281/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated281/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Ο εναγόμενος και ο αποβιώσας την 27-10-2003 Χ. Γ. (σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας των ανηλίκων τέκνων της Θ. και Θ.) λειτουργούσαν στην ... άτυπη εταιρεία εγκατάστασης και συντήρησης ανελκυστήρων οικοδομών (βλ. σχετικά την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που είπε: "Εγώ γνωρίζω ότι ο Γ.
Full text
Απόφαση 281 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 281/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ντόκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ. χας Χ. Γ. το γένος Γ. Τ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονίκή μέριμνα των ανήλικων τέκνων της Θ. Γ. και Θ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιανουαρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 288/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 9/14.2.2012 αιτήσεως για αναίρεση της 288/27.5.2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 9/14-2-2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 288/27-5-2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με το 39/2-5-2007 δικόγραφο αγωγών οι δι' αυτού ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι δεύτερη και τρίτος από τους οποίους παρίστανται, λόγω της ανηλικότητάς τους, με την ασκούσα τη γονική μέριμνα συνενάγουσα μητέρα τους (ΚΠολΔ 64§1, ΑΚ 1510§2), εφέρετο προς διάγνωση χρηματική αυτών αξίωση κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από τη συνομολογηθείσα μετ' αυτού σύμβαση, κατά το περιεχόμενο της οποίας ο τελευταίος ανέβαλε την υποχρέωση καταβολής εις εκείνους του ποσού συνολικά των 80.000,00 ευρώ, ως αντάλλαγμα του κληρονομικού τους δικαιώματος επί της άτυπης (αφανούς) εταιρείας, την οποία είχε συστήσει μετά του εναγομένου ο αποβιώσας σύζυγος και πατέρας αυτών, αντίστοιχα, Χ.
Γ., με αντικείμενο την εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση ανελκυστήρων, έναντι του οποίου τους κατέβαλε εκείνο των 10.000,00 ευρώ, παραμένοντος εντεύθεν χρεωστικού υπολοίπου ποσού 70.000,00 ευρώ, την κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας καταψήφιση του οποίου και εδίωκαν. Επί των εν λόγω υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ 74 περ.1) εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, η 135/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 185/9-12-2009 έφεση του εναγομένου η 288/27-5-2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Ο εναγόμενος και ο αποβιώσας την 27-10-2003 Χ. Γ. (σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας των ανηλίκων τέκνων της Θ. και Θ.) λειτουργούσαν στην ... άτυπη εταιρεία εγκατάστασης και συντήρησης ανελκυστήρων οικοδομών (βλ. σχετικά την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που είπε: "Εγώ γνωρίζω ότι ο Γ.
με τον Π. ήταν συνέταιροι από το 1985... κατασκεύαζαν καινούργια ασανσέρ και τα συντηρούσαν ... τα κέρδη, ό,τι προέκυπταν από τις κατασκευές τα μοιράζονταν 50-50", αλλά και το προσκομισθέν διαφημιστικό καρτελάκι με την επιγραφή "ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ Χ. Γ. -Ν. Π. ... ΤΗΛ. ...", το οποίο τύπωσε ο ίδιος ο εναγόμενος, όπως ομολογεί στην κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Μετά το θάνατο του ως άνω Χ. Γ., η εταιρεία λύθηκε και υπεισήλθαν στη θέση του κατά το στάδιο της εκκαθάρισης οι ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου η ενάγουσα και κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου το καθένα από τα ανήλικα τέκνα του θανόντος), τότε, και μάλιστα κατά το τέλος Δεκεμβρίου 2004 με Ιανουάριο 2005, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να καταβληθεί στους ενάγοντες από τον εναγόμενο το ποσό των 80.000 ευρώ, στο οποίο εκτιμήθηκε η αξία του μεριδίου του ως άνω θανόντος δικαιοπαρόχου τους στην εταιρεία, συνισταμένου τούτου στο αποκλειστικό δικαίωμα του θανόντος στη συντήρηση των ανελκυστήρων εξήντα οικοδομών στην ... (βλ.
και την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που είπε: "Πάλι οι ίδιοι που ήμασταν στην πρώτη συνάντηση (ο εναγόμενος, η ενάγουσα, ο αδελφός της και ο εξάδελφος του μάρτυρα Γ.) μαζευτήκαμε πάλι στο μαγαζί μου και ο Π. (εναγόμενος) είπε να αγοράσει τις συντηρήσεις με 80.000 ευρώ, αυτό πρέπει να ήταν τέλος Δεκεμβρίου 2004 ή Ιανουάριο 2005, συμφωνήσαμε και ο Π.
έστειλε με έναν υπάλληλό του ένα φάκελο με τρεις επιταγές 10.000 ευρώ, σαν προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό των 70.000 ευρώ να το ξεπληρώσει μέχρι τον Μάιο 2006"). Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο εναγόμενος κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των 10.000 ευρώ διά τριών επιταγών της Συνεταιριστικής Τράπεζας Καρδίτσας (βλ.
τις .../30-1-06, .../30-3-06 και ... επιταγές, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες) οφείλοντάς τους το υπόλοιπο των 70.000 ευρώ. Ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις του, ότι τις επιταγές αυτές τις έδωσε στους ενάγοντες για λογαριασμό της εταιρείας "Μ. Β. - Γ. Χ. ΟΕ", της οποίας μέλος ήταν ο θανών, για να ενισχύσει οικονομικά τους ενάγοντες, και όχι σε εκτέλεση της ένδικης συμφωνίας τους.
Ο ισχυρισμός αυτός από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος ο εναγόμενος στο δικόγραφο της έφεσης του αποδυναμώνει τον ισχυρισμό του αυτόν και αλλάζει την αιτιολογία χορήγησης των εν λόγω επιταγών στους ενάγοντες, ισχυριζόμενος ότι τους έδωσε τις επιταγές αυτές ως αξία του μεριδίου που είχε ο θανών Χ.
Γ. στην ως άνω εταιρεία ("Μ. Β. Γ. Χ. ΟΕ") προκειμένου να μεταβιβάσουν σ' αυτόν οι ενάγοντες το κληρονομηθέν μερίδιο του θανόντος στην εν λόγω ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ο τελευταίος ήταν μέλος. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι κατέβαλε στους ενάγοντες μετά το θάνατο του ως άνω συζύγου και πατέρα τους το ποσό των 15.000 ευρώ περίπου για να καλύψουν ένα μέρος του στεγαστικού δανείου που είχε πάρει ο θανών από την Εμπορική Τράπεζα.
Παραπονείται δε με την κρινόμενη έφεση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δεν αφαίρεσε το ποσό αυτό από το επιδικασθέν στους ενάγοντες ποσό. Ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού όπως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται, το ποσό αυτό των 15.000 ευρώ περίπου κατέβαλε στους ενάγοντες από ηθικό καθήκον και φιλανθρωπία, λόγω του στενού φιλικού δεσμού και της "κουμπαριάς" που τον συνέδεε με αυτούς, προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια που βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική θέση μετά το θάνατο του Χ.
Γ. (βλ. τις προτάσεις του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καθώς και το δικόγραφο της έφεσης). Επομένως το ποσό αυτό δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο κατά τα άνω στους ενάγοντες ποσό, διότι δόθηκε για άλλη κατά τα προεκτεθέντα αιτία". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα:
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, σε αντιδιαστολή με τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος στοιχειοθετείται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως.
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στα πλαίσια αυτά κινείται και η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216§1, 262§1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, η οποία ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής, Ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τον ενάγοντα δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημα της αγωγής.
Οι υπό το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο αγωγές ορθώς αξιολογήθηκαν ως ορισμένες και νόμιμες, με θεμελίωσή τους στην ιστορική βάση της επικαλούμενης δι' αυτών, ως συνομολογηθείσης, συμβάσεως (ΑΚ 361), με άμεση δικονομική συνέπεια, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προβαλλόμενη με το α' σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με αποδιδόμενη πλημμέλεια την παράλειψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως να απορρίψει τις εν λόγω αγωγές ως νομικά αόριστες, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη.
Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εν λόγω αιτίαση συνδέεται με τα ιστορούμενο στο δικόγραφο των αγωγών, πλην νομικώς αδιάφορα στην περίπτωση αυτή, περί της συστάσεως και λειτουργίας της μεταξύ του αποβιώσαντος συζύγου και πατρός των αναιρεσιβλήτων Χ. Γ. και αναιρεσείοντος αφανούς εταιρείας, περιεχόμενο αυτών στο οποίο αναφέρονται και οι διατυπούμενες με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 και 14 ΚΠολΔ, η τελευταία με την έννοια παράλληλα ότι απαραδέκτως μεταβλήθηκε η ιστορική βάση και το αίτημα αυτών από την διόρθωσή τους ότι η αφανής εταιρεία αφορούσε "το σύνολο των πολυκατοικιών" αντί του ορθού "120" οι οποίες εντεύθεν ελέγχονται ως αλυσιτελείς και άρα απαράδεκτες, η πρώτη τούτων προεχόντως για τον λόγο ότι προϋποθέτει ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, περίπτωση η οποία προφανώς δεν συντρέχει επί του ερευνώμενου θέματος της αξιολογήσεως της αγωγής από άποψη νομικής αοριστίας της.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 354 ΚΠολΔ, σε ανάκληση υπόκειται κάθε ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, αν ο ανακαλών αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων υποστήριξε, κατά την ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων αμέσως παρακάτω κατά περίπτωση διαδικαστικών εγγράφων, ότι: (α) με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, ως εναγόμενος, (αα) κατέθεσε στην Εμπορική Τράπεζα το ποσό των 15.000,00 Ευρώ, προς μερική κάλυψη του στεγαστικού δανείου που είχε λάβει ο αποβιώσας Χ.
Γ., ενέργειά του στην οποία προέβη προκειμένου να βοηθήσει την οικογένεια αυτού, η οποία μετά τον θάνατό του βρέθηκε σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και (ββ) παρέδωσε στους αναιρεσίβλητους τρεις τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 10.000,00 ευρώ, για οικονομική τους ενίσχυση και στη συνέχεια (β) με το δικόγραφο της εφέσεως για τη μεταβίβαση από τους τελευταίους σε εκείνον του μεριδίου σε ποσοστό 25/00 του Χ.
Γ. στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. Β. - Γ. Χ. Ο.Ε.", το οποίο μετά τον θάνατό του περιήλθε στους αναιρεσίβλητους κληρονόμους του, παραπονούμενος για την παράλειψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να αφαιρέσει το εντεύθεν προκύπτον συνολικό ποσό των (15.000+10.000) 25.000,00 ευρώ από την φερόμενη προς διάγνωση χρηματική αξίωση των ήδη αναιρεσίβλητων.
Με την αποδιδόμενη κατ' εκτίμηση πλημμέλεια ότι το δικαστήριο τους ουσίας παρέλειψε να ερευνήσει την ανάκληση της με στοιχ. (αα) δικαστικής ομολογίας του αναιρεσείοντος, η οποία απαραδέκτως φέρεται να επαναδιατυπώνεται με το δικόγραφο της αναιρέσεως, με την οποία δεν ερευνάται η ουσία της υποθέσεως, συνδέονται οι προβαλλόμενες με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8, 11, 12, 14 ΚΠολΔ, με προσήκουσα εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται περί εκτιμώμενης ελεύθερης σύνθετης δικαστικής ομολογίας (ΚΠολΔ 353), εφόσον παράλληλα με το φερόμενο ως επιζήμιο γεγονός των χρηματικών καταβολών περιέχει και το αυτοτελή ωφέλιμο γεγονός της αιτίας, με αιτιολογημένη άρνηση της επικαλούμενης με το δικόγραφο των αγωγών ότι έγιναν σε μερική απόσβεση της φερόμενης προς διάγνωση χρηματικής αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων, δεν διαπιστώνεται διαφοροποίηση της με στοιχ.
α (αα) δικαστικής του ομολογίας, με άμεση δικονομική συνέπεια οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις να ελέγχονται, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμες. Το πρώτον διαφοροποίησε τη με στοιχ. α (αα) δικαστική του ομολογία ο αναιρεσείων με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, επικαλούμενος δι' αυτών ότι το χρηματικό ποσό των 15.000,00 ευρώ αποτελούσε παροχή συνομολογηθείσης με τους αναιρεσίβλητους συμβάσεως δανείου, χωρίς όμως να διατυπώσει δήλωση περί ανακλήσεως της εν λόγω δικαστικής του ομολογίας.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η επίκληση απαιτείται και επί του αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας, παρά το γεγονός λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.ΑΠ 2/2008).
Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, δικαιολογείται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, την οποία κατά νόμο διέθετε, ή αντιθέτως παρέλειψε να προσδώσει την αυξημένη αποδεικτική αυτή αποδεικτική δύναμη.
Με τους ερευνώμενους στη συνέχεια κατά περίπτωση λόγους υποστηρίζεται ότι προς απόκρουση της αγωγής ο αναιρεσείων υποστήριζε (α) ότι ουδέποτε σύστησε με τον αποβιώσαντα Χ. Γ. την επικαλούμενη με το δικόγραφο των αγωγών αφανή εταιρεία, (β) ότι το χρηματικό ποσό των 15.000,00 ευρώ δόθηκε προς τους αναιρεσίβλητους λόγω δανείου, (γ) εκείνο των 10.000,00 ευρώ αντίστοιχα στην ισόποση αξία του σε ποσοστό 25/00 μεριδίου του αποβιώσαντος στις 27-10-2003 Χ.
Γ. στην ομόρρυθμη εταιρεία "Μ. Β. - Γ. Χ. ΟΕ", το οποίο μεταβιβάσθηκε προς τον αναιρεσείοντα, προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε και προσκόμισε (α1) το 142/18-3-1988 καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ ΟΕ Γ. Χ., Π. Μ., Τ. Ε., Π. Ν." την 276/13-12-1993 τροποποίηση αυτού, το 178/7-8-1995 έγγραφο περί διαλύσεως αυτής και την από 30-10-2007 κατάσταση της Δ/νσης Βιομηχανίας και Εμπορίου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας, περιεχόμενο του αναιρετηρίου με το οποίο συνδέονται οι προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11 ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις, με την έννοια (ι) ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω με στοιχ. (α) - (γ) ισχυρισμοί του. (α' σκέλος δεύτερου, γ' σκέλος τρίτου και α' σκέλος πέμπτου λόγου).
Προφανές είναι ότι πρόκειται για αρνητικούς ισχυρισμούς και πραγματικά επιχειρήματα, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πραγματικό της εννοίας "πράγμα" και του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως και (ιι) δεν έλαβε υπόψη τα με στοιχ. (α1) έγγραφα (β' σκέλος δεύτερου λόγου). Από την βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, με ρητή αναφορά στις αιτιολογίες της στην ομόρρυθμη εταιρεία.
Με τη με στοιχ. (ι) πλημμέλεια συνδέονται, χωρίς να προσήκουν, και οι παράλληλα προβαλλόμενες κατά τρόπο εντελώς γενικό και αόριστο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 12, 14 ΚΠολΔ (γ' και δ' σκέλος δεύτερου λόγου). Αντίθετα στον αναιρετικό ισχυρισμό ότι στην αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε χωρίς απόδειξη, που περιλαμβάνεται στους δεύτερο και πέμπτο λόγους, προσήκει η παραλειπόμενη να διατυπωθεί αναιρετική απαίτηση από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, η οποία όμως ερείδεται επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, εφόσον, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση της αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.
Η αυτή αρνητική αξιολόγηση πρέπει να δοθεί στην διατυπούμενη επιπρόσθετα με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ (α' σκέλος), ως και τις παράλληλες προβαλλόμενες, πλην μη προσήκουσες, από το άρθρο 559 αρ. 12, 11, 14 (β', γ', δ' σκέλος), με την έννοια ότι με την κατ' ουσία απόρριψή του με στοιχ. (β) ισχυρισμού παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εκδοθεισών προς τούτο ισόποσης αξίας αποδείξεις, πλην ο ισχυρισμός του αυτός είναι αντίθετου περιεχομένου με την κατά την πρωτοβάθμια δίκη σύνθετη δικαστική του ομολογία, ότι το εν λόγω ποσό των 15.000,00 ευρώ δόθηκε με σκοπό οικονομικής ενισχύσεως της οικογένειας του θανόντος συζύγου και πατρός των αναιρεσίβλητων, χωρίς όμως να προβεί, όπως προαναφέρθηκε, σε δήλωση ανακλήσεως αυτής.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ισχυρισμό, ο οποίος καλύπτεται από ουσιαστική άποψη από την αντιθέτου περιεχομένου δικαστική του ομολογία, έννοια με την οποία αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση και στήριξε αποκλειστικά και κατά κύριο λόγο το δικαστήριο της ουσίας τη σχετική κρίση του, σε αντιδιαστολή με τις εκδοθείσες προς τούτο αποδείξεις καταβολής, χωρίς αναφορά της αιτίας του χρηματικού αυτού ποσού, από τις οποίες μόνο προκύπτει το ομολογούμενο πραγματικό περιστατικό της καταβολής.
Όμοια ελέγχονται για τη βασιμότητά τους προβαλλόμενες με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο, οι αυτές αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.11, 12, 14 ΚΠολΔ (δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος), οι οποίες συνδέονται με τον στοιχ. (γ) ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος καλύπτεται από την αντιθέτου περιεχομένου και εκτιμώμενη ελεύθερα σύνθετη δικαστική ομολογία του αναιρεσείοντος κατά την πρωτοβάθμια δίκη ότι το χρηματικό ποσό των 10.000,00 ευρώ δόθηκε στους αναιρεσίβλητους για οικονομικής τους ενίσχυση, χωρίς να προβεί σε δήλωση ανακλήσεώς της, έννοια με την οποία αρνητικά αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας οι διαφοροποιημένοι αυτοί ισχυρισμοί του χωρίς η κρίση του αυτή να στηρίζεται στις τραπεζικές επιταγές, από τις οποίες προέκυπτε μόνο το ομολογούμενο γεγονός της καταβολής του χρηματικού αυτού ποσού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αποδίδεται πλημμέλεια, στην οποία να προσήκουν οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις.
Με τον έκτο κατά σειρά λόγο διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ (β' σκέλος) και οι μη προσήκουσες από το άρθρο 559 αρ. 8, 12, 14 ΚΠολΔ (α', γ', δ' σκέλος), με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τις δικαστικές ομολογίες των αναιρεσιβλήτων και την εξώδικη του δικαιοπαρόχου συζύγου και πατρός τους Χ.
Γ., οι οποίες αναφέρονται στην αφανή εταιρεία και την ομόρρυθμη εταιρεία, χωρίς όμως να υποστηρίζεται παράλληλα ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας, προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, ιδία, ότι με συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους το συνολικό ποσό των 80.000,00 ευρώ, ως αντάλλαγμα του κληρονομικού τους δικαιώματος επί της άτυπης (αφανούς) εταιρείας, την οποία είχε συστήσει μετά του αναιρεσείοντος συζύγου και πατρός αυτών αντιστοίχως Χ.
Γ. με αντικείμενο την εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση ανελκυστήρων, έναντι της οποίας κατέβαλε εκείνο των 10.000,00 ευρώ, προκύπτοντος εντεύθεν χρωστικού υπολοίπου 70.000,00 ευρώ, διατηρούντες εντεύθεν οι αναιρεσίβλητοι κατ' αυτού ισόποση προς τον λόγο της κληρονομικής του μερίδος επί του τελευταίου ποσού χρηματική αξίωση.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ παραδοχή της απευθυνόμενης κατά του αναιρεσείοντος αγωγής των αναιρεσίβλητων, με άμεση δικονομική συνέπεια η απομένουσα προς έρευνα αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ε' σκέλος δεύτερου λόγου, στ' σκέλος τρίτου, ε' σκέλος πέμπτου και έκτου λόγου), να ελέγχεται ως αβάσιμη.
Με τους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι στο σύνολό τους αρνητικά αξιολογούνται, ανεπίτρεπτα εναντιώνεται παράλληλα στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 9/14-2-2012 αίτηση για αναίρεση της 288/27-5-2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ