280/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 280 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2016
Legislator headnote
AI generated280/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 280 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2016
Full text
Απόφαση 280 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Κεφαλλονιάς που εδρεύει στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Αργοστολίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νίκη Χριστοφοράτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 381/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-12-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 20-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή, κατ' επιτρεπτή νοηματική απόδοση και αυτεπάγγελτη έρευνα, του δευτέρου εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικού λόγου και την απόρριψη των λοιπών εκ του άρθρου 559 αρ. 4 και 8 Κ.Πολ.Δ λόγων της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξ άλλου κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές. Περαιτέρω κατά το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν μεταξύ άλλων η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου και κατά την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Σε εκτέλεση της τελευταίας διάταξης με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 2944/2001, ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ. και άρθρο 45 παρ. 1 π.δ. 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημοσίας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας. Εξ άλλου με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υπαχθεί σ' αυτή. Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. θ αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 2721/1999, στις εν λόγω διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές" κατά τη διάταξη αυτή νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με σχέση δημόσιου δικαίου. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακυρωτικές, που υπάγονται κατά περίπτωση στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες συνιστούν εκτελεστές κατά την προαναφερθείσα έννοια διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι ακυρότητα ή καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο. Οι λοιπές πράξεις της διοικήσεως που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, εξαιρούνται από την έννοια της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, είναι δε ιδιωτικές διαφορές που ανήκουν στη γενική, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος, δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων (Α.Ε.Δ. 12/1992, 85/1991, Α.Π. 854/2009). Ειδικότερα ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και γενικότερα σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών. Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι της πράξεως από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Επομένως η διαφορά που προκαλείται στο πλαίσιο λύσεως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αίτησης επαναπρόσληψης υπαλλήλου Δημοσίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ουσιαστικώς κατατείνει στην ικανοποίηση του δικαιώματος αποκατάστασης της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς έχει το χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η εξέταση της αιτήσεως απολυθέντος έχει ανατεθεί από το νόμο σε διοικητικό όργανο. Ως εκ τούτου τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν τη διαφορά αυτή (Α.Π. 1257/2000).
ΙΙ. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ. η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά (με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια) όσο και αρνητικά (με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο) (Α.Π. 886/2011). Το δεδικασμένο καταλαμβάνει και την κρίση που εξέφερε το αρμόδιο δικαστήριο για κάθε έννομη σχέση, εφόσον η κρίση αυτή ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως, ασχέτως προς την πληρότητα ή όχι της γενόμενης διερευνήσεως των πραγματικών προϋποθέσεων της εν λόγω έννομης σχέσεως, ως εκ της εννοίας ακριβώς του δεδικασμένου, το οποίο καλύπτει και τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως από την οποία παράγεται (Α.Π. 232/2007). Περαιτέρω κατά το άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία και κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (A.Π. 897/2015). Εξ άλλου με το άρθρο 98 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως: α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό" και με την παρ.2 του ίδιου άρθρου ότι: "Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει...". Με το άρθρο 17 παρ. 1 εδ. β του π.δ. 774/1980 "Οργανισμός Ελεγκτικού Συνεδρίου" (ΦΕΚ Α' 189) ορίσθηκε ότι: "Το Ελεγκτικόν Συνέδριον... β) Ασκεί τον κατά το άρθρον 98 του Συντάγματος έλεγχον των δαπανών του Κράτους, ως και των δι' ειδικών νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου επί τω τέλει της βεβαιώσεως ότι υπάρχει δια ταύτας νομίμως κεχορηγημένη πίστωσις και ότι κατά την πραγματοποίησιν τούτων ετηρήθησαν αι διατάξεις του κώδικος "περί δημοσίου λογιστικού" και παντός άλλου νόμου ή διατάγματος ή κανονιστικής αποφάσεως" και με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ότι: "Κατά τον υπό του Συνεδρίου ασκούμενον έλεγχον επιτρέπεται η εξέτασις και των παρεμπιπτόντως αναφυομένων ζητημάτων, επιφυλασσομένων των περί δεδικασμένου διατάξεων". Οι εν λόγω διατάξεις, μετά την κατάργηση του άνω προεδρικού διατάγματος με το ν. 4129/2013 "Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο" (με τον οποίο κυρώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 7 του Συντάγματος ο νόμος για το Ελεγκτικό Συνέδριο και κωδικοποιήθηκαν οι ισχύουσες διατάξεις) επαναλήφθηκαν στο άρθρο 28 παρ. 1 εδαφ. β και παρ. 3 του κώδικα που κυρώθηκε με το νόμο αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει μεταξύ άλλων ότι κατά τον έλεγχο της νομιμότητας των δαπανών το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει, όταν απαιτείται, και την ύπαρξη δικαιώματος του δανειστή (πιστωτή) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για την πραγματοποίηση της δαπάνης. Εφόσον όμως για το ως άνω δικαίωμα υπάρχει δεδικασμένο από απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται από αυτό. Η ισχύς του δεδικασμένου στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι αποτέλεσμα της αυθεντικής διαγνώσεως της απαιτήσεως κατά το νόμιμο και ουσία βάσιμο αυτής, που προηγείται με τη δικαστική απόφαση. Ως εκ τούτου όταν το (κατά τον έλεγχο της δαπάνης) παρεμπιπτόντως αναφυόμενο ζήτημα έχει αποτελέσει περιεχόμενο τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, το Ελεγκτικό Συνέδριο, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο, πρέπει να συμμορφωθεί με την απόφαση και δεν δικαιούται να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας ή μη της διαγνωθείσας με αυτήν έννομης συνέπειας, αφού ο έλεγχος της ορθότητας ή μη της αποφάσεως δεν συνιστά παρεμπίπτον ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 3 του π.δ. 774/1980 και ήδη 28 παρ. 3 του "Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο" που κυρώθηκε με το ν. 4129/2013. Στην περίπτωση αυτή η τελεσίδικη απόφαση στην οποία στηρίζεται το δικαίωμα του φερόμενου ως δικαιούχου της δαπάνης για την πραγματοποιήσή της, αποτελεί νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό της απαιτήσεώς του σε βάρος του υποχρέου (Δημοσίου, οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου) (Ολ. Ε.Σ. 17-2/2010, 19/2012, σχετ. Σ.τ.Ε. 4358/2014, 1115/2013). Άλλωστε η δεσμευτική ενέργεια που προσδίδεται από το νόμο στο περιεχόμενο της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως (δεδικασμένο) παράγεται και από τη μη ορθή, άδικη ή παράνομη απόφαση. Συναφώς το δεδικασμένο καλύπτει τόσο τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή τις τυπικής φύσεως προϋποθέσεις που ανάγονται στην τηρητέα διαδικασία προς διαπίστωση της υπάρξεως του δικαιώματος, όσο και τις αναγόμενες στο βάσιμο της αγωγής ουσιαστικής φύσεως προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ύπαρξη και το περιεχόμενο του ουσιαστικού δικαιώματος (Α.Π. 1345/2014). Περαιτέρω ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006, Α.Π. 79/2013). Τέλος η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενό της έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, στο άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις που εξασφάλιζαν οπωσδήποτε την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής. Έτσι στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β και 3 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). Η κατά τ' ανωτέρω προβλεπόμενη διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του Α.Σ.Ε.Π. για τη "μετατροπή" των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν αποκλείει ούτε είναι δυνατόν ν' αποκλείσει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 26, 94 και 95 του Συντάγματος, στα πολιτικά δικαστήρια, επιδιώκοντας την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της συμβατικής εργασιακής σχέσης τους, ο ορθός χαρακτηρισμός της οποίας, όπως ήδη προεκτέθηκε, αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας (Ολ. Α.Π. 18/2006, Ολ. Ε.Σ. 17-2/2010). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με την από 16-3-2009 αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η τελευταία οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι από τις 4-5-2004 ο πρώτος και από την 1-11-2002 ο δεύτερος, δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικώς ανανεουμένων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προσέφεραν πραγματικά και αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο δήμο, ο πρώτος ως συντηρητής δημοτικών κτιρίων και ο δεύτερος ως κλητήρας, καλύπτοντας πάγιες, διαρκείς και κατά προορισμό θεμελιακές ανάγκες αυτού. Ότι με προγενέστερη από 11-7-2005 αγωγή τους είχαν ζητήσει ν' αναγνωρισθεί ότι οι αρχικές συμβάσεις εργασίας και οι ανανεώσεις τους συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επί της αγωγής δε αυτής είχε εκδοθεί η 1025/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία αυτή είχε γίνει δεκτή. Ότι η τελευταία αυτή δικαστική απόφαση κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη, σε εκτέλεση δε αυτής και κατόπιν έκδοσης της 16070/2006 απόφασης του δημάρχου του και της 6887/2006 εγκριτικής απόφασης της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, ο εναγόμενος προέβη σε κατάταξη αυτών σε προσωποπαγείς θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τις άνω ειδικότητες. Ότι στις 10-1-2007 εγκαταστάθηκαν στις θέσεις αυτές και ανέλαβαν εργασία, συντάχθηκαν δε τα σχετικά πρωτόκολλα. Ότι κατόπιν προκύψαντος προβλήματος σχετικά με τη θεώρηση των ενταλμάτων πληρωμής τους από το τοπικό κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και κατόπιν υπόδειξης του εναγομένου να λάβουν άδεια άνευ αποδοχών μέχρι τη λύση του προβλήματος, έλαβαν τις αναφερόμενες άδειες. Ότι μετά τη λήξη των αδειών στις 23-12-2008 ο εναγόμενος, χωρίς νόμιμη αιτία και σπουδαίο λόγο, τους γνωστοποίησε την 18569/2008 απόφαση του δημάρχου του για ανάκληση της απόφασης διορισμού και κατάταξης αυτών και την έκτοτε καταγγελία των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας τους. Με βάση τα ανωτέρω και την επίκληση ότι η προαναφερθείσα απόφαση του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου (δημάρχου) και η κατ' ακολουθία από 23-12-2008 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι παράνομη και καταχρηστική για τους εκτιθέμενους λόγους, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, ν' αναγνωρισθεί ότι η από 23-12-2008 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους όπως και προηγουμένως, ήτοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να τους καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές τους που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη, καθώς και μισθούς υπερημερίας. Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορρίφθηκε η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή, αναγνωρίσθηκε δε ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων που έγινε με την 18569/2008 απόφαση ανάκλησης της 16070/2006 απόφασης διορισμού αυτών είναι άκυρη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος δήμου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως προς όλους τους λόγους της, μεταξύ των οποίων και εκείνος με τον οποίο ο εκκαλών προέβαλε κατά της εκκαλουμένης αιτιάσεις για την απόρριψη της προβληθείσης από αυτόν ένστασης ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Με την τελευταία αυτή κρίση του το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. Και τούτο διότι με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή εισήγαγε διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αφού: α) η φύση της έννομης σχέσης που αποτελεί αντικείμενο της ένδικης διαφοράς έχει ως θεμελιωτική βάση την πρόσληψη από τον εναγόμενο και απασχόληση των εναγόντων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και την κατάταξη αυτών σε προσωποπαγείς προσωρινές θέσεις εργασίας πάλι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με τις ρηθείσες ιδιότητες και την παροχή εργασίας στις θέσεις αυτές, σε εκτέλεση αμετάκλητης απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου από την οποία απέρρεε δεδικασμένο αναφορικά με τη συνδέουσα τα διάδικα μέρη σχέση, ήτοι εκείνη της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) εκ τούτων θεμελιώνεται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, έστω και αν γενεσιουργός λόγος της διαφοράς είναι πράξη της διοικήσεως, η παρεμβολή της οποίας δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της διαφοράς με βάση την οποία ιδρύεται η δικαιοδοτική αρμοδιότητα, ως τοιαύτης ιδιωτικού δικαίου, γ) η νομιμότητα ή όχι της ανάκλησης του διορισμού και της κατάταξης των εναγόντων (για την οποία δεν έγινε δεκτή συνδρομή ειδικής διαγραφόμενης από το νόμο διαδικασίας) ορθά ερευνήθηκε παρεμπιπτόντως από το εφετείο ως θεμέλιο της απόλυσης των τελευταίων κατά τις περί αυτού παραδοχές του, εφόσον περί αυτής δεν υπήρχε απόφαση διοικητικού δικαστηρίου παράγουσα δεδικασμένο. Κατά συνέπεια αρμόδια για την επίλυση της ένδικης διαφοράς είναι τα πολιτικά δικαστήρια και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Στον ίδιο λόγο περιέχονται και οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη αρκέσθηκε σε λιγότερα και σε διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο για την παραδοχή της αγωγής και ειδικότερα ότι η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σχέση δεν ήταν αυτή της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι οι αποφάσεις διορισμού των αναιρεσιβλήτων αντιβαίνουν στην αρχή της νομιμότητας καθόσον από το π.δ. 164/2004 προβλέπονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις που δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω, ότι ελλείπει η συνδρομή του δεδικασμένου και ότι η καταγγελία σε κάθε περίπτωση εχώρησε εγκύρως και αναπτύσσει πλήρως τις έννομες συνέπειες της αφού δεν προσβλήθηκε με ακυρότητα εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας. Οι αιτιάσεις αυτές δεν συνδέονται με συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως. Αλλά και αν ακόμα θεωρηθεί ότι με αυτές προβάλλεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός θεμελιώνεται επί εσφαλμένων προϋποθέσεων και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι: α) Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης η δικαστική απόφαση με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων μερών είχαν καταρτισθεί συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη και αμετάκλητη. Μετά δε την τελεσιδικία της εν λόγω απόφασης και συνεπεία του δεδικασμένου που απορρέει από αυτήν ως προς το χαρακτήρα των διαδοχικών συμβάσεων που συνέδεαν τους αναιρεσιβλήτους με τον αναιρεσείοντα δήμο ως μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν επιτρεπόταν να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που είχε ήδη κριθεί με αυτές και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό είχε παραχθεί. Δεν επηρεάζεται δε το δεδικασμένο που απορρέει από την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση από την ορθότητα ή όχι αυτής αναφορικά με την άνω παραδοχή και τη συνδρομή των απαιτουμένων κατά νόμο προϋποθέσεων, το οποίο, ως προδικαστικό ζήτημα που αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κριθέντος κύριου ζητήματος (του χαρακτήρα δηλαδή των συμβάσεων που συνέδεαν τα διάδικα μέρη), ερευνήθηκε παραδεκτά από το δικαστήριο ουσίας. Συνακόλουθα το δεδικασμένο που απορρέει από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση καλύπτει κατά το άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ. τα άνω ζητήματα κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη. β) Κατά τις ίδιες παραδοχές η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955 (που εφαρμόζεται και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) και ειδικότερα κατά τις παραδοχές αυτές η αγωγή κατατέθηκε στις 18-3-2009 και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 19-3-2009, δηλαδή εντός τριμήνου από τις 23-12-2008, αφότου καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας των εναγόντων. III. O λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το εφετείο "δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη". Με το ως άνω περιεχόμενο ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρονται οι ισχυρισμοί που κατά τον αναιρεσείοντα προτάθηκαν και δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. Α.Π. 1/1999). Εξ άλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. "Κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ύστερα από πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη που έχει περιληφθεί στην έγγραφη εισήγησή του λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559". Περαιτέρω με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α και β του ν. 2685/1999 "Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικρατείας και άλλες διατάξεις" (που ήδη καταργήθηκε με τα άρθρα 27 και 28 ν. 4336/2015) ορίσθηκε ότι: "Τα έξοδα μετακίνησης εντός έδρας αφορούν την κίνηση των υπαλλήλων για εκτέλεση υπηρεσίας μέσα στην πόλη. Ως πόλη θεωρείται ο ευρύτερος οικισμός που περιλαμβάνει την ομώνυμη πόλη και τους συνεχόμενους συνοικισμούς και προάστια, οι οποίοι, ανεξάρτητα αν είναι δήμοι ή κοινότητες, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ευρύτερου οικιστικού συγκροτήματος και εξυπηρετούνται από αστικό συγκοινωνιακό δίκτυο". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου: "Ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακίνησης, σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εντός έδρας, διατηρούνται σε ισχύ και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων". Σε εκτέλεση αυτών εκδόθηκε η 2/95080/0022/29-12-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, με την οποία καθορίσθηκαν τα μηνιαία κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης του προσωπικού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού από 1-1-2008 σε 365 ευρώ μηνιαίως, καθώς και ότι: "Τα έξοδα κίνησης δεν καταβάλλονται για όσο διάστημα οι υπάλληλοι απουσιάζουν από την υπηρεσία τους. Δεν γίνεται περικοπή των εξόδων κίνησης στην κατ' έτος κανονική άδεια των δικαιούχων, στην άδεια κύησης και λοχείας και στις συνδικαλιστικές άδειες..." (παρ. 2). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε και τα ακόλουθα ουσιώδη, όσον αφορά τον υπολογισμό των μισθών υπερημερίας των εναγόντων και ειδικότερα όσον αφορά των εξόδων κίνησης αυτών ως υπαλλήλων οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης: α) Για τον πρώτο ενάγοντα: "...Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. α της εν λόγω ΣΣΕ [σημ: εννοείται ΣΣΕ ΠΟΠ - ΟΤΑ/2008] το ημερομίσθιο του τεχνικού προσωπικού, στο οποίο υπάγεται ως καταταγείς με την ειδικότητα του συντηρητή δομικών κτιρίων, με τριετή εμπειρία, εργαζόμενος από την 4-5-2004, άγαμος, καθορίζεται σε 38,44 ευρώ, στο οποίο προστίθεται... (και) το ποσό των 365 ευρώ ανά μήνα (υπ' αριθμόν 2/95080/0022/29-12-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών)...". β) Για το δεύτερο ενάγοντα: "...Για υπάλληλο συνδεόμενο με τον εναγόμενο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με τριετή προϋπηρεσία, άγαμο, που είχε εξελιχθεί στο 16ο μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας υποχρεωτικής εκπαίδευσης (Υ.Ε.)... ο βασικός μισθός καθορίσθηκε στο ποσό των 754 ευρώ, στο οποίο προστίθεται... (και) το ποσό των 365 ευρώ ανά μήνα (υπ' αριθμόν 2/95080/0022/29-12-2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών)...". Υπό τις παραδοχές αυτές το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου τις ρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που διέπουν τα έξοδα κίνησης υπαλλήλων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, διαλαμβάνοντας στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω νομικών κανόνων. Τούτο δε διότι κατά την επιδίκαση μισθών υπερημερίας συνυπολόγισε προς εξεύρεση αυτών και "έξοδα κινήσεως", χωρίς να διαλάβει αιτιολογία αν τα εν λόγω έξοδα έχουν προσλάβει ή όχι την έννοια του μισθού ως πάγιας τακτικώς καταβαλλόμενης παροχής, συνυπολογιζόμενης ως τμήματος αυτού ανεξάρτητα από την παρουσία των αναιρεσιβλήτων στην υπηρεσία και την παροχή εργασίας ή αν η χορήγησή τους συναρτάται άμεσα με την παρουσία και προσφορά εργασίας σ' αυτήν (πλην των καθοριζομένων κατά νόμο περιπτώσεων). Συνακόλουθα ο προταθείς αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. V. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής που αφορά τον υπολογισμό των δικαιούμενων μισθών υπερημερίας των αναιρεσιβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013) καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 381/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το μέρος αυτής που αφορά τον υπολογισμό των μισθών υπερημερίας των αναιρεσιβλήτων.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων τα εκατέρωθεν δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ