, του ότι δηλαδή, νεμόταν το επίδικο ο πατέρας του αγοραστή Π.

Μ., με διάνοια κυρίου, ασκώντας σε αυτό για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου πωλητή και ως αντιπρόσωπος του, όλες τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής. Ούτε καταθέτουν κάποιο σχετικό στοιχείο, για το κρίσιμο θέμα, της κυριότητας του επιδίκου και μάλιστα, αν γνωρίζουν τον ως άνω ανιψιό πωλητή ως κύριο του επίδικου και αν και πως περιήλθε το επίδικο στην νομή ή στην κυριότητα του και ότι ο πατέρας του εφεσίβλητου ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο για λογαριασμό του τελευταίου.

Όταν δε καταθέτουν οι μάρτυρες, που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του εναγόμενου εφεσίβλητου, τ' ακόλουθα, "Όταν πήγα, στην περιοχή το 1989 γνώρισα ως κύριο του (επίδικου) ακινήτου τον Π. Μ.,. έβαζε μέσα στο ακίνητο ξύλα, σε άθλια κατάσταση και μάλιστα κανείς δεν τολμούσε να εισέλθει εντός αυτού, πήδαγαν ναρκομανείς από τον μανδρότοιχο, έμπαιναν μέσα και έπαιρναν την δόση τους, υπήρχε ένας παλιός μισογκρεμισμένος, πηδούσαν πάνω από αυτόν τα παιδιά και οι ναρκομανείς και έμπαιναν μέσα στο επίδικο, το καθάριζε τακτικά...

πολλές φορές τον είδα να καρφώνει ξύλα στις πόρτες και στα παράθυρα... να βάζει συχνά ποντικοφάρμακο, ποτέ δεν είδε κανένα άλλο να εισέρχεται στο επίδικο, εκτός από τον Π. Μ.", γίνεται σαφές ότι, απ' όλα τα κατατεθέντα, δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω Π. Μ., ήταν βοηθός νομής του ανιψιού πωλητή και ότι ο τελευταίος ήταν κύριος του επίδικου, το γεγονός και μόνο ότι, ο ανωτέρω ως γείτονας, περιστασιακά, είχε καρφώνει ξύλα στις πόρτες και στα παράθυρα, τοποθέτησε ξύλα ή άλλα αντικείμενα ή έριχνε ποντικοφάρμακο, στην ως άνω εγκαταλειμμένη οικία, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκτιμηθεί ότι αποτελούν πράξεις νομής που έγιναν με εντολή και για λογαριασμό του δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου Α.

Α.. Βέβαια ο με επιμέλεια του εφεσίβλητου εξετασθείς μάρτυρας Ν. Ι., καταθέτει ότι ο γείτονας πατέρας του εφεσίβλητου είχε τα κλειδιά μιας πορτούλας επί της οδού ..., από την οποία έμπαινε στο επίδικο, όμως, η κατάθεση του αυτή δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα, αφού είναι εκτός κάθε αμφισβητήσεως ότι είχαν καρφωθεί ξύλα στις πόρτες και στα παράθυρα και δεν χρειαζόταν κλειδιά για να μπει κάποιος σε μια επικίνδυνα ετοιμόρροπη και εστία ποντικιών εγκαταλειμμένη οικία.

Άλλωστε κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι ο ως άνω ανιψιός είχε λάβει, με την αναχώρηση της διαθέτιδος στα ..., το κλειδί της επίδικης οικίας και αυτός στη συνέχεια το παρέδωσε στον γείτονα του επίδικου πατέρα του εφεσίβλητου αγοραστή, προκειμένου ο τελευταίος να φροντίζει για την επίβλεψη και τη συντήρηση της οικίας, για λογαριασμό του.

Με βάση τα όσα αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στον κύριο και τη φύση του πράγματος πιο πάνω πράξεις νομής από το έτος 1982 (25-1-1982), η πρώτη ενάγουσα και ο ως άνω δικαιοπάροχος των εκκαλούντων, Δ.. Γ., αδιαλείπτως μέχρι του κατά την 29-10-2000 επισυμβάντος θανάτου και έκτοτε με τα ίδια προσόντα (διάνοια κυρίου) οι εκκαλούντες (σύζυγος και τέκνα του) ως μοναδικοί του κληρονόμοι, συνεχώς έως το έτος 2004 που ο εναγόμενος τους απέβαλε από τη νομή τους , που το κατέλαβε και το κατέχει κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, ήτοι επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα υπερβαίνον κατά πολύ την εικοσαετία, γινόμενοι συγκύριοι του διεκδικούμενού ακινήτου δι' εκτάκτου χρησικτησίας και επομένως ακύρως χώρησε η μεταβίβαση του επιδίκου στη συνέχεια από τον πωλητή Α., παρά μη κυρίου προς τον εναγόμενο- εφεσίβλητο.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η από 21-11-2005 αγωγή, ως και κατ' ουσία βάσιμη, κατά την επί της έκτακτης βάση της; και όχι) κατά την επί της τακτικής χρησικτησίας ερειδόμενη βάση της, διότι δεν γίνεται επίκληση των στοιχείων αυτής (τακτικής χρησικτησίας) στην αγωγή και να αναγνωριστεί η συγκυριότητα των εναγόντων- εκκαλούντων επί του αναφερόμενου στο διατακτικό περιγραφόμενου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, που κατέχει και νέμεται αυτό να το αποδώσει στους ενάγοντες, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την από 21-11-2005 αγωγή των εκκαλούντων, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα ως προς την από 21-11-2005 αγωγή τους ,την οποία δέχθηκε ως βάσιμη και αναγνώρισε τους αναιρεσίβλητους συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσοστά τον καθένα, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να τους το αποδώσει.

Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι απέκτησαν κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του ειδικότερα περιγραφόμενου (με βάση και το επισυναπτόμενο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα) με τις ακόλουθες συνοπτικά,παραδοχές ότι στο επίδικο από 25-1-1982 ασκούσαν πράξεις νομής η πρώτη αναιρεσίβλητη με το σύζυγότης Δ..

Γ., ήτοι επίβλεψη και επιτήρηση αφού αρχικά και για δέκα χρόνια περίπου που το επίδικο βρισκόταν σε σχετικά καλή κατάσταση το χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη....επισκεπτόμενοι αυτό ,κατά τακτά χρονικά διαστήματα....Τις ίδιες πράξεις συνέχισαν και μετά το θάνατο του Δ.. Γ. (29-1-2000) οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (αναιρεσίβλητοι).

Όλοι αυτοί ασκούσαν εποπτεία επί του παραπάνω ακινήτου το οποίο νεμήθηκαν με διάνοια συγκυρίων από τις 20-1-1982 μέχρι το έτος 2004 .Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο δικαιοπάροχος του Α. Α. ασκούσε ,μέσω αντιπροσώπου του την επίβλεψη και συντήρηση της επίδικης οικίας, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 974,976,977,980,981,983 1045, 1051 ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις ,σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τους αριθμούς. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

5. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως η απόφαση. Δεν αποτελούν όμως έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων πραγματικών γεγονότων και ότι αυτό προσκομίσθηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραψο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.

ΑΠ 2/2008).. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι,παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 23-6-2004 εγγράφου της Διεύθυνσης Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ….. αναφέροντας ότι όταν στο επίδικο έπιασε φωτιά (στον ακάλυπτο) ο Π. Μ. δήλωσε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία που έσπευσε να τη σβήσει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει σε άγνωστο ιδιοκτήτη.

Από το ίδιο όμως το έγγραφο δεν προκύπτει ότι την πληροφορία αυτή την έλαβε η Πυροσβεστική από τον ανωτέρω ,αφού δεν αναγράφεται η πηγή της πληροφορίας της ,αλλά ήταν απλή διαπίστωση των οργάνων της αφού όταν έφτασε είχε ήδη σβηστεί η φωτιά."Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφενός γιατί το εφετείο δεν στήριξε την κρίση του αποκλειστικά στο ανωτέρω έγγραφο και αφετέρου γιατί δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε με επίκληση στο Εφετείο.

6. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.

Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 360/2016.) Οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, πρέπει να αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, και όχι στο διατακτικό απόφασης άλλου δικαστηρίου, διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, (ΑΠ87/2013 ) Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2β ΚΠολΔ) Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αιτίαση ότι υφίσταται ασάφεια στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης καθόσον το Εφετείο, ενώ έκρινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση των αναιρεσειβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης (που είχε συνεκδικάσει δύο αντίθετες αγωγές των διαδίκων και είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος ) εξαφάνισε την απόφαση μόνο ως προς την από 21-11-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, την οποία έκανε δεκτή κατ'ουσία ,χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά τη διάταξή της που δέχθηκε την από 25-10-2002 αντίθετη αγωγή του αναιρεσείοντος, και, έτσι,δημιουργείται σύγχυση,αντίφαση και ασάφεια στο διατακτικό της.

Ο λόγος αυτός πρέπει προεχόντως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει τον προσβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο ως προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 87/2013), με την επισήμανση ότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης σε σχέση με το διατακτικό απόφασης άλλου δικαστηρίου (της εκκληθείσας,1719/2007 οριστικής απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), διαφορετικού από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση .Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, (άρθρα 176,183 ,191 παρ.2 ΚΠολΔ). "

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-6-2008 αίτηση του Θ. Μ. του Π. για αναίρεση της 257/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά.. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ