280/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 280 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και ΔημήτÏ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 280 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Θ. Λ. Λ., το γένος Ε. Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κρίτωνα Κοκκινάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ. χήρας Ν. Κ., 2.Ε. Κ. του Ν. και 3. Κ. Κ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3537/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6193/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Μαρτίου 2008 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 17 Δεκεμβρίου 2010 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6193/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9.3.2006 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3537/2005 οριστικής απόφασης του ΜονΠρΑθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει μόνο την από 5.2.2003 αγωγή της, υποχρεώνοντας εις ολόκληρο τους αντιδίκους της να της καταβάλουν νομιμοτόκως το ποσό των 2.550 ευρώ, στο οποίο αποτιμήθηκε το αντίστοιχο με το ποσοστό της επικαρπίας της στο κοινό ακίνητο όφελος των αντιδίκων της από την αποκλειστική απ' αυτούς χρήση του κοινού ακινήτου κατά την περίοδο από το Σεπτέμβριο του 2000 έως τις 11.8.2001. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (αρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 1166 ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη, η άσκηση της όμως μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας, με την επιφύλαξη της διάταξης του αρθρ. 1164 ΑΚ, που δεν αφορά πάντως την παρούσα υπόθεση. Κατά την έννοια αυτή η άσκηση της επικαρπίας, ως αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα, υπόκειται με τη μορφή του ειδικού περιουσιακού στοιχείου σε κατάσχεση κατά τις διατάξεις των αρθρ. 1022 επ. ΚΠολΔ. Σε κατάσχεση όμως υπόκειται και η ίδια η επικαρπία ως εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας, έστω και αν πρόκειται για αμεταβίβαστη επικαρπία, όπως αυτό συνάγεται από το αρθρ. 992 ΚΠολΔ, που δεν περιορίζει τα δυνάμενα να κατασχεθούν εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητο, σε συνδυασμό με το αρθρ. 1259 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν, καθώς και στην επικαρπία τέτοιων ακινήτων, για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. Εφόσον δηλαδή η επικαρπία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης, άρα και αναγκαστικής εκποίησης υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή, αποτελεί για την ταυτότητα του νομικού λόγου αντικείμενο κατάσχεσης από όλους τους δανειστές του επικαρπωτή και όχι μόνον από τους ενυπόθηκους. Έτσι ο χαρακτήρας της επικαρπίας ως αμεταβίβαστου κατ' αρχήν δικαιώματος, δεν εμποδίζει την ανεξάρτητη από τη θέληση του επικαρπωτή αναγκαστική μεταβίβαση της επικαρπίας, που επέρχεται με τον πλειστηριασμό της κατά το αρθρ. 1005§1 ΚΠολΔ, στην έκταση βέβαια και για το χρόνο που θα μπορούσε να διατηρηθεί και στο πρόσωπο του αρχικού επικαρπωτή, αφού με τον πλειστηριασμό ο υπερθεματιστής δεν μπορεί να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από εκείνα του δικαιοπαρόχου του.
Συνεπώς εφόσον κατά το αρθρ. 1167 ΑΚ η επικαρπία, αν δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και ο ψιλός κύριος αποκτά πλήρη την κυριότητα, αποσβήνεται έκτοτε η επικαρπία και για αυτόν που την απέκτησε με τη διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των επικληθεντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: " Ο Ν. Κ. (μη διάδικος) και η σύζυγος του (πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ήταν συγκύριοι... μιας ισόγειας οικίας ... 76,50 τμ ... σε οικόπεδο επιφάνειας 334,39 τμ ... το οποίο αποτελεί κάθετη ιδιοκτησία ως τμήμα μείζονος ακινήτου ... Κατά το έτος 1992 οι εν λόγω συγκύριοι του άνω ακινήτου, με τα …/29.6.1992, ο πρώτος, και …/29.6.1992, η δεύτερη, συμβόλαια της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης Γκορίτσα-Τριανταφύλλου, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής στα τέκνα τους, δηλαδή στη δεύτερη και στον τρίτο των εναγομένων (και ήδη αναιρεσιβλήτων) αντίστοιχα, την ψιλή κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου και κατά ποσοστό 1/2 στον καθένα, ενώ παρακράτησαν εφόρου ζωής τους την επικαρπία. Περαιτέρω ... με επίσπευση της ενάγουσας και προς ικανοποίηση απαιτήσεως της κατά του προαναφερόμενου συζύγου της πρώτης εναγομένης και πατέρα των δυο τελευταίων εναγομένων ... ύψους 2.150.000 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, προερχόμενης από την 5599/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατασχέθηκε αναγκαστικά δυνάμει της 210/18.5.1999 έκθεσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... το 1/2 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας του προαναφερόμενου ακινήτου, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, είχε παρακρατήσει εφόρου ζωής του με το παραπάνω …/1992 συμβόλαιο γονικής παροχής ο εν λόγω οφειλέτης της ενάγουσας, το οποίο και εκπλειστηριάσθηκε τελικά στις 15.12.1999 και συντάχθηκε προς τούτο η …/15.12.1999 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικόλαου Παπαθέου. Στον εν λόγω πλειστηριασμό υπερθεματίστρια αναδείχθηκε η ενάγουσα, υπέρ της οποίας και κατακυρώθηκε το παραπάνω κατασχεθέν δικαίωμα και συντάχθηκε προς τούτο η …/29.12.1999 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, στη μεταγραφή της οποίας και προέβη η ενάγουσα στις 30.12.1999. Έτσι η τελευταία κατέστη συνεκαρπώτρια του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενώ το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας, όπως προεκτέθηκε, ανήκε στην πρώτη εναγομένη. Στις 11.8.2001 ο προαναφερόμενος Ν. Κ. απεβίωσε, οπότε το ανήκον σ' αυτόν εμπράγματο δικαίωμα του 1/2 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας, το οποίο είχε αποκτήσει η ενάγουσα με τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό, εν όψει του ότι με τη συστατική πράξη (το …/1992 συμβόλαιο) δεν είχε οριστεί το μεταβιβαστό αυτής, αποσβέστηκε και επέστρεψε αυτοδίκαια στην ψιλή κυριότητα της δεύτερης εναγομένης, από την οποία είχε αποσπαστεί, και ενώθηκε μ' αυτή σε πλήρη κυριότητα. Συνακόλουθα αποσβέσθηκε και το αντίστοιχο δικαίωμα της ενάγουσας, το οποίο είχε αποκτήσει κατά τα ανωτέρω με τη μεταγραφή της 4714/1999 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και η οποία, σημειωτέον, δεν μπορούσε με τον πλειστηριασμό ν' αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από εκείνα του δικαιοπαρόχου της και αρχικού επικαρπωτή Ν. Κ.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι μόνο μέχρι το χρόνο του θανάτου του αρχικού (συν)επικαρπωτή Ν. Κ., οπότε και αποσβέσθηκε το ποσοστό της (συν)επικαρπίας, στο οποίο με τον πλειστηριασμό του δικαιώματος του τον διαδέχθηκε η αναιρεσείουσα, έχει αυτή αξίωση για απόδοση στην ίδια του αντίστοιχου με το ποσοστό της (συν)επικαρπίας της οφέλους, που αποκόμισαν οι αντίδικοι της από την αποκλειστική απ' αυτούς χρήση του κοινού ακινήτου τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3537/2005 οριστικής απόφασης του ΜονΠρωτΑθηνών, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ. 1166, 1167, 1259 ΑΚ και 992§1 ΚΠολΔ, που αναλύθηκαν προηγουμένως, και ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών αυτών διατάξεων, στις οποίες στηρίχθηκε, έκρινε ορθά ότι με το θάνατο του αρχικού (συν)επικαρπωτή Ν. Κ. αποσβέσθηκε και ως προς την αναιρεσείουσα το ίδιο ποσοστό της (συν)επικαρπίας, που με τον πλειστηριασμό του δικαιώματος του περιήλθε από 30.12.1999 σ' αυτή.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 και κατ' εκτίμηση και από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η επικαρπία που με τον πλειστηριασμό απέκτησε σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον οφειλέτη της Ν. Κ., έχει διάρκεια μέχρι το δικό της θάνατο και ότι το Εφετείο, κρίνοντας διαφορετικά, εξέλαβε με αντιφατικές αιτιολογίες ότι με τον διενεργηθέντα σε βάρος του ως άνω οφειλέτη της πλειστηριασμό περιήλθε δήθεν σ' αυτή όχι το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας, αλλά μόνο η άσκηση της ως ενοχικό δικαίωμα. Πρέπει έτσι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα τους (αρθρ. 176,183,189§1/191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.3.2008 αίτηση της Α. συζ. Θ. Λ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6193/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ