281/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated281/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 281 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 281/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., με την ιδιότητά της ως νομίμου Επιτρόπου του τελούντος σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης τέκνου της ΑΑ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπουρδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2000 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων λόγω αρμοδιότητας, 210/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 6/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από Δεκεμβρίου 2008 εισήγηση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.
β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δε χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την ... έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Χανίων ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14-1-2009, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
2.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1103 ΑΚ, για δαπάνες από τις οποίες αυξήθηκε η αξία του πράγματος (επωφελείς δαπάνες), έχει δικαίωμα αποζημίωσης μόνο ο καλόπιστος νομέας για το πριν από την επίδοση της αγωγής διάστημα και μόνο εφόσον σώζεται η αύξηση της αξίας κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1104 παρ.1 ίδιου Κώδικα, για το πράγμα του ενώθηκε με άλλο ως συστατικό του, ο νομέας έχει το δικαίωμα της αφαίρεσης, το οποίο όμως αποκλείεται μόνο στις περιπτώσεις που αυτό ρητά ορίζει.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1057 και 1063 ΑΚ, αν το κινητό ενωθεί με ακίνητο, έτσι ώστε να γίνει συστατικό του, η κυριότητα του ακινήτου εκτείνεται και στο κινητό (άρθρο 1057), εκείνος όμως που έχασε την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα εξαιτίας της ένωσης, έχει απαίτηση εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με επιφύλαξη του τυχόν δικαιώματός του για αποζημίωση από αδικοπραξία ή για απόδοση δαπανών ή για αφαίρεση κατασκευάσματος.
Αξίωση για επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης αποκλείεται (άρθρο 1063 ΑΚ). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι, σε περίπτωση που κινητό πράγμα ενωθεί με αλλότριο (ξένο) ακίνητο, κατά τρόπον που να καταστεί συστατικό αυτού (άρθρα 953 και 954 ΑΚ), γεγονός που συμβαίνει και στην περίπτωση που ο νομέας ανεγείρει οικοδομή επί ξένου οικοπέδου, με δικά του υλικά, τότε ο νομέας που χάνει την κυριότητα των υλικών αυτών λόγω της ένωσής του με το ξένο ακίνητο, δικαιούται, ανεξάρτητα από την καλή ή κακή πίστη του και το χρόνο επίδοσης της διεκδικητικής αγωγής, να απαιτήσει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από τον κύριο του οικοπέδου την απόδοση της ωφέλειας, που απέκτησε από τη μετάθεση σ' αυτόν της κυριότητας των υλικών, όχι όμως και την απόδοση της ωφέλειας από την εργασία του νομέα ή των εργατοτεχνιτών, εργολάβου, μηχανικού κλπ που ο ίδιος προσέλαβε, γιατί η διάταξη του άρθρου 1063 ΑΚ ορίζει μόνο για απαίτηση από την απώλεια της κυριότητας κινητού πράγματος, λόγω της ένωσής του με ξένο ακίνητο και όχι για δαπάνες.
Επιφυλάσσει, όμως, το άρθρο 1063 ΑΚ στο νομέα κινητού ή ακίνητου πράγματος το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για την όλη δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής στο ξένο ακίνητο, όταν πρόκειται για ακίνητο με τους όρους όμως και τις προϋποθέσεις του άρθρου 1103 ΑΚ, δηλαδή, να πρόκειται για καλόπιστο νομέα, ήτοι για νομέα, ο οποίος κατά την κτήση της φυσικής εξουσίας πίστευε δικαιολογημένα και εξακολουθούσε να πιστεύει (κατά την ανέγερση της οικοδομής) ότι δικαιούται να νέμεται το πράγμα, η δαπάνη να είναι επωφελής, ήτοι να επήλθε από αυτήν αύξηση της αξίας του πράγματος, η αύξηση αυτή να σώζεται κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος και η δαπάνη να έγινε το διάστημα πριν από την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής (Ολ.ΑΠ 1220/1975, ΑΠ 156/2008).
Ως χρόνος απόδοσης για την εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 1103 ΑΚ είναι ο χρόνος άσκησης της αξίωσης των δαπανών. Περαιτέρω, ο νομέας του πράγματος, εναγόμενος με διεκδικητική αγωγή, εφόσον έχει αξίωση κατά του κυρίου για απόδοση δαπανών που έκανε στο πράγμα, έχει και δικαίωμα επίσχεσής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 325, 326 και 1106 ΑΚ.
Δικαιούται, δηλαδή, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος μέχρι να ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ΑΑ, ο οποίος τελεί υπό δικαστική απαγόρευση και τον εκπροσωπεί η, νομίμως, διορισμένη επίτροπος μητέρα του Χ, ήταν, καθώς δεν αμφισβητείται, κύριος ενός ακινήτου έκτασης 24.996 τ.μ, που βρίσκεται στο δήμο ...
Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου Κισσάμου Ιωάννη Γιαννουδάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο ανωτέρω ΑΑ πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στη ΒΒ τμήμα του πιο πάνω ακινήτου έκτασης 4.038,50 τ.μ. Η τελευταία από το ακίνητο αυτό, το οποίο είχε πραγματική έκταση 4.788 τ.μ., πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τμήμα έκτασης 396 τ.μ, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Παϊζη. Με την 242/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων ο ανωτέρω ΑΑ τέθηκε σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης, διότι έπασχε από χρονίσασα ψυχωσική συνδρομή, η οποία απέκλειε τη χρήση του λογικού και δεν επέτρεπε σ' αυτόν να φροντίζει για τον εαυτό του και την περιουσία του.
Η νομίμως διορισθείσα ως επίτροπος- μητέρα του με την από 21-8-1989 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ζήτησε, εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, να αναγνωριστεί, για τους εκτιθέμενους λόγους, η ακυρότητα της καταρτισθείσας με το πιο πάνω ... συμβόλαιο δικαιοπραξίας, ενώ προηγουμένως στις 18-10-1988 επέδωσε στην ως άνω άμεση δικαιοπάροχο της εναγομένης εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση περί ακυρότητας της σύμβασης πώλησης του ακινήτου (των 4.038,50 τ.μ.).
Με την 540/1996 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Κρήτης κρίθηκε ότι η περιεχόμενη στο πιο πάνω συμβόλαιο ... δικαιοπραξία είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική (άρθρο 179 ΑΚ). Επομένως, όπως δέχεται το Εφετείο, η ανωτέρω άμεση δικαιοπάροχος της εναγομένης ΒΒ, δεν έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου και, συνακόλουθα, δεν έγινε κυρία αυτού (με παράγωγο τρόπο) ούτε η εναγομένη.
Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος, αφού απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος. Η απόρριψη της ένστασης αυτής έγινε με τις εξής παραδοχές, η παράθεση των οποίων κρίνεται απαραίτητη, για την αντιμετώπιση του πιο κάτω αναφερόμενου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (που αφορά την ένσταση επίσχεσης λόγω επωφελών δαπανών που, επίσης, η εναγομένη πρότεινε).
Η εναγομένη καθ' όλο το χρονικό διάστημα (από το 1988 και εφεξής) γνώριζε ότι ο ενάγων επεδίωκε την ακύρωση και του τίτλου κτήσης κυριότητας της άμεσης δικαιοπαρόχου της, δεδομένου ότι το αρχικό μείζον ακίνητο (24.969 τ.μ.) είχε κατατμηθεί και τα τμήματα που προέκυψαν αγοράστηκαν από μεγάλο αριθμό ατόμων (περίπου 45), οι οποίοι δημιούργησαν στην περιοχή αυτή οικισμό.
Έτσι, τα προβλήματα, που ανέκυψαν από την διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος, ήταν κοινά για όλους τους αγοραστές, ενώ και ο ίδιος ο ενάγων δεν έκρυβε από αυτούς τις προθέσεις και επιδιώξεις του για αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος όλων των ακινήτων. Για το ζήτημα αυτό είναι χαρακτηριστική η κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης ότι "...
ερχόταν (η μητέρα του ενάγοντος) στην εκκλησία και έλεγε: τα βλέπετε αυτά θα γίνουν μια μέρα δικά μου". Παρά ταύτα η εναγομένη κατά τα τέλη του 1989, δηλαδή ένα περίπου έτος από την κατά της ανωτέρω δικαιοπαρόχου της έγερση της διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος, άρχισε την ανέγερση οικίας, η οποία ολοκληρώθηκε μετά από τρία έτη.
Ο ισχυρισμός της ότι ο ενάγων ενήργησε υστερόβουλα αναμένοντας πρώτα να αξιοποιηθεί το επίδικο και κατόπιν να το διεκδικήσει είναι αβάσιμος, καθόσον όλες οι εξώδικες ή δικαστικές ενέργειές του για την ακύρωση των αρχικών τίτλων κτήσης έγιναν με τις νόμιμες διαδικασίες και έλαβαν γι' αυτές γνώση όλοι οι αγοραστές ακινήτων είτε ανήγειραν είτε όχι κτίσματα σ' αυτά.
Και ναι μεν διατείνεται η εναγομένη ότι αν γνώριζε τις προθέσεις του ενάγοντος δε θα δαπανούσε χρήματα για την ανέγερση της οικίας, πλην όμως, εφόσον η αγωγή ακύρωσης των αρχικών δικαιοπραξιών δε στρεφόταν και εναντίον της, είτε πίστευε ότι η τυχόν ευδοκίμησή της δε θα είχε έννομες συνέπειες για την ίδια, είτε ήλπιζε ότι η μεταγενέστερη αγωγή κατά της ίδιας θα απορριπτόταν, ενόψει μάλιστα και της ύπαρξης στο επίδικο οικίας και της υποβολής της σε σημαντικές δαπάνες για την ανέγερσή της.
Ο ενάγων δεν αδράνησε στην άσκηση των δικαιωμάτων του, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμα του. Περαιτέρω το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση επίσχεσης λόγω (επωφελών) δαπανών, που πρότεινε παραδεκτά ενώπιόν του η, ερημοδικασθείσα πρωτοδίκως, εναγομένη δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Η εναγομένη από την κτήση του επίδικου ακινήτου νεμόταν αυτό με καλή πίστη, καθόσον κατά το χρόνο της μεταβίβασής του σ' αυτήν η ενάγουσα δεν είχε ακόμη ασκήσει τη διεκδικητική αγωγή και, συνεπώς, δεν μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη τυχόν νομικών ελαττωμάτων του. Αλλά και η μεταγενέστερη γνώση της εναγομένης (1988), ότι ο ενάγων επιδιώκει την ακύρωση του τίτλου κυριότητας της δικαιοπαρόχου της (ΒΒ), δεν της δημιούργησε την πεποίθηση, ότι το επίδικο δεν της ανήκε, ούτε της απέκλειε τη δυνατότητα να εμμένει με καλή πίστη στην πεποίθησή της ότι νόμιμα το κατέχει και ότι η (ασκηθείσα κατά το 1989) διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας κατά της δικαιοπαρόχου της είναι αβάσιμη.
Άλλωστε, η εν λόγω διεκδικητική αγωγή δε στρεφόταν και εναντίον αυτής (εναγομένης), ούτε και ήταν βέβαιο ότι θα επακολουθήσει νέα εναντίον της όμοια αγωγή, αν και η εναντίον του καλής πίστης νομέα άσκηση διεκδικητικής αγωγής δεν αποκλείει από μόνη της την εξακολούθηση της άσκησης της νομής του με καλή πίστη.
Κατά συνέπεια, η εναγομένη, η οποία ανήγειρε οικία στο επίδικο σε χρόνο που το νεμόταν με καλή πίστη (1989 έως 1992) και πριν από την επίδοση σ' αυτήν (8.12.1998) της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, δικαιούται, ως καλής πίστης νομέας του οικοπέδου, όπου ανήγειρε οικοδομή, αποζημίωση για την όλη δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής αυτής, εφόσον από τη δαπάνη αυτή αυξήθηκε η αξία του επίδικου ακινήτου και η αύξηση υπάρχει κατά το χρόνο απόδοσής του.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχεται, αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης που η εναγομένη δικαιούται για τις επωφελείς δαπάνες, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Για την ανέγερση της οικίας, εμβαδού 108 τ.μ., της οποίας η κατασκευή διήρκεσε επί μία τριετία από την έναρξη των εργασιών (1989) και για την οποία μεταγενεστέρως εκδόθηκε η υπ' αριθμ.
πρωτ. ... άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ..., η εναγομένη δαπάνησε για αγορά υλικών και για αμοιβές εργατοτεχνιτών διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία σε σημερινές τιμές αντιστοιχούν συνολικά στο ποσό των 109.052,74 ευρώ. Ειδικότερα κατέβαλε τα παρακάτω χρηματικά ποσά και για τις εξής αιτίες: 1) 5.282,47 ευρώ για χωματουργικά, 2) 30.198,09 ευρώ για σκυροδέματα, 3) 5.261,92 ευρώ για τοιχοποιίες, 4) 7.395,45 ευρώ για επιχρίσματα, 5) 801,17 ευρώ για επενδύσεις τοίχων, 6) 5.810,71 ευρώ για στρώσεις δαπέδων, 7) 6.720,47 ευρώ για κουφώματα, 8) 7.571,53 ευρώ για ντουλάπια, 9) 7.101,98 ευρώ για μονώσεις και στεγανοποιήσεις, 10) 1.115,19 ευρώ για μαρμαρικά, 11) 792,37 ευρώ για κλίμακες, 12) 120 ευρώ για υαλοπίνακες, 13) 1.100,51 ευρώ για στηθαία, 14) 9.287,60 ευρώ για χρωματισμούς, 14) 1.793,47 ευρώ για διάφορες οικοδομικές εργασίες (ικριώματα, τζάκι, κλειδαριές), 15) 2.347,76 ευρώ για είδη υγιεινής, 16) 3.300 ευρώ για υδραυλικές εγκαταστάσεις, 17) 6.850 ευρώ για κεντρική θέρμανση και κλιματισμό, 18) 4.402,05 ευρώ για ηλεκτρική εγκατάσταση και 19) 1.800 ευρώ για ηλιακό συλλέκτη και κλιματιστικό.
Οι δαπάνες αυτές προκύπτουν από τον από 10.11.2003 αναλυτικό προϋπολογισμό του πολιτικού μηχανικού ..., που συντάχτηκε ύστερα από αίτηση της εναγομένης και προσκομίζεται από αυτήν, εκτιμάται δε ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 390 του ΚΠολΔ, ως ιδιωτική γνωμοδότηση. Περαιτέρω, όπως δέχεται το Εφετείο, η αξία της εν λόγω οικίας, η οποία κατασκευάστηκε σε αγροτεμάχιο, λόγω της θέσης της εκτός σχεδίου πόλης και του παλαιού της κατασκευής της (16 περίπου ετών), ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 100.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της αξίας του οικοπέδου (396 τ.μ.), που ανέρχεται σε 40.000 ευρώ.
Πρέπει να σημειωθεί, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η αξία του εν λόγω οικοπέδου αυξήθηκε ραγδαία από την αγορά του από την εναγομένη μέχρι σήμερα, λόγω της κατάτμησης του μείζονος ακινήτου, από το οποίο και προήλθε και της δημιουργίας οικισμού.
Συνεπώς, από τη δαπάνη των 109.052,74 ευρώ, στην οποία υποβλήθηκε η εναγομένη για την κατασκευή της οικίας, αυξήθηκε μεν η αξία του οικοπέδου του ενάγοντος, πλην όμως η σωζόμενη κατά το χρόνο προβολής της ένστασης επίσχεσης αύξηση της αξίας αυτού ισούται με τη διαφορά της σημερινής αξίας του όλου ακινήτου (οικοπέδου και οικίας) και της σημερινής αξίας μόνου του οικοπέδου, δηλαδή με το ποσό των 60.000 ευρώ (100.000 μείον 40.000).
Το ποσό αυτό των 60.000 ευρώ, που, κατά τα παραπάνω αντιστοιχεί στη σωζόμενη αύξηση της αξίας του επίδικου ακινήτου εξαιτίας των επωφελών δαπανών της εναγομένης καλής πίστης νομέα αυτού, δικαιούται η τελευταία να λάβει ως αποζημίωση. Τέλος, το Εφετείο δέχεται, ότι η εναγομένη, ενόσω κατείχε το επίδικο ακίνητο, το χρησιμοποιούσε ως κύρια κατοικία, και ωφελήθηκε έτσι από τη μη καταβολή μισθωμάτων, ώστε από την επίδοση της υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής, οπότε από το νόμο ο καλής πίστης νομέας εξομοιώνεται από άποψη ευθύνης με τον κακόπιστο νομέα, ενέχεται (η εναγομένη) έναντι του αληθινού κυρίου του επιδίκου, στον οποίο οφείλει να αποδώσει τα μισθώματα αυτά.
Λαμβάνοντας δε υπόψη τη θέση, το εμβαδόν, την κατάσταση και την αξία της ένδικης οικίας, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, το μίσθωμα που θα κατέβαλλε η εναγομένη γι' αυτήν (οικία) ανερχόταν κατά τα έτη 1998 έως 2003 σε 90,95,100,105,110 και 115 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή για την παραπάνω αιτία θα κατέβαλε συνολικά το ποσό των 6.045 ευρώ (90X1 μήνα το 1998, 95X12 μήνες το 1999, 100X12 μήνες το 2000, 105X12 μήνες το 2001, 110X12 μήνες το 2002 και 115X9 μήνες το 2003=6.045).
Το ποσό αυτό οφείλει η εναγομένη να αποδώσει στον κύριο του επίδικου ακινήτου και, κατ' αποδοχή της ένστασης συμψηφισμού του ενάγοντος, πρέπει να συνυπολογιστεί στη δική της οφειλή των 60.000 ευρώ προς την εναγομένη, ώστε το τελικό ποσό που δικαιούται να λάβει η τελευταία ανέρχεται σε 53.955 ευρώ (60.000 μείον 6.045).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την προβληθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείβλητη ένσταση επίσχεσης λόγω (επωφελών) δαπανών που η τελευταία ενήργησε, (ως καλόπιστη νομέας), στο επίδικο ακίνητο ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδώσει αυτό στον ενάγοντα υπό τον όρο καταβολής από τον τελευταίο του αναφερόμενου ποσού, που προέκυψε μετά την παραδοχή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμης της αντένστασης συμψηφισμού, που πρότεινε ο ενάγων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση επίσχεσης λόγω επωφελών δαπανών που διενήργησε ως καλόπιστη νομέας στο επίδικο ακίνητο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1098, 1100, 1103, 1106, 1063, 325 και 326 ΑΚ και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΑΚ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επίσης όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήσαν αναγκαία για την παραδοχή της ένστασης επίσχεσης λόγω επωφελών δαπανών και, συνακόλουθα, για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε.
Αντιφατική προς την ανωτέρω αιτιολογία, που αφορά το ουσιώδες ζήτημα της καλής πίστης της εναγομένης- αναιρεσίβλητης κατά την ανέγερση της ως άνω οικοδομής, δεν είναι η προπαρατεθείσα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "κατά το χρονικό διάστημα (από το 1988 και εφ' εξής) η εναγόμενη γνώριζε ότι η ενάγουσα επεδίωκε την ακύρωση και του τίτλου κτήσης της δικαιοπαρόχου της, ...
παρά ταύτα η εναγόμενη κατά τα τέλη του 1989, δηλαδή ένα περίπου έτος από την κατά της δικαιοπαρόχου της έγερση της διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας άρχισε την ανέγερση οικίας, η οποία ολοκληρώθηκε μετά από τρία έτη", αφού τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, που διαλήφθηκαν (στην προσβαλλόμενη απόφαση), προς απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281ΑΚ, που πρότεινε η εναγομένη- αναιρεσίβλητη, δεν αναιρούν την εν συνεχεία ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί της καλόπιστης νομής της εναγομένης κατά τον πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής χρόνο.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διατυπώνονται με το λόγο αυτόν αναφορικά με την έλλειψη καλής πίστεως στο πρόσωπο της εναγομένης, την εκτίμηση της αξίας της οικίας μετά του οικοπέδου, το ύψος της σωζόμενης αξίας του οικοπέδου από την ανέγερση της οικίας και το ύψος των οφειλόμενων (εκ μέρους της αναιρεσίβλητης) μισθωμάτων πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την ανάλυση και αιτιολόγηση του πορίσματός του, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, εκτίθεται σαφώς, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι απαράδεκτες.
3.- Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή των ενστάσεων ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής, όπως επί λέξει αναγράφονται στο αναιρετήριο, "είτε πίστευε ότι η τυχόν ευδοκίμηση (της αγωγής ακύρωσης των αρχικών δικαιοπραξιών) δε θα είχε έννομες συνέπειες για την ίδια, είτε έλπιζε ότι η μεταγενέστερη αγωγή κατά της ίδιας θα απορριπτόταν ενόψει μάλιστα και της ύπαρξης στο επίδικο, οικίας και της υποβολής της σε σημαντικές δαπάνες για την ανέγερση της" και ότι "η μεταγενέστερη γνώση της (1988) ότι ο ενάγων επιδιώκει την ακύρωση του τίτλου κυριότητας της δικαιοπαρόχου της (ΒΒ), δεν της δημιούργησε την πεποίθηση ότι το επίδικο δεν της ανήκε, ούτε της απέκλειε την δυνατότητα να εμμένει με καλή πίστη στην πεποίθηση της ότι νόμιμα το κατέχει και ότι η διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας είναι αβάσιμη ...
ούτε και ήταν βέβαιο ότι θα επακολουθήσει νέα, εναντίον της, όμοια αγωγή", ενώ η εναγομένη πρόβαλε μόνο τον ισχυρισμό ότι αγνοούσε τις προθέσεις αυτού (αναιρεσείοντος) να διεκδικήσει το ακίνητο. Ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψη) τους ισχυρισμούς του:
α) "ότι η οικία της αντίδικης ανεγέρθηκε αυθαίρετα και παράνομα, χωρίς οικοδομική άδεια και ήταν κατεδαφιστέα, ότι δεν μπορούσε να τη νομιμοποιήσει, ή μη μόνο μετά πολλά έτη αργότερα, το 2004, μετά την άσκηση της αγωγής εναντίον της, ότι γι' αυτό το λόγο, όχι μόνο καμία αξία δεν είχε και δεν προσέδωσε ωφέλεια στο ακίνητο, αλλά αντίθετα ότι το επιβάρυνε με δαπάνες κατεδαφίσεως και προστίμων και β) ότι ο υπολογισμός της αξίας του οικοπέδου πρέπει να υπολογιστεί διαφορετικά από την αξία της οικίας διαφορετικά από την αξία της οικίας, ότι η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 57.80 ευρώ ανά τ.μ.
και συνολικά σε 22.888,80 ευρώ, βάσει των προσαχθέντων αποδεικτικών στοιχείων (νομίμων συμβολαίων παρακειμένων ακινήτων), ότι βάσει των υλικών της οικοδομής που η αντίδικη ισχυρίζεται ότι χρησιμοποίησε, η αξία της ανέρχεται σε 46.484,28 ευρώ, ώστε η διαφορά μεταξύ αρχικής και επιγενόμενης αξίας, δηλαδή η σωζόμενη αύξηση ανέρχεται σε 23.595,48 ευρώ και μόνο".
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που αναφέρεται στη νομική σκέψη, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας (στην περίπτωση του πρώτου λόγου), που αντλούνται από τις αποδείξεις με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα (για την καλή πίστη της εναγομένης) και άρνηση της ένστασης της εναγομένης για αποζημίωσή της ως καλής πίστεως νομέως για τις επωφελείς δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτή για την ανέγερση οικίας στο επίδικο ακίνητο και επιχειρήματα υπέρ των απόψεών του (στην περίπτωση του δεύτερου λόγου).
4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του Ν. 2943/2001), απαλείφθηκε η άλλη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που όριζε ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δε διέταξε απόδειξη για τα πράγματα που δέχτηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική, στην καθαρεύουσα, διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δε δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.
Ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με την εκ μέρους της εναγομένης καλόπιστη διενέργεια επωφελών δαπανών στο επίδικο ακίνητο, χωρίς απόδειξη.
Επίσης ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δε διέταξε αποδείξεις σε σχέση με τις δαπάνες της εναγομένης για την ανέγερση της οικίας στο επίδικο ακίνητο και την αξία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν.
Τέλος ο αναιρεσείων με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα της ένστασης επίσχεσης της εναγομένης, παρά την υποβολή εκ μέρους του σχετικού αιτήματος, δε διέταξε πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τις δαπάνες της τελευταίας για την ανέγερση οικίας στο επίδικο και την αξία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο μέρος του, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα (της καλόπιστης διενέργειας επωφελών δαπανών), όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα και έγγραφα), κατά το δεύτερο τμήμα του, ως απαράδεκτος, διότι στην προκείμενη περίπτωση, η διαφορά, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και η ενώπιον αυτού συζήτηση έγινε στις 18-9-2003, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2915/2001 και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης και κατά το τρίτο μέρος του, ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι για το ως άνω ζήτημα (του ύψους των δαπανών για την ανέγερση οικίας στο επίδικο και την αξία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν) δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, γι' αυτό και το σχετικό περί πραγματογνωμοσύνης αίτημα απερρίφθη ως κατ'ουσίαν αβάσιμο. 5 .- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-6-2007 αίτηση της Χ με την ιδιότητά της ως νομίμου Επιτρόπου του τελούντος σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης τέκνου της ΑΑ, για αναίρεση της 6/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ