Legislator Case Law & Legislation
280/2026 AI generated

Supreme Court dismisses public library's appeal, upholding lower court's rejection of employee's illegal claim.

Case Number 280/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Public Central Library of Pyrgos's appeal against a final labor court judgment. The plaintiff, an employee, had sued for unpaid wages and penalties, but the lower courts ruled his claim illegal. The Court accepted the appeal but found the underlying claim invalid, thus rejecting the appeal's substantive basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591(1), 663, 664-676 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rejecting an illegal claim is admissible but must be rejected if the claim itself lacks legal foundation.

Keywords

AI generated
labor dispute illegal claim appeal admissibility public library wage penalty dismissal of appeal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 591(1) of the Code of Civil Procedure
Article 663 of the Code of Civil Procedure
Articles 664 to 676 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 591(2) of the Code of Civil Procedure
Article 261 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556(1) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated
64/2012
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible evidence requests and failure to summarize objections.
150/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1756/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 9164/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της.
419/2017
Supreme Court allows appeal against dismissal of labor contract termination due to abuse of right violation.
108/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1624/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1741/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2858/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2003 αίτησή της και τους από 1/7/2003 πρόσθετους λόγους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 280 / 2026 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Ηλία Γιαρένη και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΥΡΓΟΥ", που εδρεύει στον Πύργο Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Παπίδα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Β. του Σ. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Καρυώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2013 μη οριστική, 334/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 365/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 29-11-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 29-11-2023 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 63/1-12-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 365/29-6-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) επί της από 8-3-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2021 έφεσης που είχε ασκήσει το αναιρεσείον, νομικό πρόσωπα δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ …" και έδρα τον Πύργο Ηλείας, κατά της υπ' αριθμό 334/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πύργου, η οποία είχε εκδοθεί κατά την ίδια διαδικασία επί της από 28-12-2011 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2011 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, Ν.

Β. του Σ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ειδικότερα, μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επομένη της επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία, όπως ομολογείται (άρθρα 573 παράγραφος 1, 591 παράγραφος 1 και 261 ΚΠολΔ), επιδόθηκε έγκυρα στο αναιρεσείον στις 31-10-2023 και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη, στις 1-12-2023, η οποία ήταν η επόμενη εργάσιμη ημέρα της εορτής του Αγίου Ανδρέα που έχει ορισθεί νόμιμα ως ημέρα αργίας των δημοσίων υπηρεσιών στην πόλη των Πατρών - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 553, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 1, 566 παράγραφος 1, 144 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην από 28-12-2011 αγωγή του, την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και είχε στρέψει κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξέθεσε τα εξής:

Ότι από την ...-1999 και εφεξής κατήρτιζε με το εναγόμενο διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες άλλοτε χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου και άλλοτε ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούσαν στο σύνολό τους μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι σε εκτέλεσή τους προσέφερε σε αυτό προσηκόντως την εργασία του ως οδηγός αυτοκινήτου έως την 1-9-2005, όταν το εναγόμενο έπαυσε πλέον να αποδέχεται την εργασία του, επειδή είχε παρέλθει η χρονική διάρκεια της τελευταίας σύμβασης, την οποία είχε καταρτίσει με αυτό.

Ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεών του αυτών δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από κάποιο αντικειμενικό λόγο, επειδή με την εργασία του κάλυπτε όχι απρόβλεπτες και επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου. Ότι για το λόγο αυτό είχε ασκήσει κατά του εναγομένου αγωγή, με την οποία είχε αιτηθεί να αναγνωρισθεί ότι από ...-1999 και εφεξής συνδεόταν με το εναγόμενο με μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο, το οποίο είχε παύσει από 1-9-2005 να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, είχε καταγγείλει ουσιαστικά τη σύμβαση εργασίας τους, αλλά ακύρως, διότι δεν είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους ν. 2112/1920 και 3198/1955.

Ότι αμέσως μετά την έγερση της αγωγής που προαναφέρθηκε αιτήθηκε από τον εναγόμενο - με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του - να υποχρεωθεί να αποδέχεται την εργασία του, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής του. Ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας εξέδωσε, κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ.

ΚΠολΔ), την υπ' αριθμό 1171/2005 απόφαση, με την οποία υποχρέωσε το καθού η αίτηση, εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, να επαναπασχολήσει τον αιτούντα, ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής που προαναφέρθηκε. Ότι το εναγόμενο-καθού η αίτηση συμμορφώθηκε με το διατακτικό της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων και από 1-7-2006 άρχισε να αποδέχεται εκ νέου την εργασία του, αλλά δεν κατέβαλλε σε αυτόν αποδοχές και ότι, τέλος, για το λόγο αυτό στις 1-5-2007 άσκησε νόμιμα επίσχεση εργασίας με συνέπεια το εναγόμενο να καταστεί υπερήμερος δανειστής και να οφείλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απείχε νόμιμα από την εργασία του, επειδή είχε ασκήσει επίσχεση εργασίας και, συγκεκριμένα, από 4-5-2007 έως και την 28-12-2010.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε - μετά την παραίτησή του από το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, το οποίο στηριζόταν κυρίως στη σύμβαση εργασίας και, επικουρικά, στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό - να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτόν για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως και 28-12-2010 μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 78.000 Ευρώ νομιμότοκα.

Το εναγόμενο -μεταξύ άλλων - προέβαλε νομότυπα τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, επειδή, όπως είχε επικαλεσθεί, ο ενάγων δεν είχε ασκήσει νόμιμα επίσχεση εργασίας και επομένως δεν μπορούσε να αξιώσει μισθούς υπερημερίας από αυτό για το επίδικο χρονικό διάστημα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμό 182/2013 μη οριστική απόφαση - με την οποία ανέβαλε κατά τη διάταξη του άρθρου 249 εδάφιο α του ΚΠολΔ την έκδοση της οριστικής του απόφασης - και στη συνέχεια την υπ' αριθμό 334/2020 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, τη δέχθηκε και ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το επιμέρους επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως και 28-12-2010 ποσού 41.804,40 Ευρώ νομιμότοκα.

Το εναγόμενο άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 8-3-2021 έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, ειδικότερα, και για το λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει την αγωγή νόμιμη και αιτήθηκε να εξαφανισθεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή, την οποία είχε ασκήσει ο ενάγων-εφεσίβλητος εναντίον του.

Το Μονομελές Εφετείο Πατρών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 365/2023 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ειδικότερα, τα εξής: "[...] Επί απλής σχέσης εργασίας και δη όταν έχει καταγγελθεί έγκυρα μια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ο εργοδότης υποχρεώνεται με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ή απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, κατόπιν σχετικής αίτησης του μισθωτού, να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και σε αντάλλαγμα αυτών να του καταβάλλει τις αποδοχές του μέχρι να εκδοθεί απόφαση που θα αποφαίνεται επί της αγωγής του μισθωτού περί της εγκυρότητας της καταγγελίας, δεν υφίσταται αξίωση του εργοδότη για παροχή εργασίας από τον μισθωτό.

Έτσι, δεν δύναται ο μισθωτός, ο οποίος έχει τυχόν ληξιπρόθεσμη απαίτηση λόγω μη καταβολής σε αυτόν από τον εργοδότη δεδουλευμένων αποδοχών από προγενέστερο χρονικό διάστημα, να δηλώσει επίσχεση εργασίας κατ' άρθρο 325 ΑΚ και να δικαιούται στο διάστημα της επίσχεσης πέραν των μη καταβληθέντων δεδουλευμένων που ήδη του οφείλονται και αποδοχές για το διάστημα που λόγω της επίσχεσης δεν εργάσθηκε, καθώς τότε ο μισθωτός δεν αρνείται να εκπληρώσει παροχή που οφείλει στον εργοδότη, ούτε επέρχεται μη ικανοποίηση αξίωσης του εργοδότη κατά του μισθωτού, αλλά αντίθετα ο μισθωτός δεν ασκεί δική του αξίωση, ήτοι αυτή που του παρασχέθηκε με την προσωρινή διαταγή ή την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί και να λαμβάνει λόγω της πραγματικής παροχής εργασίας του, αμοιβή [...].

Προϋπόθεση όμως για να εφαρμοσθούν τα ανωτέρω, είναι εν τέλει να κριθεί τελεσίδικα ότι η καταγγελία ήταν έγκυρη. Διαφορετικά, αν δηλαδή αποσυνδεθεί το ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας ως προς τη. νομιμότητα της επίσχεσης, τότε φθάνουμε σε εντελώς ανεπιεική αποτελέσματα για τον εργαζόμενο, ο οποίος δεν θα μπορεί να διεκδικήσει τις αποδοχές υπερημερίας εάν ζήτησε προσωρινή προστασία και την έλαβε μέσω προσωρινής διαταγής ή απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν του καταβάλει τις αποδοχές του και προβεί σε επίσχεση εργασίας, ενώ μάλιστα εν συνεχεία κρίνεται τελεσίδικα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη.

Τα ανωτέρω προφανώς θα ισχύουν μόνο ότι εν τέλει κριθεί ότι η καταγγελία ήταν έγκυρη, και ο εργαζόμενος συνακόλουθα απασχολείτο καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα με απλή σχέση εργασίας, με βάση την προσωρινή διαταγή ή τα ασφαλιστικά μέτρα.

Στην προκειμένη περίπτωση όμως κρίθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 503/2019 απόφαση του ΑΠ ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη, με αποτέλεσμα ουδέποτε να παύσει η ισχύς της σύμβασης εργασίας και αυτή δεν μεταβλήθηκε σε απλή σχέση εργασίας, παραμένοντος έτσι του δικαιώματος του ενάγοντας να προβεί σε επίσχεση εργασίας, χωρίς αυτό να του στερεί το δικαίωμα να διεκδικήσει τις αποδοχές του [...]". 3.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο εργαζόμενος συνδέεται με τον εργοδότη του με έγκυρη και ενεργό σύμβαση εργασίας και έχει ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη αξίωση εναντίον του από τη σύμβαση αυτή μπορεί να ασκήσει επίσχεση εργασίας τόσο για να εξασφαλίσει την απαίτησή του κατά του εργοδότη, όσο και για να τον αναγκάσει να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντί του.

Η απαίτηση του εργαζομένου αφορά συνήθως στην καταβολή μισθολογικών παροχών, αλλά είναι δυνατό να αφορά και σε άλλες αξιώσεις του, οι οποίες μπορεί, ενδεικτικά, να απορρέουν από την υποχρέωση του εργοδότη να χορηγεί άδεια αναψυχής σε αυτόν, να λαμβάνει μέτρα πρόνοιας για την προστασία της ζωής, της υγείας και της προσωπικότητάς του (άρθρο 662 του ΑΚ), από την υποχρέωση του εργοδότη για ίση μεταχείριση των εργαζομένων στην επιχείρησή του, από την υποχρέωσή του να χορηγεί στον εργαζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα για το μισθό κ.λπ.

Το δικαίωμα, εξάλλου, του εργαζομένου για επίσχεση εργασίας ασκείται και εξωδικαστικά με δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, η οποία αποτελεί άτυπη, απευθυντέα και μονομερή δικαιοπραξία (άρθρο 158 του ΑΚ). Η δήλωση - που μπορεί να είναι είτε προφορική, είτε έγγραφη - παράγει έννομα αποτελέσματα, αφότου περιέλθει σε γνώση εργοδότη (άρθρο 167 του ΑΚ).

Η ίδια δήλωση περαιτέρω πρέπει να είναι σαφής ως προς τη βούληση του εργαζομένου να ασκήσει επίσχεση εργασίας και, επιπλέον, πρέπει να προσδιορίζει το είδος, την αιτία και το ποσό - έστω και κατά προσέγγιση - της αξίωσης ή των αξιώσεων του εργαζομένου κατά του εργοδότη του. Η νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο δανειστή (άρθρο 353 ΑΚ).

Ο εργοδότης επομένως έχει υποχρέωση να εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι του εργαζομένου για όσο χρονικό διάστημα ο εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία σε αυτόν, επειδή άσκησε νόμιμα επίσχεση εργασίας (ΑΠ 1927/2024, ΑΠ 864/2024, ΑΠ 1123/2022). Ο εργαζόμενος όμως δεν μπορεί να ασκήσει επίσχεση εργασίας, αν η σύμβασή του με τον εργοδότη έχει λυθεί έγκυρα με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, επειδή στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει πλέον ενεργός σύμβαση εργασίας, η ύπαρξη της οποίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να ασκηθεί έγκυρα το δικαίωμα επίσχεσης.

Ο εργαζόμενος, περαιτέρω, σε περίπτωση που θεωρεί ότι ο εργοδότης του κατήγγειλε ακύρως τη συμβατική τους σχέση μπορεί να αμφισβητήσει το κύρος της καταγγελίας με την άσκηση αγωγής εναντίον του. Το άρθρο 692 ΚΠολΔ (π.δ. 503/1985) περαιτέρω όριζε ότι: "1. Το δικαστήριο διατάζει τα ασφαλιστικά μέτρα που κατά την κρίση του αρμόζουν σε κάθε περίπτωση, και δεν έχει την υποχρέωση να διατάξει το μέτρο που ζητείται. 4.

Τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση.". Με το άρθρο 23 ν. 1941/1991 (Φ.Ε.Κ. Α 41) προστέθηκε στο άρθρο 692 ΚΠολΔ και έκτη παράγραφος, η οποία είχε ως εξής: " Ασφαλιστικά μέτρα δεν επιτρέπεται να διαταχθούν για αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου ή για τον καθορισμό του τόπου παροχής των υπηρεσιών αυτού".

Η ίδια παράγραφος αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 28 παράγραφος 4 ν. 2085/1992 (Φ.Ε.Κ. Α 170) ως εξής: "6. Ασφαλιστικά μέτρα δεν επιτρέπεται να διαταχθούν για αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου ή για τον καθορισμό του τόπου παροχής, καθώς και του είδους και της φύσεως των υπηρεσιών αυτού ή για την ανάθεση άσκησης καθηκόντων ή για την ανάκληση της ανάθεσης.".

Η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 692 ΚΠολΔ καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 32 παράγραφος 4 ν. 2172/1993 (Φ.Ε.Κ. Α 207). Στη συνέχεια το άρθρο 64 ν. 4139/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 74/20-3-2013) πρόσθεσε στον ΚΠολΔ τη διάταξη του άρθρου 732 Α η οποία όριζε τα εξής: "Άρθρο 732 Α Προσωρινή απασχόληση εργαζομένου. Σε περίπτωση υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την προσωρινή απασχόληση του εργαζομένου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής για την κύρια υπόθεση.".

Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 106 παράγραφος 3 ν. 4172/2013 (Φ.Ε.Κ. Α 167/23-7-2013), το οποίο είχε ορίσει τα εξής: "3. Το άρθρο 732Α Κ.Πολ.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 64 του ν. 4193/2013 καταργείται.". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013 η κατάργηση της διάταξης του άρθρου 732 Α ΚΠολΔ κρίθηκε αναγκαία για να μην διαιωνίζονται συμβάσεις εργασίας με αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινών διαταγών, ιδίως αν δεν υφίσταται πλέον η θέση εργασίας.

Ο εργαζόμενος επομένως είχε τη δυνατότητα υπό το καθεστώς του άρθρου 732 Α του ΚΠολΔ να στραφεί με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. του ΚΠολΔ) κατά του εργοδότη του και να αιτηθεί να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον επαναπασχολήσει προσωρινά (άρθρο 656 εδάφιο α υπεδάφιο α ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 ν. 4139/2013), ωσότου εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής, την οποία είχε ασκήσει εναντίον του, με αίτημα να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της απόλυσής του.

Ο εργαζόμενος, πριν τεθούν σε ισχύ στις 17-4-2001 οι παράγραφοι 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (Φ.Ε.Κ. Α 84/17-4-2001), που προστέθηκαν με το Ψήφισμα της 6-4-2001, είχε τη δυνατότητα αυτή και στην περίπτωση κατά την οποία είχε καταρτίσει με τον εργοδότη του διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και με την αγωγή του επικαλείτο ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεών του δεν μπορούσε αντικειμενικά να δικαιολογηθεί από τη φύση και το σκοπό της εργασίας του ή από τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας στην επιχείρηση του εργοδότη του, αλλά είχε τεθεί με σκοπό να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία των συμβάσεων αορίστου χρόνου και είχε ασκήσει για το λόγο αυτό αγωγή εναντίον του με αίτημα να αναγνωρισθεί κατά τα άρθρα 1, 2, 3 και 8 παράγραφος 1 ν. 2112/1920 ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του αποτελούσαν στην πραγματικότητα μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης, η οποία θα αποφαινόταν για τη νομική φύση της σύμβασης εργασίας του εργαζομένου με τον εργοδότη του ως ορισμένου ή ως αορίστου χρόνου και για την εγκυρότητα ή την ακυρότητα του όρου για την ορισμένη χρονική τους διάρκεια, μεσολαβούσε ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο εργαζόμενος και ο εργοδότης του συνδέονταν μεταξύ τους με απλή σχέση εργασίας και όχι με έγκυρη και ενεργό σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1186/1997, πρβλ.

ΑΠ 1497/2000). Ο εργαζόμενος, επομένως, ο οποίος μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του εξακολουθούσε να απασχολείται στον εργοδότη του σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ), δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει επίσχεση εργασίας κατά τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ για να επιφέρει με τον τρόπο αυτό τον εργοδότη του σε υπερημερία δανειστή και να τον υποχρεώσει συνεπώς νόμιμα να τον επαναπασχολήσει ή και να καταβάλλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η υπερημερία του, επειδή η απόφαση αυτή δεν επιφέρει παράταση της χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και, επιπλέον, δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου ( ΑΠ 523/2022, ΑΠ 642/2008, ΑΠ 1624/2006).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 70 ΚΠολΔ, 167, 168, 174, 180, 648, 669 ΑΚ, 1, 3, 7, 8 ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 παράγραφος 3 ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παράγραφος 4 ν. 2556/1997 (Φ.Ε.Κ. Α 270/24-12-1997), 1 και 3 παράγραφος 5 του από 16/18-7-1920 βασιλικού διατάγματος προκύπτουν τα εξής : α) η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι διαπλαστικό δικαίωμα και επομένως επιφέρει αμέσως τη λύση της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 375/2025, ΑΠ 201/2025), και β) σε περίπτωση που ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του με τον εργαζόμενο άτυπα και χωρίς να καταβάλει σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η καταγγελία πάσχει από αυτοδίκαιη ακυρότητα και δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, η οποία εξακολουθεί να παραμένει ενεργός με συνέπεια ο εργαζόμενος να διατηρεί κατά του εργοδότη τις αξιώσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ και ενδεχομένως και από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ σε περίπτωση που η απόλυσή του συντελέσθηκε υπό συνθήκες που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς του ή αδικοπραξία.

Η ακυρότητα περαιτέρω της καταγγελίας αναγνωρίζεται με τελεσίδικη αναγνωριστική δικαστική απόφαση, η οποία δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την ανυπαρξία του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 227/2021, ΑΠ 366/2020). Η δικονομική αυτή ισχύς της απόφασης που προαναφέρθηκε εκδηλώνεται σε μελλοντική μόνο δίκη και, ειδικότερα, είτε θετικά, όταν η ακυρότητα της καταγγελίας αποτελεί προϋπόθεση για να επέλθει έννομη συνέπεια που προβλέπεται από άλλον κανόνα δικαίου, είτε αρνητικά υπό την έννοια ότι σε μεταγενέστερη δίκη δεν μπορεί πλέον να κριθεί και πάλι το κύρος της καταγγελίας (ΑΠ 536/2023).

Η δικαστική απόφαση, δηλαδή, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας έχει δικονομική μόνο ενέργεια με συνέπεια να μην δημιουργεί και να μην καταργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις ουσιαστικού δικαίου υπέρ ή σε βάρος των υποκειμένων της δίκης.

Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται [...] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου [...]. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγιναν δεκτές ως νόμιμες ή απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες ή έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση στην ουσία η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, όπως και από την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα αρκούσαν για την εφαρμογή του, όπως, τέλος, και όταν υπήγαγε τα ίδια γεγονότα σε κανόνα δικαίου, στον οποίο όμως δεν μπορούσαν να υπαχθούν (ΟλΑΠ 5/2023, ΑΠ 97/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση στον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη ερμηνεία - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί.

Το αναιρεσείον επικαλείται, ειδικότερα, ότι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή α) ο αναιρεσίβλητος στις 1-5-2007 είχε ασκήσει νόμιμα επίσχεση εργασίας για καθυστερούμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-7-2006 έως και 30-4-2007 κατά το οποίο απασχολείτο προσωρινά σε αυτό σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 1171/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας - που είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και με την οποία είχε καταδικασθεί να επαναπασχολήσει τον αναιρεσίβλητο, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής του εναντίον του με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι οι προγενέστερες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες κατήρτιζε διαδοχικά με αυτό από ...-1999 έως και 31-8-2005, οπότε είχε λήξει και η τελευταία τους σύμβαση, αποτελούσαν εξαρχής μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι συνεπώς η καταγγελία της έπασχε από ακυρότητα - διότι με την υπ' αριθμό 327/2007 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με αυτό από ...-1999 και εφεξής με μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Το αναιρεσείον εκθέτει στη συνέχεια ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, ο αναιρεσίβλητος στις 1-5-2007 δεν είχε ασκήσει νόμιμα επίσχεση εργασίας, επειδή, όπως είχε ομολογήσει στο δικόγραφο της αγωγής του, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται και στην αναιρεσιβαλλομένη, μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, την οποία είχε καταρτίσει με αυτό, απασχολείτο σε υπηρεσία του προσωρινά σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 1171/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) που προαναφέρθηκε, δηλαδή προσέφερε την εργασία του σε αυτό σε εκτέλεση απλής σχέσης εργασίας και όχι έγκυρης και ενεργούς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Το αναιρεσείον ισχυρίζεται, τέλος, ότι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ασκήσει νόμιμα επίσχεση εργασίας, θα δεχόταν ως βάσιμη την έφεση, την οποία είχε ασκήσει κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θα εξαφάνιζε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και θα απέρριπτε ως μη νόμιμη την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος εναντίον του.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος είχε εκθέσει: α) ότι από ...-1999 και εφεξής κατήρτιζε με το αναιρεσείον διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες άλλοτε χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου και άλλοτε ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούσαν στο σύνολό τους μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι σε εκτέλεσή τους προσέφερε σε αυτό προσηκόντως την εργασία του έως και την 1-9-2005, όταν το εναγόμενο έπαυσε πλέον να αποδέχεται την εργασία του, επειδή είχε παρέλθει η χρονική διάρκεια της τελευταίας σύμβασης, την οποία είχε καταρτίσει με αυτό, β) ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεών του δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από κάποιο αντικειμενικό λόγο, επειδή με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου, γ) ότι για το λόγο αυτό είχε ασκήσει κατά του αναιρεσείοντος την αγωγή, με την οποία είχε αιτηθεί να αναγνωρισθεί ότι από ...-1999 και εφεξής συνδεόταν με το εναγόμενο με μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο, το οποίο είχε παύσει από 1-9-2005 να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, είχε καταγγείλει ουσιαστικά τη σύμβαση εργασίας τους, δ) ότι η καταγγελία αυτή έπασχε από ακυρότητα, διότι το αναιρεσείον δεν είχε τηρήσει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους ν. 2112/1920 και 3198/1955, ε) ότι αμέσως μετά την έγερση της αγωγής που προαναφέρθηκε αιτήθηκε από το αναιρεσείον - με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του - να υποχρεωθεί να αποδέχεται την εργασία του, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής που προαναφέρθηκε, στ) ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας εξέδωσε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ.

του ΚΠολΔ) την υπ' αριθμό 1171/2005 απόφαση, με την οποία υποχρέωσε το αναιρεσείον-καθού η αίτηση να επαναπασχολήσει τον αναιρεσίβλητο-αιτούντα, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής με την οποία είχε αμφισβητήσει την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ζ) ότι το αναιρεσείον συμμορφώθηκε με το διατακτικό της υπ' αριθμό 1171/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και από 1-7-2006 άρχισε να αποδέχεται εκ νέου την εργασία του, αλλά δεν κατέβαλλε σε αυτόν αποδοχές, η) ότι για το λόγο αυτό στις 1-5-2007 άσκησε επίσχεση εργασίας για καθυστερούμενες δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-7-2006 έως και 30-4-2007 και θ) ότι με την υπ' αριθμό 327/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 405/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, αναγνωρίσθηκε (i) ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συνδεθεί από ...-1999 και εφεξής με το αναιρεσείον με μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι το αναιρεσείον - το οποίο είχε παύσει να αποδέχεται την εργασία του από 1-9-2005 και εφεξής, επειδή στις 31-8-2005 είχε παρέλθει ο χρόνος της συμφωνημένης διάρκειας της τελευταίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε καταρτίσει με αυτό - κατήγγειλε με τον τρόπο αυτό τη σύμβαση εργασίας του και (ii) ότι η καταγγελία αυτή έπασχε από ακυρότητα, διότι το αναιρεσίβλητο δεν είχε τηρήσει τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 7, 8 ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 παράγραφος 3 ν. 3198/1955, 1 και 3 παράγραφος 5 του από 16/18-7-1920 βασιλικού διατάγματος και, ειδικότερα, δεν είχε τηρήσει τον έγγραφο τύπο και δεν είχε καταβάλει σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ότι για το λόγο αυτό το αναιρεσείον είχε υποχρέωση να καταβάλει σε αυτόν αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως και 28-12-2010 νομιμότοκα.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη συνέχεια κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έκρινε νόμιμη την αγωγή με την αιτιολογία ότι, επειδή με την υπ' αριθμό 327/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας α) οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες κατήρτιζε ο αναιρεσίβλητος με το αναιρεσείον από ...-1999 και εφεξής χαρακτηρίσθηκαν ως μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και β) το αναιρεσείον στις 1-9-2005 είχε καταγγείλει άκυρα τη σύμβαση εργασίας που προαναφέρθηκε, ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει νόμιμα στις 1-5-2007 επίσχεση εργασίας, μολονότι, όπως ο ίδιος ομολογούσε στην ένδικη αγωγή, απασχολείτο ακόμη σε αυτό σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 1171/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία είχε υποχρεωθεί το αναιρεσείον να αποδέχεται την εργασία του αναιρεσιβλήτου, ωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής του κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία είχε αιτηθεί να αναγνωρισθεί ότι από ...-1999 και εφεξής συνδεόταν με το εναγόμενο με μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο είχε καταγγείλει ακύρως την σύμβαση εργασίας του.

Για το λόγο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή με την ίδια αιτιολογία και περαιτέρω την είχε δεχθεί ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και είχε επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας συγκεκριμένου χρηματικού ποσού νομιμότοκα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως και 28-12-2010.

Ο αναιρεσίβλητος, ωστόσο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, όταν στις 1-5-2007 είχε ασκήσει επίσχεση εργασίας, παρείχε τις υπηρεσίες του στο αναιρεσείον σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, όπως ο ίδιος ομολογεί στην αγωγή του, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας και όχι σε εκτέλεση ενεργούς σύμβασης εργασίας, η οποία την 31-8-2005 είχε λυθεί, επειδή επρόκειτο για σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και η συμφωνημένη χρονική της περίοδος είχε παρέλθει.

Ο αναιρεσίβλητος, επομένως, στις 1-5-2007 δεν είχε ασκήσει νόμιμα επίσχεση εργασίας. Το γεγονός ότι με την υπ' αριθμό 327/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν συμβατικά με το αναιρεσείον από ...-1999 και εφεξής με μία, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία δεν είχε λυθεί στις 31-8-2005, επειδή είχε καταγγελθεί ακύρως, δεν ασκεί έννομη επιρροή, επειδή η απόφαση που προαναφέρθηκε δεν μπορούσε να δημιουργήσει δικαιώματα ή υποχρεώσεις ουσιαστικού δικαίου υπέρ ή σε βάρος των διαδίκων και πολύ περισσότερο να καταστήσει αναδρομικά έγκυρο το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος, διότι η μόνη έννομη συνέπεια που είχε επιφέρει η απόφαση που προαναφέρθηκε ήταν δεδικασμένο (άρθρα 321, 322 παράγραφος 1, 324 και 325 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως προς το ζήτημα ότι το αναιρεσείον είχε καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, επειδή επρόκειτο για μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και το αναιρεσείον δεν είχε τηρήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για να την καταγγείλει έγκυρα. 4.

Το Μονομελές Εφετείο, συνεπώς, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του, ο οποίος επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Μετά από αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η απόφαση που προσβάλλεται. Η αναιρετική εμβέλεια της απόφασης καταλαμβάνει και τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο από τους αριθμούς 19, 9 και 1 ,αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, οι οποίοι δεν απαιτείται να ερευνηθούν. 5.

Σύμφωνα περαιτέρω με το άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, αν μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της με βάση την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση επί της ουσίας να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ 1262/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση μετά την αναίρεση της υπ' αριθμό 365/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών καθίσταται και πάλι εκκρεμής η από 8-3-2021 έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον-εκκαλούν κατά της υπ' αριθμό 334/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 28-12-2011 αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος-ενάγων κατά του αναιρεσείοντος-εναγομένου.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά του αναιρεσείοντος, ήταν μη νόμιμη. Μετά από αυτό η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και συνεπώς θα κρατηθεί και θα δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο για λόγους οικονομίας της δίκης (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).

Η από 8-3-2021 έφεση, επομένως, που είχε ασκήσει το αναιρεσείον-εκκαλούν κατά της υπ' αριθμό 334/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Μετά από αυτό πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την από 28-12-2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επιδίκασε σε αυτόν νομιμότοκα το ποσό των 41.804,40 Ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως και 28-12-2010, να κρατηθεί και να δικασθεί η αγωγή κατά το μέρος που προαναφέρθηκε από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί ως μη νόμιμη.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. - το οποίο κατέθεσε προτάσεις - τόσο της παρούσας αναιρετικής δίκης, όσο και των δικών που διεξήχθησαν ενώπιον του δευτέρου και του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 176 εδάφιο α, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) και θα υπολογισθούν μειωμένα τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τις δίκες ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παράγραφος 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αριθμός 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παράγραφος 12 ν. 1738/1987 σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο παράγραφος 2 της υπ' αριθμό 134423/1992 Κ.Υ.Α.

Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β 11/20-1-1993), επειδή το αναιρεσείον παρέστη σε όλες τις δίκες δια μελών του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 365/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 8-3-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2021 έφεση του αναιρεσείοντος, Ν.Π.Δ.Δ. , κατά της υπ' αριθμό 334/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμό 334/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας κατά το μέρος που δέχθηκε την από 28-12-2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Κρατεί και δικάζει την από 28-12-2011 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2011 αγωγή κατά το μέρος της που προαναφέρθηκε.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, Ν.Π.Δ.Δ. , το ύψος των οποίων ορίζει για την παρούσα αναιρετική δίκη στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ και, επιπλέον , για τις δίκες ενώπιον δευτεροβαθμίου και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο συνολικό ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ