Legislator Case Law & Legislation
280/2022 AI generated

280/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 280/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

280/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 280 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 280/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσειόντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κοτζαμάνογλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1147/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2024/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-5-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 31-5-2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 490/4-6-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της, με αριθμό 2024/11-4-2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της ασκηθείσας εφέσεως του αναιρεσείοντος και τότε εκκαλούντος και εναγομένου, κατά της, με αριθμό 1147/2018, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της, από 29-11-2017 και με αριθμό κατάθεσης 601920/2940/29-11-2017, αγωγής του αναιρεσίβλητου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 4-6-2019, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 11-4-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους, περιοριστικά, αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 9/2016, Ολ ΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006) .

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 εδ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου έτσι ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998), γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 109/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία '' Ταμείο Αυτασφάλισης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος'' μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι το δικαστήριο της ουσίας έσφαλε κρίνοντας ότι ο ενάγων- αναιρεσίβλητος, νομίμως αξίωσε την είσπραξη από αυτό της εφ' άπαξ παροχής του αποβιώσαντος στις 10/11/2013 δικαιοπαρόχου του, Χ.

Σ. του Δ. και Χ., του οποίου ο αναιρεσείων φέρεται ως εκ διαθήκης κληρονόμος. Ειδικότερα εκθέτει το αναιρεσείον ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου απεβίωσε καθ' όν χρόνο ήταν ακόμη υπάλληλος εν ενεργεία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, οπότε κατά το χρόνο του θανάτου του (10/11/2013) δεν ήταν η απαίτησή του γεννημένη, αφού δεν είχε επέλθει αποχώρησή του από την Υπηρεσία ούτως ώστε η εφ' άπαξ παροχή αυτή να περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος.

Ότι η αξίωση για την είσπραξη της παροχής αυτής γεννήθηκε λόγω του γεγονότος του θανάτου του ασφαλισμένου, ο οποίος, ως νομικό γεγονός, ισοδυναμεί με την "αποχώρηση" από την υπηρεσία και μόνο για τα προβλεπόμενα πλέον από το άρθρο 6 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος πρόσωπα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κανονισμού του.

Ότι ο κύκλος των προσώπων αυτών περιγράφεται περιοριστικά στο άρθρο 6 παρ. Β 1 & 2 του Κανονισμού (επιζών σύζυγος και τέκνα ή επιζών σύζυγος και γονείς) και η αξίωσή τους αυτή δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το κληρονομικό τους δικαίωμα, αφού την παροχή θα τη λάβουν είτε αποδεχθούν είτε αποποιηθούν την κληρονομιά, δεδομένης της ιδιότητας της παροχής ως καθαρώς ασφαλιστικού χαρακτήρα και όχι περιουσιακού, έτσι ώστε να προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974.

Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ η σχετική Καταστατική διάταξη του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή και τα προαναφερόμενα άρθρα του Καταστατικού του αναιρεσείοντος, όπως ισχύει από 18-12-2013 μετά την απόφαση του ΔΣ 23/16-12-2013 και την Κοινή Υπουργική Απόφαση Φ 80000/35187/1180 (ΦΕΚ Β 3239/19-12-2013) και τροποποιήθηκε με τις 3/31-3-2014 και 10/18-6-2014 αποφάσεις του ΔΣ του αναιρεσείοντος.

τις κείμενες, περί κληρονομικών δικαιωμάτων διατάξεις, αλλά και τις γενικότερες διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω πρώτος και δεύτερος, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι η εφ' άπαξ παροχή του αποβιώσαντος ασφαλισμένου του Χ.

Σ., δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, κατέστη μετά τον θάνατό του αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής (και όχι ασφαλιστικής), υπό τα οποία (περιστατικά) συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη ( Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 1320/2011).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 732/2001, ΑΠ 77/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικότητα ως προς τις αιτιολογίες της, διότι ενώ δέχεται την ελευθερία των συμβάσεων ως προς την ισχύ του Κανονισμού του αναιρεσείοντος, στο άρθρο. 6 του οποίου ορίζονται ειδικά τα πρόσωπα που δικαιούνται μετά τον θάνατο του ασφαλισμένου να λάβουν την εφ' άπαξ παροχή του, στη συνέχεια, όλως αντιφατικά, θεωρεί την παροχή αυτή ως κληρονομητέο περιουσιακό δικαίωμα του ασφαλισμένου, το οποίο περιέρχεται στον νόμιμο κληρονόμο του, κατά παράβαση του ως άνω άρθρου 6 του Κανονισμού του.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίφαση, ανεξάρτητα από το ότι δεν υφίσταται, αφορά σε απλές αιτιολογίες της απόφασης χωρίς ισχύ διατακτικού και όχι σε διατάξεις του ίδιου του διατακτικού. Μετά από αυτά, αφού και οι τρεις λόγοι της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέοι, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που ηττήθηκε στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη, από 31-5-2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 490/4-6-2019 αίτηση για αναίρεση της, με αριθμό 2024/11-4-2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ., τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ