Legislator Case Law & Legislation
280/2013 AI generated

280/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 280/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

280/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προϋπόθεση της επικλήσεως του αποδεικτικού μέσου απαιτείται και για την αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη δικαστική ομολογία (ΚΠολΔ 352§1), εκτός αν στην απόφαση βεβαιώνεται ότι έγινε δικαστική ομολογία, η οποία παρά ταύτα δεν λήφθηκε υπόψη, οπότε συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 562§2β ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 280 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τανταρούδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Αυγούστου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8023/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 223/20009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 958/14-9-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 223/22-1-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 958/14-9-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 223/22-1-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 129899/7868/30-9-2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση αποζημιώσεως της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, θεμελιούμενη κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στην επιδειχθείσα από την τελευταία αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά κατά την διάρκεια διαπραγματεύσεων για τη συνομολόγηση μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, με αντικείμενο την παρουσίαση τηλεοπτικής εκπομπής από την αναιρεσείουσα στον τηλεοπτικό σταθμό της αναιρεσίβλητης, η κατάρτιση της οποίας και οριστικά ματαιώθηκε από υπαιτιότητά της.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 8023/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 2992/24-3-2008 εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 223/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της αγωγής της αναιρεσείουσας, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η ενάγουσα είναι παρουσιάστρια τηλεοπτικών εκπομπών και η εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει τηλεοπτικό σταθμό μέσω του οποίου προβάλλει τις εκπομπές της. Περί τα τέλη Αυγούστου του 2002 ήρθαν σε διαπραγματεύσεις για την, με επιμέλεια της πρώτης, (ενάγουσας), δημιουργία μιας εκπομπής, παραγωγής της δεύτερης, (εναγομένης), η οποία θα προβαλλόταν από τον τηλεοπτικό της σταθμό και συμφώνησαν στις βασικές αρχές της συνεργασίας των αυτής.

Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι η διάρκεια της συνεργασίας των θα ήταν διετής, η εκπομπή ψυχαγωγικού χαρακτήρα και θα προβαλλόταν δύο φορές την εβδομάδα ενώ για κάθε επεισόδιο η ενάγουσα θα λάμβανε ως αμοιβή 2000 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Επειδή οι διαπραγματεύσεις μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου 2002, έβαιναν καλώς και έμεναν μόνο μερικές λεπτομέρειες να ρυθμιστούν μέχρι την υπογραφή της τελικής σύμβασης η ενάγουσα άρχισε, ήδη, από την άνω περίοδο (Σεπτέμβριο του 2002), με την σύμφωνη γνώμη της εναγομένης, την προετοιμασία της, επιλέγοντας, αρχικά, τα άτομα με τα οποία θα συνεργαζόταν και συνεχίστηκε με την μαγνητοσκόπηση διαφόρων διαφημιστικών τα οποία θα προβάλλονταν από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης, προκειμένου να γίνει γνωστή η εκπομπή.

Επίσης η εκπομπή περιλήφθηκε στο βιβλίο του ετησίου προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης για την περίοδο 2002-03 με τον τίτλο "Οδός ALPHA" η παρουσίαση του οποίου έγινε στους δημοσιογράφους και τις διαφημιστικές εταιρείες στην Αίγλη του Ζαππείου την 26-9-02. Στο συγκεκριμένο αυτό πρόγραμμα και στο κεφάλαιο "Ψυχαγωγία" παρατίθεται φωτογραφία της ενάγουσας με ειδική αναφορά και την επιστροφή της στο τηλεοπτικό τοπίο, όπως και στο είδος της εκπομπής, (τηλεπαιχνίδι βασιζόμενο στις γενικές γνώσεις των παικτών), που αυτή θα παρουσίαζε.

Επίσης στην ίδια παρουσίαση προβλήθηκε ένα τμήμα διαφημιστικής εκπομπής, (trailer), που πρόβαλε την ιδέα και τους όρους της εκπομπής ενώ, υπήρξαν και δημοσιεύσεις φωτογραφικού υλικού σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες ποικίλης ύλης πολλές από τις οποίες ήταν μάλιστα και με την επιμέλεια ή πρωτοβουλία της εναγομένης.

Βέβαια, η τελική σύμβαση μέχρι την άνω ημερομηνία, (26-9-02), δεν είχε καταρτιστεί, αφού αυτή σε σχέδιο απεστάλη από την ενάγουσα και - συγκεκριμένα τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυπριωτάκη για τελική επεξεργασία την 24-10-02 για να μη επιστραφεί ποτέ από την εναγομένη, δεδομένου ότι αυτή, δια του γενικού διευθυντή της Γ.

Κ., της ανακοίνωσε ότι η προβολή της εκπομπής ματαιωνόταν και θα έπρεπε να ειδοποιήσει τους συνεργάτες της για τον τερματισμό των εργασιών των. Η ματαίωση της μεταξύ των σύμβασης κοινοποιήθηκε τελικά στην ενάγουσα την 10-12-02 με επίδοση της από 9-12-02 σχετικής εξώδικης δήλωσης της εναγομένης, με την οποία, αφού της ανέφερε ότι, ουδεμία σύμβαση είχε μεταξύ των υπογραφεί, που να την υποχρέωνε να ορίσει ημερομηνία έναρξης προβολής της εκπομπής, της δήλωνε στην συνέχεια, ότι δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα κατάρτισης σύμβασης αφού οι όροι που είχε απαιτήσει κατά τις διαπραγματεύσεις ήταν αδύνατον να ικανοποιηθούν.

Αντίθετα, η ενάγουσα υποστηρίζει με την ένδικη αγωγή της ότι η ματαίωση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης και έγινε σε ένα χρονικό σημείο που είχαν τερματισθεί οι διαπραγματεύσεις και υπολειπόταν μόνον η τυπική υπογραφή της συμβάσεως στην κατάρτιση της οποίας η εναγομένη με την όλη συμπεριφορά της, της είχε προκαλέσει την πεποίθηση ότι θα έπρεπε να θεωρείται βεβαία.

Πραγματικά, από όλα τα πιο πάνω αναφερθέντα περιστατικά και ειδικότερα ότι η συγκεκριμένη εκπομπή με παρουσιάστρια την ενάγουσα περιλήφθηκε στο ετήσιο πρόγραμμα του τηλεοπτικού σταθμού ΑΛΦΑ, διαφημίστηκε ως μία των εκπομπών που θα προβάλλονταν στο νέο πρόγραμμα του σταθμού όπως και ότι στην άνω εξώδικη δήλωση δεν προσδιορίζεται αλλά ούτε καν αναφέρεται ποιος από τους όρους, (δυσμενείς γι' αυτήν), που είχε απαιτήσει να ισχύουν η ενάγουσα ήταν τόσο σοβαρής έκτασης ώστε να μη καταρτιστεί η σύμβαση, προκύπτει ότι η ματαίωση της κατάρτισης της συμβάσεως οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης η οποία, αν και είχε δημιουργήσει στην ενάγουσα με την εκτιθέμενη προηγηθείσα συμπεριφορά της, βάσιμες και εύλογες προσδοκίες ότι θα συναφθεί με τους συμφωνημένους όρους και συνθήκες η σύμβαση, αιφνιδίως μετέγνωσε και της δήλωσε αυθαίρετα ότι ματαιώνει την υπογραφή της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των σχεδίων ιδιωτικών συμφωνητικών που απέστειλε η εναγομένη και εκείνου της ενάγουσας που επιστράφηκε μετά από επεξεργασία του πληρεξουσίου δικηγόρου της δεν υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις που να δικαιολογούν την ματαίωση της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης. Εξάλλου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας στην αποστολή του τελευταίου σχεδίου την 24-10-02 αναφέρει ότι η εντολέας του είναι στην διάθεση της εναγομένης για κάθε σχόλιο ή παρατήρηση επί του κειμένου του ιδιωτικού συμφωνητικού υπονοώντας, προφανώς, ότι η εναγομένη ήταν διατεθειμένη να συζητήσει και ενδεχομένως αποδεχθεί αλλαγές με σκοπό πάντοτε την κατάρτιση της σύμβασης.

Από την ματαίωση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα υποστηρίζει ότι υπέστη ζημία ίση με τα εισοδήματα που με βεβαιότητα απώλεσε από την απόκρουση άλλης πρότασης για συνεργασία και παρουσίαση αντίστοιχης εκπομπής στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι τον Σεπτέμβριο του 2002 της προτάθηκε, σε συνάντηση που είχε με τον μέτοχο της εταιρείας παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων "FULL MOON ENTAIRTAINMENT" Κ.

Α. Σ. η ανάληψη της παρουσίασης της εκπομπής παραγωγής της εταιρείας του με τον τίτλο "ΝΑ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ" η οποία θα προβαλλόταν από το τηλεοπτικό σταθμό MEGA μία φορά την εβδομάδα και για χρονικό διάστημα δύο ετών, ήτοι 2002-2004, έναντι αμοιβής 3500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ για ο πρώτο έτος, ανά επεισόδιο, και 4000 πλέον ΦΠΑ για το δεύτερο.

Η κατάθεση όμως μόνο του Α. Σ., ο οποίος δηλώνει ότι ως μέτοχος της εταιρείας FULL MOON ENTAIRTAINMENT πρότεινε στην ενάγουσα να παρουσιάσει την εκπομπή "Να η ευκαιρία" της οποίας η εταιρεία του ήταν παραγωγός και θα προβαλλόταν στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA την τηλεοπτική περίοδο 2003 - 04, δεν αποτελεί σαφές και ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για την παραδοχή του αγωγικού σχετικού κονδυλίου.

Και τούτο, διότι, ούτε η σχέση της συγκεκριμένης εταιρείας με την παραγωγή της εκπομπής "ΝΑ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ" αποδεικνύεται, ούτε η πρόταση αυτή επιβεβαιώνεται από άλλο μάρτυρα ή αποδεικτικό στοιχείο, ενώ, και ο ίδιος ο άνω μάρτυς αποφεύγει να καταθέσει αν η εκπομπή που πρότεινε στην ενάγουσα τελικά πραγματοποιήθηκε και προβλήθηκε από το συγκεκριμένο τηλεοπτικό σταθμό με άλλο πρόσωπο στην θέση του παρουσιαστή.

Μόνη η αναφορά του μάρτυρα Ι. Δ. που περιλαμβάνεται στην 63987/04 ένορκη βεβαίωσή του, ο οποίος, καταθέτοντας ενώπιον της συμβολαιογράφου, δηλώνει ότι η ενάγουσα μετά την ματαίωση της σύμβασης του είπε ότι είχε αποκρούσει άλλη πρόταση συνεργασίας χωρίς προσδιορισμό ή εξειδίκευση αυτής (π.χ. από ποιο τηλεοπτικό σταθμό αφορούσε) δεν αποδεικνύει ούτε ενισχύει τον σχετικό ισχυρισμό της.

Το ίδιο ισχύει και για τον μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο Μ. Δ., ο οποίος αν και συνδέεται με φιλική σχέση ετών με την ενάγουσα, δεν γνωρίζει να καταθέσει οτιδήποτε για την συγκεκριμένη πρόταση, αρκούμενος μόνο να βεβαιώσει το δικαστήριο ότι η ενάγουσα είχε κάποια πρόταση να εργαστεί χωρίς όμως να θυμάται την χρονική περίοδο που αυτή αφορούσε, το πρόσωπο που της είχε προτείνει την συνεργασία αυτή ή ακόμη και το είδος αυτής.

Εξάλλου, στην περίπτωση που πραγματικά είχε υπάρξει τέτοια πρόταση, θα την είχε αξιοποιήσει προκειμένου να επιτύχει βελτίωση των όρων συνεργασίας της με την εναγομένη δεδομένου ότι και η όλη προετοιμασία της εκπομπής της ήταν σε αρχικό στάδιο και είχε την δυνατότητα να αποστεί αυτής. Τούτο άλλωστε είχε πράξει, όπως η ίδια υποστηρίζει στην αγωγή της, όταν αποδέχθηκε την πρόταση της εναγομένης, διακόπτοντας διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της συνεργασίας της με τον τηλεοπτικό σταθμό ΕΤ1, αφού η πρόταση της εναγομένης ήταν πιο ενδιαφέρουσα.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, το δικαστήριο πείθεται ότι από την ματαίωση της σύμβασης για την οποία υπαίτια είναι μεν η εναγομένη, η ενάγουσα δεν υπέστη την ζημία που επικαλείται από την απόκρουση άλλης πρότασης συνεργασίας με καλλίτερους όρους και θα πρέπει η ένδικη αγωγή της να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η προϋπόθεση της επικλήσεως του αποδεικτικού μέσου απαιτείται και για την αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη δικαστική ομολογία (ΚΠολΔ 352§1), εκτός αν στην απόφαση βεβαιώνεται ότι έγινε δικαστική ομολογία, η οποία παρά ταύτα δεν λήφθηκε υπόψη, οπότε συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 562§2β ΚΠολΔ.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τους τρίτο και πέμπτο κατά σειρά λόγους προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη (α) τις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας-Γαλάτσιας Κάλλη-Μπενάρδου ...-.../21-10-2004 ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Σ., Ι. Δ. και Ν. Ν. (3ος λόγος). Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι την περί πραγμάτων κρίση της στήριξε, πλην άλλων, κατά στις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, με ειδική κατ' αυτές αναφορά τους και αξιολόγηση, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βεβαία ότι λήφθηκαν υπόψη και (β) την δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στον διατυπούμενο στο δικόγραφο της εφέσεώς της ισχυρισμό ότι η ζημία της αναιρεσείουσας ανήρχετο στο ποσό των 515,00 ευρώ ανά τηλεοπτική εκπομπή αντί εκείνου των 3.500,00 και 4.000,00 ευρώ που εδιώκετο ως αποζημίωσή της από την τελευταία (5ος και τελευταίος κατά σειρά λόγος).

Δεν διαλαμβάνεται όμως στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας στο δικαστήριο της ουσίας από την αναιρεσείουσα, προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για το παραδεκτό του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο επίμαχος ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης διατυπώθηκε επικουρικώς, αρνούμενη κυρίως τον θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό, αναφορικά με την ζημία της αναιρεσείουσας, για ύπαρξη και απόκρουση προτάσεως για συνεργασία της με τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA CHANNEL.

Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ελέγχονται ως αβάσιμος και απαράδεκτος, αντίστοιχα.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την παράβαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτά, καθορίζει ο νόμος. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως η διατυπούμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, η οποία συνδέεται με την ελεύθερη και εντεύθεν ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας της .../21-10-2004 ένορκης βεβαιώσεως του Α. Σ. από απόψεως βαρύτητας, ανεξάρτητα από την αντιφατικότητά της σχέση με τον τρίτο κατά σειρά αναιρετικό λόγο περί μη λήψεώς της, ελέγχεται ως αβάσιμη, με απαράδεκτη εν τοις πράγμασι εναντίωση στην αναιρετικώς ανέλεγκτη αξιολόγηση από την προσβαλλόμενη απόφαση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου από απόψεως βαρύτητας και αξιοπιστίας.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος δε στο στάδιο αυτό προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία υποχρεούται να τον αποζημιώσει και αν ακόμη σύμβαση δεν καταρτίστηκε.

Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τη θετική ζημία και την αποθετική, που τυχόν υφίσταται από την ίδια αιτία εκείνος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της (διαφέρον εμπιστοσύνης ή αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον). Ως ζημία κατά τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα, νοείται μόνο το αρνητικό διαφέρον, (διαφέρον διαψεύσεως εμπιστοσύνης), δηλαδή η θετική ή αποθετική ζημία που επήλθε στον παθόντα διότι πίστεψε, καλοπίστως, στη επικείμενη σύναψη της συμβάσεως, ενώ δεν νοείται ως ζημία το εκ της μη εκπληρώσεως της συμβάσεως απωλεσθέν διαφέρον (θετική ή αποθετική ζημία), διότι αυτό έχει διαφορετική γενεσιουργό αιτία.

Στην έννοια του αρνητικού διαφέροντος υπάγονται, τόσο η ζημία εξαιτίας δαπανών στις οποίες ο παθών προέβη διότι πίστεψε ως επικείμενη τη σύναψη της συμβάσεως, όσο και η ζημία την οποία αυτός υπέστη, για τον ίδιο λόγο. από την απόκρουση άλλης ευκαιρίας για σύναψη όμοιας συμβάσεως με τους ίδιους ή ευνοϊκότερους όρους.

Με θεμελίωση της φερόμενης διάγνωση αξιώσεως αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι απέκρουσε, ενόψει της βάσιμης και εύλογης προσδοκίας της για συνομολόγηση μετά της αναιρεσίβλητης της ιστορούμενης συμβάσεως, πρόταση συνεργασίας της με τον τηλεοπτικό σταθμό MEGA CHANNEL, η αντίθετη στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί πραγμάτων κρίση της, και ειδικότερα οι πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της "το δικαστήριο πείθεται ότι από την ματαίωση της συμβάσεως για την οποία υπαίτια είναι μεν η εναγομένη, η ενάγουσα δεν υπέστη την ζημία που επικαλείται από την απόκρουση άλλης πρότασης συνεργασίας με καλλίτερους όρους", δικαιολογούσε την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων κατ' ουσίαν απόρριψη της κατά της αναιρεσίβλητης απευθυνόμενης αγωγής της αναιρεσείουσας.

Παράλληλα η παραδοχή αυτή, που δεν ενέχει ενδοιαστική ή υποθετική αιτιολογία, αρνητικά αξιολογούσε και απέκλειε την οποιαδήποτε ζημία αυτής από την αιτία αυτή, που συνδέεται με την απόκρουση της επικαλούμενης προτάσεως τηλεοπτικής συνεργασίας. Επομένως οι προβαλλόμενες με τους απομένοντες προς έρευνα πρώτο και τέταρτο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 και 8 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων (1ος λόγος) και (β) της μη λήψεως του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ζημίας της, με τον προσδιορισμό της αξιώσεως αποζημιώσεως σε ποσό έλασσον του διωκομένου, ισχυρισμός ο οποίος λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε ως αβάσιμος στο σύνολό του, ελέγχονται ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 958/14-9-2009 αίτηση για αναίρεση της 223/22-1-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ