281/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated281/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια Πάρεδρος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 281 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 281/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 2)Γ. Ζ. του Θ., 3)Ι. Ζ. του Θ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πολυχρόνη Θωμόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3262/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 325/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 11-3-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια Πάρεδρος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφενός πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτό και αφετέρου από τον αρ. 11 περ. γ’ του ίδιου άρθρου, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το ίδιο έγγραφο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Συνεπώς, οι σωρευτικώς ασκούμενες από τους αριθμούς 11 περ. γ’ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις με τον πρώτο, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος αντιστοίχως, λόγο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, αφενός ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στο λόγο αυτό εγγράφων, δηλαδή της υπ’ αριθμό .../31-12-2004 πράξης του Δασάρχη ..., της ...2005 απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων Δυτικής Αττικής και της 3/2010 απόφασης της δευτεροβάθμιας επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων Δυτικής Αττικής, και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τα ίδια έγγραφα για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, είναι απαράδεκτες ως αντιφατικές, καθόσον δε νοείται το δικαστήριο να παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και παράλληλα να μην τα έλαβε υπόψη. - Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
α’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ’ αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π.2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προβάλλεται ότι "το Εφετείο έλαβε υπόψη τις πληροφοριακού χαρακτήρα προσωπικές αντιλήψεις αναρμόδιων και ανεύθυνων υπαλλήλων της δασικής υπηρεσίας Δυτικής Αττικής, δηλαδή έγγραφα που συντάχθηκαν εξ ιδίας πρωτοβουλίας από αναρμόδιους υπαλλήλους, τα οποία δεν υπόκεινται σε καμία περαιτέρω κρίση από οποιοδήποτε νομίμως συνεστημένο όργανο ή από το Διοικητικό Δικαστήριο και κατά συνέπεια παραβίασε τις περί αποδείξεως διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 και 4 του ν. 998/1979, 1 παρ. 17 του ν. 3208/2003 και 432, 438 ΚΠολΔ.".
Οι διατάξεις όμως αυτές, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες δεν απαγόρευαν τη χρήση της υπ’ αριθμ…. /2010 απόφασης της δευτεροβάθμιας επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων Δυτικής Αττικής, που ακύρωσε την υπ’ αριθμ. …/2005 απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής και επικύρωσε την υπ’ αριθμ. .../31-12-2004 απόφαση του Δασάρχη ..., ως αποδεικτικού μέσου στην ένδικη υπόθεση και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του πιο πάνω άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο αρνήθηκε να λάβει υπόψη τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 3 και 14 του ν. 998/1979, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους (Ολ.
Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Αντιθέτως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρ-ριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο και υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξης λόγο του αναιρετηρίου, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση των αναιρεσειόντων ως εναγόντων - εφεσιβλήτων, "περί καταχρηστικότητος και απαραδέκτου της προβολής δικαιωμάτων του Δημοσίου εκ του ιδίου δόλου ή πταίσματος, ως λόγο απόρριψης της εφέσεως δεδομένου ότι η τυχόν ακυρότητα προκλήθηκε υπ’ αυτού (Δημοσίου) επισπεύσαντος την δια δημοπρασίας πώληση", παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού σε περίπτωση που γινόταν δεκτός θα είχε ως συνέπεια την απόρριψη της έφεσής του.
Όμως, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.) και ιδίως τις από 20-10-2014 προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτοί προς απόκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου-εκκαλούντος ότι οι επίδικες εκτάσεις είναι δασικές και ως τέτοιες δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί η κυριότητά τους, προέβαλαν τον πιο πάνω ισχυρισμό, εκθέτοντας τα εξής : "το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μετά έξι (6) δεκαετίες από την πώληση του ακινήτου και τη δημιουργία πραγματικών καταστάσεων και αλληλοδιαδόχων εμπράγματων δικαιωμάτων, έρχεται να υφαρπάσει περιουσία, επικαλούμενο δήθεν ακυρότητα και παρανομίες των δικών του οργάνων...
οι προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεως περί δήθεν ακυρότητας των πράξεων του Δημοσίου, δηλαδή των αρμόδιων δημόσιων αρχών για τη μεταβίβαση του ακινήτου προς τον απώτερο προκάτοχό μας απαραδέκτως προτείνονται κατ’ άρθρ. 160 παρ. 2 και 562 παρ. 3 ΚΠολΔ., που αποτελούν εφαρμογή της γενικότερης αρχής ότι ουδείς αποκτά δικαιώματα εκ του ιδίου δόλου ή πταίσματος".
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι "περιλαμβάνει μια γενική αναφορά περί καταχρηστικής άσκησης των και τυχόν υπαρχόντων (πλην ανύπαρκτων) δικαιωμάτων του Δημοσίου, χωρίς, έστω περιληπτική, μνεία των θεμελιωτικών αυτού πραγματικών περιστατικών και ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., αφού μόνη η αδράνεια επί μακρό χρόνο του δικαιούχου και όταν ακόμα δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον αυτό δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου, και συνεπώς δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος".
Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ως αόριστους με την προεκτεθείσα αιτιολογία.- Όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 και 2 του ΚΠολΔ., τα πολιτικά δικαστήρια όταν κρίνουν επί των ιδιωτικών διαφορών, οι οποίες υπάγονται σ’ αυτά, δικαιούνται, εφόσον τούτο δεν αποκλείστηκε από το νόμο, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, ερευνώντας εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους και εντός της ανήκουσας σε αυτά εξουσίας, χωρίς να δύνανται να ελέγχουν και την ουσιαστική αυτών κρίση ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων.
Έλεγχο δε της νομιμότητας της διοικητικής πράξεως συνιστά και η έρευνα της υπάρξεως ή μη αιτιολογίας όταν αυτή επιβάλλεται ειδικώς από το νόμο ή απαιτείται από τη φύση της πράξεως. Τα δικαστήρια, όμως, όταν κρίνουν επί των ιδιωτικών διαφορών, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, όταν τίθεται ενώπιόν τους παρεμπιπτόντως προς κρίση ζήτημα, δεν δεσμεύονται από τις πράξεις της διοικήσεως αλλά μπορούν να αποφασίσουν διαφορετικά, εφόσον διαπιστώσουν ότι αυτές (πράξεις) δεν είναι νόμιμες (Α.Π. 973/1997).
Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη (Α.Π. 1709/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, που περιέχει αιτίαση υπερβάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ.), διότι επεκτάθηκε το Εφετείο στη διάγνωση της ορθότητας του χαρακτηρισμού των τριών επίδικων εδαφικών τμημάτων, εμβαδού 8758,33 τ.μ., 396,44 τ.μ.
και 131,12 τ.μ., που με βάση τις παραδοχές του Εφετείου αποτελούν δασικά ακίνητα, τα οποία ανήκαν στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο της παραχώρησης, εμπίπτοντα, ως τέτοια, στις προστατευτικές των δασών διατάξεις της νομοθεσίας, αμφισβητώντας έτσι την ορθότητα των επικαλούμενων από τους αναιρεσείοντες διοικητικών πράξεων και των αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, κρίναντος άκυρες τις, περί εχούσης οικοπεδική αξία και τη μετά την 52/1957 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων, περί εκποίησης, αποφάσεις αυτού (Υπουργού), όπως και τη διαδικασία της δημοπρασίας και την υπό του Διευθυντή Γεωργίας έκδοση του οικείου παραχωρητηρίου προς τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ν.
Σ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο δικαιούτο, κατά τα προεκτεθέντα, να κρίνει παρεμπιπτόντως περί της νομιμότητάς τους, αφού δίκασε επί ιδιωτικής διαφοράς (αγωγή περί αναγνωρίσεως ακινήτου) και είχε τη δυνατότητα να αποφανθεί διαφορετικά, εφόσον, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι οι άνω διοικητικές πράξεις και αποφάσεις είναι μη νόμιμες. - Στο άρθρο 258 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ.
της 29.10/6.12.1949), όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 33 παρ. 1 περ. ια’ του ν. 1845/1989, ορίστηκε ότι : "1. Διαθέσιμοι κατά τον παρόντα Κώδικα εκτάσεις χαρακτηριζόμεναι δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, λαμβανομένης μετά γνώμην του Συμβουλίου Εποικισμού, ως κεκτημέναι οικοπεδικήν αξίαν εκποιούνται δια δημοπρασίας. 2.
Εκτάσεις των κατηγοριών δ’ και ε’ του άρθρου 31 του παρόντος Κώδικος {δηλαδή βοσκήσιμες εκτάσεις}, έχουσαι οικοπεδικήν αξίαν, δύνανται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και μετά γνώμην του Συμβουλίου Εποικισμού να χαρακτηρισθούν ως διαθέσιμοι, αναθεωρουμένης της οριστικής διανομής προς τον σκοπό της εκποιήσεως αυτών κατά τα εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου. 3.
Το εκ της δημοπρασίας τίμημα των κατά τας προηγουμένας παραγράφους εκποιουμένων εκτάσεων αποτελεί έσοδον του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού, εφ’ όσον δε πρόκειται περί εκτάσεων της παραγράφου 2 αποδίδεται υπ’ αυτού εις τον οικείον Συνεταιρισμόν Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών ποσόν ίσον προς τα κατά το άρθρον 98 του παρόντος Κώδικος καθορισθέν τίμημα αυτών. 4.
Η κατά το παρόν άρθρον προβλεπομένη δια δημοπρασίας εκποίησις, ως και πάσα εν γένει εκ της Αγροτικής και περί αποστραγγιζομένων γαιών Νομοθεσίας προβλεπομένη τοιαύτη υπέρ του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού, ενεργείται κατά τα δια διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού της Γεωργίας, οριζόμενα". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 του ίδιου Κώδικα, κατά το ενδιαφέρον μέρος, "Οι συνεταιρικοί κλήροι αποτελούνται :
α) ...,β)..., γ)...,δ) Εκ των υπέρ της ολότητος διατιθεμένων βοσκησίμων εκτάσεων, ων η έκτασις δεν δύναται να υπερβή την αναγκαιούσαν δια την εφ’ αυτής συντήρησιν της συνήθους μικράς κτηνοτροφίας των γεωργών. ε) Εξ εκτάσεως βοσκησίμου διά τα αροτριώντα (ζευγαρολείβαδα). στ)...". Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η εξουσία που παρασχέθηκε στον Υπουργό Γεωργίας να χαρακτηρίσει εκτάσεις της οριστικής διανομής ως διαθέσιμες, ώστε, αναθεωρούμενης της οριστικής διανομής, να εκποιηθούν με δημοπρασία, περιορίζεται στις έχουσες οικοπεδική αξία εκτάσεις των κατηγοριών δ’ και ε’ του άρθρου 31 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή σε βοσκήσιμες.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 164 του Αγροτικού Κώδικα, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 35 του Ν. 3147/2003, η παραχώρηση γαιών προς τους δήμους και τις κοινότητες μπορεί να αφορά οικόπεδα, αγροτικές ή βοσκήσιμες εκτάσεις του άρθρου 31 περ. α, γ, δ και ε του Αγροτικού Κώδικα ή λατομεία, όχι όμως και σε δάση ή δασικές εκτάσεις (Α.Π.646/2015, ΣτΕ 456/2004).
Τέλος, κατά το άρθρο 186 παρ. 2 και 3 του Αγροτικού Κώδικα, που καταργήθηκε με το άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 4061/2012, " 2. αναθεωρούνται αι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του α. ν. 1722/1939 κυρωθείσαι οριστικαί διανομαί γαιών ή συνοικισμών ανηκόντων εις το Δημόσιον ως διάδοχον της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων. 3. Η αληθής έννοια της προηγουμένης παραγράφου είναι ότι δύναται να αναθεωρούνται...και αι οριστικαί διανομαί πάντων των εις το Δημόσιον ως διάδοχον της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων περιελθόντων κτημάτων".
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και τον ισχυρισμό του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, περί του δασικού χαρακτήρα των επίδικων εκτάσεων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 26 Απριλίου 1935 διάταγμα, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 179, τεύχος Β’ της 8ης Μαΐου 1935, κυρώθηκε η οριστική διανομή του Προσφυγικού Συνοικισμού "..." (...), στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος "...", τμήμα του οποίου αποτελούσε το τεμάχιο με ..., επιφάνειας 53 στρεμμάτων, στο οποίο εμπίπτει το τμήμα με στοιχεία ..., που παραχωρήθηκε στη συνέχεια στον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ν.
Σ.. Εντός του τεμαχίου αυτού εμπίπτουν τα επίδικα...Το ανωτέρω μείζον τεμάχιο με ... είχε καταχωριστεί ως "δάσος" στον κτηματολογικό πίνακα της οριστικής διανομής, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα αυτού και είχε μεταβιβαστεί κατά κυριότητα στην Κοινότητα ... με την Ε/16872/55 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 164 του Αγροτικού Κώδικα, ως κοινόχρηστος τόπος, δηλαδή προς κοινή των κατοίκων του συνοικισμού χρήση και ωφέλεια.
Επομένως, τα επίδικα τμήματά του είχαν και αυτά κατά τον ανωτέρω χρόνο δασικό χαρακτήρα, γεγονός άλλωστε που επιβεβαιώνεται και από την .../07.05.2010 έκθεση αυτοψίας-φωτοερμηνείας της Δασοπόνου Μ. Χ. (για την αυτοψία) και του Δασολόγου Β. Λ. (για την φωτοερμηνεία). Σύμφωνα με αυτήν, τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., (εντός των οποίων έχουν περιληφθεί από το εκκαλούν, σύμφωνα με την αγωγή, τα τέσσερα επίδικα τμήματα), όπως αποτυπώνονται στο από 31.03.2009 απόσπασμα Α.Φ.
έτους 1945, αποτελούσαν κατά το χρόνο εκείνο τμήμα ευρύτερου δάσους πεύκης, με ποσοστό κάλυψης 40% και χαμηλή θαμνώδη και φρυγανώδη βλάστηση με ποσοστό κάλυψης 60%, κατά το έτος 1960 τμήμα ευρύτερου δάσους πεύκης με ποσοστό κάλυψης 30% και χαμηλή θαμνώδη και φρυγανώδη βλάστηση με ποσοστό κάλυψης 70%, κατά τα έτη 1987 και 1995 τμήμα ευρύτερου δάσους πεύκης με ποσοστό κάλυψης 50% και φρυγανώδη βλάστηση με ποσοστό κάλυψης 50%.
Η διοικητική επίλυση του ζητήματος της δασικής μορφής των επιδίκων εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεδομένου ότι τα επιληφθέντα αρμόδια όργανα, ήχθησαν σε διαφορετικές εκτιμήσεις. Ειδικότερα, με την .../31-12-2004 Πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη ... χαρακτηρίστηκε ως μη δασικής μορφής η έκταση επιφάνειας 13.872 στρεμμάτων, που φαίνεται υπό τα στοιχεία ...
στο από Δεκεμβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασολόγου Σ. Ν., η οποία ταυτίζεται με το παραχωρηθέν τεμάχιο ..., επιφάνειας 16.473 στρεμμάτων, χωρίς το τμήμα του που καταλήφθηκε στα δυτικά από το στρατόπεδο ..., ενώ με την ...2005 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων (Ε.Ε.Δ.Α.) Δυτικής Αττικής ακυρώθηκε η ανωτέρω Πράξη και χαρακτηρίστηκε ως δάσος της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, η ίδια έκταση.
Ακολούθως, η εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε με την 3/2010 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α., με την οποία επικυρώθηκε η .../31.12.2004 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη .... Όμως, το σκεπτικό με το οποίο η Δευτεροβάθμια Επιτροπή κατέληξε στο πόρισμά της είναι, κυρίως, η επίκληση της διάταξης της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του ν. 3147/2003, κατά την οποία: "με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του Ν. 1734/1987, ο χαρακτηρισμός από τις Επιτροπές Απαλλοτριώσεων και τις Επιτροπές Οριστικών Διανομών, ως προς τη μορφή των εκτάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο διανομής, σύμφωνα με τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, είναι έγκυρος και δεσμευτικός και δεν επανεξετάζεται από τα όργανα της διοίκησης".
Η διάταξη όμως αυτή, αφενός καταργήθηκε με το άρθρο 37 παρ.1 του Ν.4061/2012, ΦΕΚ Α 66/22.3.2012, που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης, αφετέρου μάλλον επιρρωνύει τον ισχυρισμό του Δημοσίου περί δεσμευτικότητας του χαρακτηρισμού του τεμαχίου ... ως δάσους, λόγο για τον οποίο και το ίδιο την επικαλείται στην από 18.3.2011 αίτηση ακύρωσης, που άσκησε, για λογαριασμό του, κατά της ανωτέρω απόφασης, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Δύο έτη μετά την ανωτέρω παραχώρηση του τεμαχίου 83 προς τον Κοινότητα ..., αυτή παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμά της για το υπό στοιχεία ... τμήμα του, επιφάνειας 15 στρεμμάτων περίπου κατά τις μετρήσεις της εποχής, προκειμένου αυτό να καταστεί διαθέσιμο, οπότε, μετά από σύμφωνη γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποικισμού, ανακλήθηκε με την .../27.5.1957 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας η απόφαση παραχώρησης του τμήματος αυτού (...), το οποίο χαρακτηρίστηκε ως έχον οικοπεδική αξία και παραπέμφθηκαν τα στοιχεία της οριστικής διανομής των γαιών και του συνοικισμού ...
Αττικής στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Αθηνών, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως διαθέσιμο, ώστε να εκποιηθεί με δημοπρασία. Η ανωτέρω Υπουργική Απόφαση θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 258 του Αγροτικού Κώδικα, την οποία ρητώς επικαλείται και κατά την οποία εκτάσεις των κατηγοριών δ’ και ε’ του άρθρου 31 του ίδιου Κώδικα (δηλαδή βοσκήσιμες εκτάσεις), οι οποίες έχουν οικοπεδική αξία, μπορούν να χαρακτηριστούν ως διαθέσιμες, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και μετά από γνώμη του Συμβουλίου Εποικισμού, αναθεωρούμενης της οριστικής διανομής, προς τον σκοπό της εκποίησής τους κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου.
Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης αυτής, γιατί το τεμάχιο ... δεν ήταν βοσκήσιμη έκταση, αλλά δάσος, ενώ δε γίνεται επίκληση σφάλματος κατά την καταχώρισή του με αυτό τον χαρακτηρισμό στα κτηματολογικά στοιχεία, ούτε άλλωστε τέτοιο σφάλμα αποδείχτηκε. Συνακόλουθα, με τον χαρακτηρισμό του δασικού τεμαχίου ...
ως έχοντος οικοπεδική αξία, με σκοπό την περαιτέρω εκποίησή του με δημοπρασία και την μεταβολή του προορισμού του, ο Υπουργός υπερέβη την εξουσία που του είχε χορηγηθεί από τις ανωτέρω διατάξεις και προσέβαλε το έννομο αγαθό της προστασίας των δασών, η μεταβολή των οποίων απαγορευόταν από το σύνολο της δασικής νομοθεσίας, κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη νομική σκέψη.
Επομένως, κατά τα αναφερόμενα στην ίδια σκέψη, το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, κατ’ άρθρο 2 ΚΠολΔ., εξετάζοντας το ιδιωτικό δικαίωμα της κυριότητας των εφεσιβλήτων-εναγόντων, να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους της εν λόγω διοικητικής πράξης και του βάσει αυτής εκδοθέντος στη συνέχεια .../8.1.1957 τίτλου κυριότητας αυτών (παραχωρητήριο), από τη Διεύθυνση Γεωργίας στο όνομα του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ν.
Σ. και να κρίνει ότι αυτό ήταν για τους ανωτέρω λόγους άκυρο. Να σημειωθεί ότι και στην .../10.7.1980 απόφαση του Διευθυντή Γεωργίας της Νομαρχίας Αττικής, με την οποία αποφασίστηκε η εγγραφή της ανωτέρω μεταβολής στα κτηματολογικά στοιχεία της οριστικής διανομής, το εν λόγω τεμάχιο εξακολουθεί να μνημονεύεται ως δασώδης έκταση, γεγονός που παρέχει ένα ακόμα στοιχείο υπέρ της ορθής αρχικής εγγραφής του ως δάσους.
Ειδικότερα δε, κατά πιστή αντιγραφή αναφέρεται στην απόφαση αυτή ότι: "το αριθ. 83 τεμάχιο (δασώδης έκταση του ανωτέρω αγροκτήματος) συνολικής εκτάσεως 53 στρεμμάτων διαχωρίζεται α) στο 83° τεμάχιο εκτάσεως 36.527 στρεμμάτων (υπόλοιπος δασώδης έκταση) που παραμένει και πάλι στο όνομα της κοινότητας ... προς την οποία είχε μεταβιβαστεί με τη Ε/16872/55 Υπουργική απόφαση και β) στο αριθ. ...
τεμάχιο εκτάσεως 16.473 στρεμμάτων, που χαρακτηρίσθηκε διαθέσιμο και εκποιήθηκε με δημοπρασία, εγγράφεται δε το τεμάχιο τούτο στο όνομα του αγοραστή Σ. Ν.".
Συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα στη δεύτερη νομική σκέψη, ο τελευταίος δεν κατέστη κύριος του δασικού τεμαχίου με ...β, τμήματα του οποίου τα επίδικα, με παράγωγο τρόπο, λόγω της ακυρότητας του τίτλου του. Στη συνέχεια αυτός, δυνάμει του .../1964 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αποστόλου Κολτσιδοτιούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος ...) στα βιβλία των μεταγραφών του δήμου ..., μεταβίβασε περαιτέρω κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, τα 2/3 εξ αδιαιρέτου της συνολικής παραχωρηθείσας έκτασης των 56.636 τ.μ., κατ’ ισομοιρία στους Ν.
Κ. και Δ. Ψ., οι οποίοι ομοίως δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτής παράγωγα, γιατί δεν ήταν κύριος ο δικαιοπάροχός τους. Στη συνέχεια, ο Δ. Ψ., α) με το .../1966 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ασπασίας Καλούδη-Αλικάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο ..., μεταβίβασε στο Ν. Κ., λόγω πώλησης, το ήμισυ (1/2 ) του ενός τρίτου (1/3) που είχε αγοράσει, δηλαδή το 1/6 της συνολικής έκτασης των 56.636 τ.μ.
και β) με το .../1971 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Πολυζωίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο ... στον τόμο ... μεταβίβασε στο Ν. Τ., λόγω πώλησης το 1/6 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, οι οποίοι δεν απέκτησαν την κυριότητα των ποσοστών αυτών παράγωγα, γιατί εξέλιπε η κυριότητα στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου τους.
Ακολούθως, οι ανωτέρω συγκύριοι (Ν. Σ., Ν. Κ. και Ν. Τ.), με το ...1968 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Φωτόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στο τόμο ..., κατέτμησαν το ακίνητο αυτό σε δυο αυτοτελείς ιδιοκτησίες, την με αριθμό ένα (1), επιφάνειας 5.703 τ.μ.
και την με αριθμό δύο (2), επιφανείας 50.933 τ.μ. και, μετά από ανταλλαγή μεταξύ τους ποσοστών, η πρώτη δόθηκε κατ’ αποκλειστική κυριότητα στο Ν. Σ., ενώ η δεύτερη, με το .../1971 συμβόλαιο διανομής του ίδιου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο ... στον τόμο ..., διανεμήθηκε μεταξύ των τριών συγκυρίων και έλαβε ο καθένας έκταση ανάλογη του ποσοστού συνιδιοκτησίας του.
Ειδικότερα, ο Ν. Μ. Κ., δικαιοπάροχος των εναγόντων, έλαβε στην αποκλειστική του κυριότητα, δύο τμήματα: α) το τμήμα επιφάνειας 10.558 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα, όπως αυτό φαίνεται στο προσαρτηθέν στο ανωτέρω συμβόλαιο από Μαρτίου 1971 σχεδιάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Χ. Κ. και κατά νεότερη καταμέτρηση έχει επιφάνεια 10.031,33 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ...
στο από Απριλίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Γ. και συνορεύει σε πλευρά ... με έτερο τμήμα του μείζονος ακινήτου, το οποίο περιήλθε στο Ν. Σ., νοτίως σε πλευρά ... , μήκους 65,40 μ. συν πλευρά ... μήκους 68, συν πλευρά ... μήκους 40 μ. συν πλευρά … μήκους 15,50 μ., δηλαδή σε συνολική τεθλασμένη πλευρά ......, συνολικού μήκους 188,90 μ.
με έκταση του Ελληνικού Δημοσίου χρησιμοποιούμενη για στρατιωτικές εγκαταστάσεις, η οποία χωριζόταν με συρματόπλεγμα, ανατολικώς σε τεθλασμένη πλευρά ... συνολικού μήκους 11,43 μ. με κοινοτική οδό προς ... και πέραν αυτής με θάλασσα και δυτικώς σε πλευρά ..., μήκους 25,63 μ. με τμήμα του ακινήτου που περιήλθε με τη διανομή στο Ν.
Σ. και β) τμήμα έκτασης 19.200 τ.μ., δεν επέφεραν τα νόμιμα αποτελέσματά τους, δηλαδή τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων, που περιγράφονται στους σχετικούς τίτλους. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1980 απεβίωσε ο Ν. Κ. και, δυνάμει της από 18 Ιανουαρίου 1975 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύτηκε με το 297/29-1-1981 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 95/1981 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατέλειπε μοναδικούς κληρονόμους τη σύζυγό του Μ.
Κ. και τα τέκνα του Μ. Κ. και Ε. σύζυγο Π. Μ., οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομία με την ....11.1981 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σταθάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο .... Οι τελευταίοι, με το .../2012 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ... Μαρίας Καστανή Χειμαριού, μεταβίβασαν στους ενάγοντες, λόγω πώλησης, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, την κυριότητα του ως άνω υπό στοιχείο α’ ακινήτου.
Οι ανωτέρω άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν έγιναν κύριοι, με παράγωγο τρόπο, του ακινήτου, που μεταβίβασαν στη συνέχεια στους ενάγοντες, γιατί δεν ήταν κύριος ο δικαιοπάροχός τους και επομένως και οι ενάγοντες δεν έγιναν κύριοι αυτού για τον ίδιο λόγο, επειδή απέκτησαν από μη κυρίους. Την κυριότητα των επιδίκων οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν μπορούσαν να αποκτήσουν ούτε με έκτακτη χρησικτησία από 21.9.1980, που επήχθη σε αυτούς η κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους Ν.
Μ. Κ., όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, γιατί τα κτήματα του Δημοσίου, όπως εν προκειμένω τα επίδικα δημόσια δάση, εξαιρούνται της χρησικτησίας (άρθρα 18 και 21 του Νόμου της 21-6/10-7-7837 "περί διακρίσεως κτημάτων", του Νόμου ΔΞΗ/1912 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, του άρθρου 21 του Ν.Δ.
της 22.04/16.05.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", του άρθρου 4 του Α.Ν. 1539/1938 και άρθρων 51 και 53 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα). Έκτακτη χρησικτησία επιτρεπόταν κατά του Δημοσίου μόνο με βάση τις διατάξεις του β.ρ.δ., μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 1915, εφόσον μέχρι τότε είχε συμπληρωθεί, χωρίς διακοπή, τριακονταετής νομή σε δημόσιο κτήμα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, γεγονότα τη συνδρομή των οποίων δεν επικαλούνται οι εφεσίβλητοι εν προκειμένω.
Μετά την ένταξη του δήμου ... στο Εθνικό Κτηματολόγιο και στην τοπική αρμοδιότητα του Κτηματολογικού Γραφείου δήμου ..., με ημερομηνία έναρξης την 23.04.2004, που καθορίστηκε με την ....04.2004 απόφαση του Δ. Σ. του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 591 Β/21.04.2004) το Ελληνικό Δημόσιο καταχωρίστηκε ως ιδιοκτήτης των κατωτέρω τριών ακινήτων, εντός των οποίων περιλαμβάνονται τέσσερα τμήματα που προέρχονται από το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες, τα οποία εγγράφηκαν ως δημόσιες δασικές εκτάσεις.
Ειδικότερα: α) στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., επιφάνειας 9.213 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο οικείο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, περιλαμβάνεται τμήμα (επίδικο) επιφάνειας 8.758,33 τ.μ. όπως αυτό αποτυπώνεται με τα αριθμητικά στοιχεία ... στο τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Γ., β) στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., επιφάνειας 6.495 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο οικείο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, περιλαμβάνονται δύο τμήματα (επίδικα), 1) ένα επιφάνειας 396,44 τ.μ.
με αριθμούς ... στο ανωτέρω διάγραμμα και 2) ... τ.μ. με αριθμούς ... του ίδιου διαγράμματος και γ) στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., επιφάνειας 587 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο οικείο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, περιλαμβάνεται τμήμα (επίδικο) επιφάνειας 131,12 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται με τους αριθμούς ... του ίδιου διαγράμματος.
Στα επίδικα αυτά ορθώς καταχωρίστηκε ως ιδιοκτήτης το εκκαλούν, εφόσον πρόκειται για δασικά ακίνητα που ανήκαν στην κυριότητά του κατά το χρόνο της παραχώρησης, γεγονός που ομολογείται από τους εφεσίβλητους, δεδομένου ότι στο παραχωρητήριο αυτό θεμελιώνουν την κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου τους και, λόγω ακυρότητος του παραχωρητηρίου, το εκκαλούν ήταν κύριο αυτών και κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στο Δήμο ... (23.4.2004), όπως βάσιμα αυτό είχε ισχυριστεί με τις από 11.01.2013 έγγραφες προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, εξέθετε με αυτές ότι η διάταξη του άρθρου 31 περ. δ’ και ε’ του Αγροτικού Κώδικα, βάσει της οποίας έλαβε χώρα με την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας η αναθεώρηση της οριστικής διανομής, κατ’ άρθρο 258 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και ο χαρακτηρισμός ως διαθέσιμου, με σκοπό της εκποίησή του, του δασικού τεμαχίου με ..., αναφέρεται σε βοσκήσιμες εκτάσεις και όχι σε δασικές όπως αυτή, οι οποίες δεν ήταν επιδεκτικές μεταβίβασης με την εν λόγω διάταξη χωρίς τους όρους και τις διατυπώσεις του Δασικού Κώδικα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, με το σκεπτικό, όπως αντιγράφεται κατά λέξη ότι: "δεν προσδιορίζονται ποιοί όροι και ποιες διατυπώσεις δεν τηρήθηκαν, ούτε προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις επικαλούμενες παραβιάσεις διατάξεων νόμου, από τα όργανα του εναγομένου, τα οποία καθιστούν- κατά τον ισχυρισμό του ίδιου- άκυρο και παράνομο τον εκδοθέντα από τα όργανα του τελευταίου οριστικό τίτλο κυριότητας (Παραχωρητήριο) των δικαιοπαρόχων των εναγόντων".
Η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρεται, το εκκαλούν επικαλούνταν τόσο τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα που παραβιάστηκαν όσο και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την παραβίαση, από τα οποία προέκυπτε η υπέρβαση εξουσίας του Υπουργού Γεωργίας σε σχέση με τις διατάξεις αυτές και τις αντίστοιχες της δασικής νομοθεσίας, που ορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις της μεταβίβασης των δασικών εκτάσεων, ενώ η ειδική αναφορά των αριθμών των σχετικών άρθρων δεν ήταν απαραίτητη, επειδή το Δικαστήριο, εφόσον ο διάδικος εκθέτει με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, όπως το εκκαλούν εν προκειμένω, οφείλει να υπαγάγει αυτά στον ορθό κανόνα δικαίου".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστο το σχετικό ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου, έσφαλε. Ακολούθως, το Εφετείο, κατόπιν παραδοχής ως βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως του εναγόμενου, έκρινε ότι οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες άμεσοι δικαιοπάροχοί τους δεν έγιναν, με παράγωγο τρόπο ή με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία), κύριοι στις επίδικες εκτάσεις (δασικές) που μεταβίβασαν σ’ αυτούς (ενάγοντες), γιατί δεν ήταν κύριος ο δικαιοπάροχός τους και ότι και οι ενάγοντες δεν απέκτησαν κυριότητα σ’ αυτά, διότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους δεν μπορούσαν να αποκτήσουν κυριότητα ούτε με έκτακτη χρησικτησία μετά από την 21-9-1980, που επήχθη σ’ αυτούς η κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους Ν.
Κ. του Μ., γιατί ως δημόσιες δασικές εκτάσεις εξαιρούντο της χρησικτησίας. Κατόπιν αυτών, δέχτηκε την ασκηθείσα από το εναγόμενο έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσία αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 258 παρ. 2 και 31 του Αγροτικού Κώδικα, τις οποίες εφάρμοσε, ούτε παραβίασε, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 258 παρ. 1, 164, 186 παρ. 3 και 273 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα που δεν ήταν εφαρμοστέες, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, των επίδικων ακινήτων, που είναι δημόσιες δασικές εκτάσεις.
Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε και εκείνων που δεν εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους τέταρτο και όγδοο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με μη εφαρμογή, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αντίστοιχα, και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κυριότητας των αναιρεσειόντων και των (άμεσων και απώτερων) δικαιοπαρόχων τους, ενόψει της αμφισβήτησης της κυριότητας αυτών από το αναιρεσίβλητο, σε σχέση με τον τρόπο απόκτησης της κυριότητας αυτών (αναιρεσειόντων) και του δασικού ή μη χαρακτήρα των επιδίκων ακινήτων, είναι αβάσιμοι.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια του αποδεικτικού πορίσματος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.). Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ή της ένστασης ως προς την έκθεση σ’ αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν για την ύπαρξη του προβαλλόμενου δικαιώματος αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ’ όσα απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα απ’ αυτά, οπότε υπάρχει παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η οποία ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Αν όμως στην αγωγή ή την ένσταση δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται η ένσταση, τότε προκύπτει απαράδεκτο, η ύπαρξη ή μη του οποίου ελέγχεται κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 περ.
α’ ΚΠολΔ., ο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για την παρά το νόμο λήψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της ενστάσεως, έλαβε υπόψη του γεγονότα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της ένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και στο Εφετείο, αυτό προς απόκρουση της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι "το υπ’ αριθμό ...16-4-1957 παραχωρητήριο είχε εκδοθεί ακύρως κατ’ άρθρο 174 ΑΚ διότι οι εκτάσεις που μεταβιβάστηκαν μ’ αυτό έχουν δασικό χαρακτήρα και δεν περιλαμβάνονται στις κατ’ άρθρο 258 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα εκποιητέες εκτάσεις των κατηγοριών των δ’ και ε’ του άρθρου 31 του ίδιου Κώδικα (δηλαδή συνεταιριστικός κλήρος) και ότι είναι δασικές και ως εκ τούτου ανεπίδεκτες μεταβιβάσεως".
Με τέτοιο περιεχόμενο ο παραπάνω ισχυρισμός είναι νόμιμος και ορισμένος. Επομένως, το Εφετείο, με το που δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτόν, ο οποίος αποτελούσε και λόγο εφέσεως, δεν υπέπεσε στις από τους αρ. 1 και 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλειες και συνεπώς ο τέταρτος, κατά το σχετικό μέρος, λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι επρόκειτο για έκταση του άρθρου 164 του Αγροτικού Κώδικα και ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 258 παρ. 1, 164 και 186 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, " Πράγματα " κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Ενόψει τούτων, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π.14/2004). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π.25/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων - εναγόντων ότι έγιναν κύριοι παραγώγως μετά από διαδοχική σειρά μεταβιβάσεων, που είχαν ως αρχικό κτήτορα το Ν.
Σ., στον οποίο είχε παραχωρηθεί από το αναιρεσίβλητο δι’ εκποιήσεως με δημοπρασία, μετά το χαρακτηρισμό από τον Υπουργό Γεωργίας του βραχώδους τμήματος του υπ’ αριθμ. … τεμαχίου, εκτάσεως 16.473 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, σαφώς διαχωρισθέντος εκ του δασώδους υπόλοιπου τμήματος αυτού, το οποίο παραχωρήθηκε στην Κοινότητα ..., ως έχοντος οικοπεδική αξία.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, με την παραδοχή ότι "με το χαρακτηρισμό του δασικού τεμαχίου ... ως έχοντος οικοπεδική αξία με σκοπό την περαιτέρω εκποίησή του με δημοπρασία και τη μεταβολή του προορισμού του, ο Υπουργός υπερέβη την εξουσία που του είχε χορηγηθεί από τις διατάξεις των άρθρων 258 και 31 του Αγροτικού Κώδικα και προσέβαλε το έννομο αγαθό της προστασίας των δασών, η μεταβολή των οποίων απαγορευόταν από το σύνολο της δασικής νομοθεσίας, κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη νομική σκέψη".
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο, υπό το πρόσχημα των πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ., πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, που αυτό σχημάτισε από την εκτίμηση των αποδείξεων, και συγκεκριμένα ότι το επίδικο αποτελεί το βραχώδες τμήμα του υπ’ αριθμ. … τεμαχίου, εκτάσεως 16.473 τ.μ., σαφώς διαχωρισθέντος εκ του δασώδους υπολοίπου τμήματος αυτού, το οποίο παραχωρήθηκε στην Κοινότητα ..., όπου έχει εγκατασταθεί το στρατόπεδο ‘ ‘ ...’ ‘ (Λ.Ο.Κ.), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., να απορριφθεί ως απαράδεκτος.- Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 10 και 21 παρ. 2 και 9 του ν. 3208/2003, στις οποίες ορίζεται ότι το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, εν γένει δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περ. 6β και 6γ του άρθρου 3 του ν. 998/1979, που αναγνωρίσθηκαν, μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα καθώς και στις εκτάσεις που κρίθηκαν από τις επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979 ως μη δασικές και δεν υπάγονται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, τις οποίες πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο προς απόκρουση των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου με την προσθήκη στις προτάσεις τους, δια της παραλείψεως της εφαρμογής τους.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, παρεκτός του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω νόμου, οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του.- Αν η αγωγή κρίθηκε κατ’ ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων και ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε.
Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η παραπάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εν λόγω δικαστήριο "δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί ακυρότητας της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και όλων των διοικητικών πράξεων που οδήγησαν στην εκποίηση του επίδικου ακινήτου, λόγω του δήθεν χαρακτήρα του εκποιηθέντος ως συνεταιριστικού κλήρου και δάσους, που ουδέποτε υπήρξε, προέβη σε παραβίαση των γενικών αρχών του Δικαίου, εξομοιουμένων με κανόνα ουσιαστικού δικαίου ", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που επιβάλλει ως κανόνα ουσιαστικού δικαίου την αρχή της διαφυλάξεως της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 9 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ο δε προβλεπόμενος από τον αρ. 10 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο όγδοος, κατά το σχετικό μέρος, λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 9 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αρ. 10 του ίδιου άρθρου, είναι αόριστοι, καθόσον εκτός από την αριθμητική επίκληση των παραπάνω διατάξεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση των αντίστοιχων αναιρετικών πλημμελειών.
Ειδικότερα : 1) σε σχέση με το δεύτερο μέρος του ως άνω λόγου, δεν αναφέρεται τι επιδικάστηκε χωρίς αίτηση και αν αυτό που δε ζητήθηκε αφορά σε κεφάλαιο της δίκης και 2) σε σχέση με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου, δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ο ουσιώδης ισχυρισμός που έγινε δεκτός από το Εφετείο ως αληθινός χωρίς απόδειξη.
Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για το χαρακτήρα του επιδίκου ως δάσους κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην παραδοχή του αυτή δεν κατέληξε το Εφετείο χωρίς απόδειξη.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.Α.Π.1/1999).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.5/1994). Όμως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζεται, πλην των άλλων, και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθέμενων μερών των αιτιολογιών προκύπτει (Ολ.Α.Π.32/1996).
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτή ως απαραδέκτου (άρθρ.577 παρ. 1,2 ΚΠολΔ), δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι εκτός των άλλων ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει αντιφατικότητα στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά, χωρίς όμως να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, εκτός των άλλων, όπως ανωτέρω αναφέρθηκαν, οι παραδοχές του Εφετείου ως θεμελιωτικές της κρίσης του για την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος..- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος, Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον ένατο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμό .../27-5-1957 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, με το να κρίνει ότι η Κοινότητα ...
παραιτήθηκε από κάθε δικαιώματος για το υπό στοιχεία 83 β τμήμα του 83 τεμαχίου προκειμένου να καταστεί διαθέσιμο και ότι ο Υπουργός ανακάλεσε την απόφασή του για παραχώρηση του τεμαχίου 83 β, το οποίο χαρακτήρισε ως έχων οικοπεδική αξία και παραπέμφθηκαν τα στοιχεία της οριστικής διανομής στην επιτροπή απαλλοτριώσεων Αθηνών προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως διαθέσιμο.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση που προαναφέρθηκε δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ως άνω υπουργική απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ. 561 παρ. 1) και η οποία, ας σημειωθεί αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο και όχι κανόνα δικαίου (Α.Π. 590/2007), αλλά απλώς τη συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το έγγραφο αυτό, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ ένατος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 258 παρ. 2 και 31 του Αγροτικού Κώδικα με εσφαλμένη εφαρμογή ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και της παράλειψης εφαρμογής της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 164 παρ. 15 του ίδιου Κώδικα, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν.
ΚΠολΔ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2016 αίτηση των Α. Μ. του Λ. και λοιπών ομοδίκων του για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 325/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων(300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ