280/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ.68/6-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2014 του Μον/λούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-11-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 2-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated280/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 280 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 280/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ" που εδρεύει στον Αλμυρό Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κοσμά Αλεξάνδρου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Ψαρρού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ.68/6-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2014 του Μον/λούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-11-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 2-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 206/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία, απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 87/2013 που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, στην οποία ιστορούσε ότι την 29-3-2001 προσλήφθηκε από τον αναιρεσείον με τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις μισθώσεως έργου που ανανεώθηκαν διαδοχικά και εργάσθηκε σ' αυτό μέχρι την άσκησή της αγωγής, υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε, να αναγνωρισθεί ότι από της προσλήψεώς του και εφεξής η συνδέουσα αυτόν (αναιρεσίβλητο) και την αναιρεσείουσα σύμβαση είναι, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να εξετασθεί, ως προς τους λόγους της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
III. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια, για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το αρθρ. 669 §1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος, για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των αρθρ. 26 §3 και 87 §2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε, να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ. ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 4.
Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ.
η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη, για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: 1 περ.
α' "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση", 2. "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία", 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" και 5.
του ίδιου άρθρου του ως άνω Π.Δ. "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος".
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτεθέντα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής και μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (Ολ.
ΑΠ 20/2007). Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 αυτού προκύπτει.
Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 §3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει, ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων, από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων, που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον, εκ του νόμου, χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός, εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση, που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές, κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν, κατά την φύση τους, πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Τούτο δε, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ Ολ. 7/2011, ΑΠ 79/2013).
Αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής ισχύος διάταξης του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, η μετατροπή ισχύει, εφόσον η τελευταία από τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 (ήτοι την 19-7-2004) ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όπως από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 5 αυτού προκύπτει (ΑΠ 264/2011).
Εξάλλου, στο άρθρο 3 περίπτ. δ' του προαναφερομένου Π.Δ. ορίζεται ότι, για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ως "σύμβαση" νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση (δηλαδή η καταρτισθείσα εγκύρως με έγγραφη σύμβαση) αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση έργου ή σχέση, υπό την οποία υποκρύπτεται τέτοια σχέση εξαρτημένης εργασίας (βλ.
Σ.τ.Ε. 2427/2010, πρβλ. ΑΠ 590/2011). Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 περ. δ' του Π.Δ. 164/2004, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 11, δύνανται, να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Επομένως, ως αρχική τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, με βάση την οποία ελέγχεται, μεταξύ άλλων, και η συνδρομή των προϋποθέσεων της περιπτώσεως δ' της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, θεωρείται η πρώτη από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, αφού μόνον με βάση τέτοιες συμβάσεις είναι δυνατή κατ" αρχήν, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, η μετατροπή της σχέσεως εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (Σ.τ.Ε. 634/2010, Σ.τ.Ε. 28/2008, πρβλ.
ΑΠ 1324/2010). Εξαίρεση από τον προαναφερθέντα κανόνα προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ σύμφωνα με την οποία "Κατ' εξαίρεση, και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες κατ' εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, για τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εργάζονται στο πλαίσιο προγράμματος ένταξης του ΟΑΕΔ, αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Αναπτυξιακή Επιχείρηση Πτελεού", (το οποίο, στη συνέχεια, συγχωνεύτηκε με άλλες κοινωφελείς επιχειρήσεις του Δήμου Αλμυρού και στη θέση του υπεισήλθε το ήδη εφεσίβλητο ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Αλμυρού", κατά τις διατάξεις του Ν. 3852/2010 "Ο.Τ.Α, Αρμοδιότητες -Καλλικράτης κλπ") την 29-3-2001 με έγγραφη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, με διάρκεια από 29-3-2001 έως 31-1-2004, στο πλαίσιο προγράμματος του ΟΑΕΔ, για άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ), καθόσον έπασχε από ψυχωτική συνδρομή και είχε κριθεί ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67%, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου.
Στη συνέχεια οι ως άνω διάδικοι την 14-6-2004 κατάρτισαν εγγράφως νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με διάρκεια από 14-6-2004 έως 13-6-2007 (ήτοι επί τρία έτη) για να προσφέρει αυτός τις υπηρεσίες του στην ίδια θέση και με την ίδια ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου. Ακολούθως οι ίδιοι διάδικοι την 14-6-2007 κατάρτισαν εγγράφως νέα σύμβαση με διάρκεια από 14-6-2007 έως 13-6-2008 (ήτοι επί ένα ακόμη έτος) για να προσφέρει αυτός τις υπηρεσίες του με την ίδια ως άνω ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου του εναγομένου.
Τέλος την 20-7-2009 αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ η πρόσληψη του ενάγοντος για να προσφέρει αυτός τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων, με σύμβαση αορίστου χρόνου και πλήρη απασχόληση υπαγόμενος στο πρόγραμμα για την επιχορήγηση επιχειρήσεων για την απασχόληση ανέργων ατόμων ευπαθών κοινωνικών ομάδων, με διάρκεια 36 μηνών, ήτοι από 20-7-2009 έως 19-7-2013.
Όλες οι προαναφερόμενες συμβάσεις (που χαρακτηρίζονταν ως εργασίας ορισμένου χρόνου ή ως συμβάσεις έργου) είναι διαδοχικές με μικρές διακοπές μεταξύ τους και ο ενάγων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 29-3-2001 έως 19-7-2013 κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ν.π.ι.δ και όχι πρόσκαιρες, έκτακτες ή εποχικές ανάγκες αυτού, αφού οι ανάγκες του εναγομένου για τη στελέχωση προσωπικού γραφείου, συνεχώς αυξάνονταν και χρειαζόταν, για την ομαλή λειτουργία του, σε σταθερή βάση τις υπηρεσίες του ενάγοντος.
Εξάλλου, οι συμβάσεις του ως άνω ενάγοντος ανανεώνονταν σταθερά και με τέτοια διάρκεια και συχνότητα, ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα ότι αυτός κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες που συνδέονται με την καλή λειτουργία του ως άνω τομέα λειτουργίας γραφείου του εναγομένου ν.π.ι.δ. Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων απασχολήθηκε από το εναγόμενο, με την ιδιότητα του υπαλλήλου γραφείου, επί 24 συνολικά μήνες με μία τουλάχιστον ανανέωση μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, ενώ, εξάλλου, είχε ενεργό σύμβαση στις 19-7-2004, ήτοι από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004.
Επίσης, ο ενάγων απασχολήθηκε καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα στον ίδιο φορέα και με την ίδια ειδικότητα, καλύπτοντας όπως προαναφέρθηκε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Μεταξύ των συμβάσεων αυτών, αρχικής, που έληξε στις 31-1-2004 και δεύτερης κατά σειρά που συνήφθη στις 14-6-2004, μεσολαβεί μεν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, πλην όμως ο ενάγων, ο οποίος είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, αφού πάσχει από άτυπη ψύχωση και έχει κριθεί με την υπ'αριθμ.195/1-3-2000 απόφαση του AYE IKA Βόλου ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67%, εμπίπτει στην προαναφερόμενη εξαίρεση της παρ. 6 του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οπότε και αρκεί συνολικός χρόνος απασχόλησης 18 μηνών, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα προαναφερθέντα.
Συνεπώς, ο ενάγων είχε όλες τις προϋποθέσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, για τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε συνάψει, σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου όχι από της προσλήψεως του, αλλά από 19.7.2004.
Κατ' ακολουθία αυτών δικαιούται ο ενάγων σε μετατροπή των αναφερόμενων διαδοχικών συμβάσεων του εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου σε μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφεξής από την 19-7-2004. Σημειώνεται ότι η μεταξύ των ως άνω διαδίκων σύμβαση εργασίας ήταν ενεργός την 19-7-2004 (χρόνος έναρξης ισχύος του Π.Δ. 164/2004), αφού, όπως εκτέθηκε και στη νομική σκέψη της παρούσας, για την εφαρμογή του εν λόγω Π.Δ., ως "σύμβαση"? νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας καθώς και η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου υπό την οπαία υπόκεινται τέτοια σχέση (εξαρτημένης εργασίας), όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση κατά τα προπαρατιθέμενα.
Ειδικότερα ως προς τις ως άνω καταρτισθείσες από τους εν λόγω διαδίκους "συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου", όπως χαρακτηρίσθηκαν από αυτούς, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι απέβλεπαν στην εργασία που συμφωνήθηκε να παρέχει ο ενάγων, χωρίς περαιτέρω ευθύνη για την επίτευξη με αυτών ορισμένου αποτελέσματος, οι οδηγίες δε που παρείχε το εναγόμενο σε αυτόν ήταν δεσμευτικές για τον τελευταίο, ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται και να δέχεται τον έλεγχο τόσο για την τήρηση των οδηγιών και εντολών όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας, με συνέπεια ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων τους ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά να πρόκειται για συμβάσεις εργασίας αορίστου.
Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία έκρινε ομοίως (δέχθηκε την αγωγή, ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη κατά το σκέλος της που αφορά την αναγνώριση ότι ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασία αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004).
Με τις προαναφερόμενες παραδοχές του το Εφετείο και ειδικότερα ότι ο ενάγων που προσλήφθηκε από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ πριν την 18-4-2001 και ασχολήθηκε σ' αυτό, με την ιδιότητά του υπαλλήλου γραφείου, επί 24 συνολικά μήνες από την αρχική σύμβαση, με μια τουλάχιστον ανανέωση μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, ενώ, εξάλλου, είχε ενεργό σύμβαση στις 19-7-2004, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι περαιτέρω ο ενάγων είχε όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 πδ 164/2004, για τη μετατροπή των συμβάσεων χρόνων που είχε συνάψει σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αφού σε κάθε περίπτωση ως ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 67%, ενέπιπτε στην προαναφερομένη εξαίρεση της παρ. 6 του άρθρου 11 του πδ 164/2004, οπότε αρκούσε συνολικώς χρόνος απασχόλησης 18 μηνών ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 21 παρ. 2 του ν. 2190/1994, στον ν. 2527/1997, 8 ν. 2112/1920 και 1999/70/28-6-1999 Οδηγίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε την κρίση του για την παραδοχή της ένδικης αγωγής στις παραπάνω διατάξεις αλλά στη διάταξη του άρθρου 11 του πδ 164/2004 καταλήγοντας στην παραδοχή ότι ο ενάγων είχε όλες τις προϋποθέσεις για τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 19/7/2004.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της, που παραδεκτά η αναιρεσείουσα είχε προτείνει στο πρωτοδικείο και στο Εφετείο και που είχαν (οι ισχυρισμοί της αυτοί) ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο προαναφερόμενος λόγος της αναίρεσης εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει ποιους ακριβούς ισχυρισμούς πρότεινε παραδεκτά στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η νομική επιχειρηματολογία που αφορά ερμηνεία και εφαρμογή κατόπιν δικαίου και η επίκληση από την αναιρεσείουσα (έστω και ad hoc) κατά τους ισχυρισμούς της νομολογίας του Αρείου Πάγου, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττηθέν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 206/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ