Legislator Case Law & Legislation
280/2010 AI generated

280/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 280/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

280/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 2 της ίδιας Σύμβασης ορίζεται ότι το άρθρο 1 εφαρμόζεται και σε διατάξεις διαθήκης που ανακαλούν προγενέστερη διαθήκη. Η ανάκληση είναι επίσης έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη με ένα από τα δίκαια, κατά τις διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 1 η διάταξη διαθήκης που ανακλήθηκε, είναι έγκυρη.

Keywords

AI generated
language barriers diplomatic and consular law act of accession of Greece customs policy pledge holder pawn loan
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 280 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 280/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καντιάνη.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Καλαμπόγια του Δημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6019/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7131/2005 μη οριστική και 6737/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 8-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Η Διεθνής Σύμβαση "για τις συγκρούσεις νόμων που αφορούν τον τύπο διατάξεων διαθήκης "η οποία συνομολογήθηκε στη Χάγη στις 5-10-1961, κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 1325/1983 και τέθηκε σε ισχύ από 2-8-1983, (έχοντας έκτοτε την κατ" αρ. 28 παρ. 1 Συντ. αυξημένη τυπική ισχύ, υπερισχύει δηλ. από κάθε αντίθετη διάταξη απλού νόμου), και στην οποία προσχώρησε και η Πολωνία, ως προς την οποία άρχισε να ισχύει από 2-12-1969, επέφερε ορισμένες μεταβολές στις διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του ΑΚ, που αφορούσαν τη σύνταξη και δη τον τύπο της διαθήκης.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, που κατά το άρθρο 8 αυτής εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις που ο διαθέτης πέθανε μετά την έναρξη της ισχύος της, διάταξη διαθήκης είναι έγκυρη ως προς τον τύπο, αν είναι σύμφωνη με το εσωτερικό δίκαιο: (α) είτε του τόπου., όπου ο διαθέτης έκανε τη διαθήκη (lex fori aktus), (β) είτε της ιθαγένειας που είχε ο διαθέτης κατά τον ίδιο χρόνο, γ) είτε της ιθαγένειας που είχε ο διαθέτης κατά το χρόνο του θανάτου του, (δ) είτε του τόπου, όπου ο διαθέτης είχε την κατοικία του κατά το· χρόνο του θανάτου του, (ε) είτε του τόπου, όπου ο διαθέτης είχε την συνήθη διαμονή του (habitual residruce) κατά το χρόνο που έκανε την διαθήκη του ή κατά το χρόνο του θανάτου του και (στ) είτε αν πρόκειται για ακίνητα, της τοποθεσίας αυτών των ακινήτων.

Στο άρθρο 2 της ίδιας Σύμβασης ορίζεται ότι το άρθρο 1 εφαρμόζεται και σε διατάξεις διαθήκης που ανακαλούν προγενέστερη διαθήκη. Η ανάκληση είναι επίσης έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη με ένα από τα δίκαια, κατά τις διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 1 η διάταξη διαθήκης που ανακλήθηκε, είναι έγκυρη.

Περαιτέρω, κατά την ίδια σύμβαση, κάθε συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να επιφυλαχθεί (α) να μην αναγνωρίζει τις διατάξεις διαθήκης που έγιναν με προφορικό τύπο από πρόσωπο που δεν έχει παρά μόνο την ιθαγένεια του Κράτους αυτού, εκτός από τις διατάξεις που έγιναν κάτω από έκτακτες συνθήκες (αρ. 10), (β) να μην αναγνωρίζει με βάση σχετικές διατάξεις του δικαίου του, ορισμένους τύπους διαθήκης που έγιναν στην αλλοδαπή, εφόσον συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις, (αα) η διάταξη διαθήκης είναι έγκυρη ως προς τον τύπο σύμφωνα με ένα δίκαιο που είναι αρμόδιο αποκλειστικά εξαιτίας του τόπου, όπου ο διαθέτης επιχείρησε την διαθήκη (ββ) ο διαθέτης είχε την ιθαγένεια του Κράτους που διατύπωσε την επιφύλαξη, (γγ) ο διαθέτης είχε την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στο Κράτος αυτό και (δδ) ο διαθέτης πέθανε σε Κράτος άλλο από εκείνο που είχε επιχειρήσει τη διαθήκη, η επιφύλαξη, όμως, αυτή δεν έχει αποτελέσματα παρά μόνο ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο Κράτος που τη διατύπωσε (άρθρο 11 Σύμβασης).

Όπως προκύπτει από τον κυρωτικό ως άνω ν. 1325/1983 η χώρα μας ουδεμία επιφύλαξη διατύπωσε και δη ως προς τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα. Εξάλλου από τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση και μη αμφισβητούμενες διατάξεις των άρθρων 950, 958 του Πολωνικού Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με εκείνες του Πολωνικού νόμου περί Συμβολαιογράφων, με τις οποίες καθορίζονται οι απαιτούμενες, ως προς τον τύπο, προϋποθέσεις συντάξεως διαθήκης ενώπιον συμβολαιογράφου και οι οποίες, κατ' άρθρ. 1 περ.

α του Ν. 1325/83, τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής, ενόψει του τόπου συντάξεως της επίδικης διαθήκης, προκύπτει ότι σύμφωνα με το Πολωνικό δίκαιο, η διαθήκη είναι δυνατόν να συνταχθεί και ενώπιον συμβολαιογράφου. Ο τύπος αυτός της διαθήκης (συμβολαιογραφική διαθήκη) συντάσσεται, όπως κάθε συμβολαιογραφική πράξη, ενώπιον συμβολαιογράφου στην Πολωνική γλώσσα χωρίς τη συμμετοχή κατά τη διαδικασία συντάξεως της μαρτύρων ή δεύτερου συμβολαιογράφου.

Όμως κατόπιν αιτήματος του εμφανισθέντος (διαθέτη) ο συμβολαιογράφος μπορεί να συντάξει τη διαθήκη επί πλέον σε μια ξένη γλώσσα, χρησιμοποιώντας τη δική του γνώση της ξένης γλώσσας, που αποδεικνύεται με τον τρόπο που ορίζεται για τους ένορκους διερμηνείς ή προσφεύγοντας στη βοήθεια ενόρκου διερμηνέα (άρθρο 2 παρ.3 του Πολωνικού Νόμου περί Συμβολαιογράφων).

Εφόσον το πρόσωπο που συμπράττει στη σύνταξη της διαθήκης (διαθέτης) δε γνωρίζει την Πολωνική γλώσσα και δεν επισυνάπτεται σ' αυτήν η μετάφραση σε άλλη, γνωστή στο πρόσωπο αυτό, γλώσσα, ο συμβολαιογράφος οφείλει να μεταφράσει τη διαθήκη αυτοπροσώπως ή με τη βοήθεια ενόρκου διερμηνέα.

Συνεπώς η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη μπορεί να γίνει και σε άλλη, πλην της Πολωνικής, γλώσσα υπό τον όρο προσλήψεως διερμηνέα από το συμβολαιογράφο, ο οποίος πρέπει να μεταφράσει την πράξη, εφόσον ο ίδιος δε συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 3 του Πολ.Ν.Συμβ. που προαναφέρθηκαν.

Η διαθήκη πρέπει περαιτέρω να διαβαστεί στο διαθέτη και ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να βεβαιώσει ότι ο διαθέτης κατανοεί ακριβώς το περιεχόμενο και τη σημασία της συμβολαιογραφικής αυτής πράξεως, καθώς και ότι η πράξη αυτή είναι σύμφωνη με τη βούληση του. Η διαθήκη υπογράφεται στη συνέχεια από το διαθέτη, τον συμβολαιογράφο και από το πρόσωπο που τυχόν συμπράττει σ' αυτήν (διερμηνέα).

Εκτός της δηλώσεως του διαθέτη η διαθήκη πρέπει να περιλαμβάνει την ημερομηνία και τον τόπο συντάξεως της, το ονοματεπώνυμο του συμβολαιογράφου και την έδρα του, ακριβή στοιχεία του διαθέτη (ονοματεπώνυμο, ονόματα γονέων, τόπο κατοικίας) και τη μνεία ότι η πράξη έχει διαβαστεί, επιβεβαιωθεί και υπογραφεί.

Η παράλειψη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα της διαθήκης σύμφωνα με το αρθ. 958 του Πολωνικού ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Ο ΑΑ απεβίωσε στις 18-1-1998 στην κατοικία του, επί της οδού ... της περιοχής ... Ο ανωτέρω κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλιπε την εγχειρισθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Ιθάκης Σπυρίδωνος Ρόζου από 16-10-1990 μυστική διαθήκη του, για την οποία συντάχτηκε από τον τελευταίο η ... πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, η οποία δημοσιεύτηκε από το Ειρηνοδικείο Ιθάκης με το 2/16-2-1998 πρακτικό.

Με τη διαθήκη του αυτή ο διαθέτης, ανακαλώντας κάθε προγενέστερη, εγκατέστησε κληρονόμους του τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες που είναι ανήψια του, δηλαδή τέκνα του αδελφού του ΒΒ, και στη μεν πρώτη εξ αυτών κατέλιπε το επί της οδού ..., αριθ. ..., της περιοχής ... διαμέρισμά του, ενώ στο δεύτερο τούτων άφησε κάθε άλλο κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο, που ήθελε ευρεθεί κατά το χρόνο του θανάτου του.

Όμως, εκτός από την προαναφερόμενη διαθήκη, ο αποβιώσας κατέλιπε και τη μεταγενέστερη υπ' αριθμ. ... διαθήκη που συντάχτηκε, στην Πολωνική γλώσσα, ενώπιον του συμβολαιογράφου της πόλης Γδύνιας Πολωνίας Μάτσιεϊ Βόζνιακ και δημοσιεύτηκε από το 7ο Τμήμα Αστικών Υποθέσεων του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Γδύνιας Πολωνίας με την οποία, σε αντίθεση με την προαναφερόμενη και προγενέστερη διαθήκη του, εγκατέστησε κληρονόμο του σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο βαφτισιμιό του.

Όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, που προσκομίζεται σε ακριβή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, η διαθήκη αυτή συντάχτηκε ενώπιον του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου στην Πολωνική γλώσσα και, αφού διαβάστηκε και βεβαιώθηκε, υπογράφηκε από το διαθέτη, χωρίς τη σύγχρονη παρουσία ένορκου διερμηνέα κατά τη διαδικασία συντάξεως και υπογραφής της.

Περαιτέρω το Εφετείο με εκτενείς σκέψεις, των οποίων δεν απαιτείται η παράθεση, καταλήγει στην κρίση, ότι ο ως άνω διαθέτης, ο οποίος, μετά την έναρξη του επακολουθήσαντος τη Γερμανική κατοχή εμφυλίου πολέμου, έφυγε από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε, ως πολιτικός πρόσφυγας, στην πόλη ... της Πολωνίας, όπου και παρέμεινε μέχρι το έτος 1981, γνώριζε την Πολωνική γλώσσα κατά το χρόνο συντάξεως και υπογραφής της εν λόγω διαθήκης (3-1-1995) και ως εκ τούτου, όπως ακολούθως δέχεται, δεν απαιτείτο για την εγκυρότητά της, κατά τη διαδικασία σύνταξής της, η σύμπραξη ένορκου διερμηνέα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η επίδικη (δεύτερη) διαθήκη είναι έγκυρη και απέρριψε την αγωγή με την οποία οι αναιρεσείοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος για την σύνταξή της και, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεσή τους, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις που ρυθμίζουν τον, με στοιχείο αλλοδαπότητας, τύπο της διαθήκης, αφού υπό τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η ανωτέρω διαθήκη τού, γνωρίζοντος την Πολωνική γλώσσα, διαθέτη ΑΑ, που συντάχτηκε στην πόλη ... της Πολωνίας, έγινε σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εν προκειμένω, κατ' άρθρο 1 περ.

α' της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, προδιαλαμβανόμενες διατάξεις των άρθρων 950 και 958 του Πολωνικού Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με εκείνες του Πολωνικού νόμου περί Συμβολαιογράφων, με τις οποίες καθορίζονται οι απαιτούμενες, ως προς τον τύπο, προϋποθέσεις συντάξεως διαθήκης ενώπιον Συμβολαιογράφου και, επομένως, είναι έγκυρη.

Κατ' ακολουθίαν η εν λόγω διαθήκη, ως μεταγενέστερη καταργεί με το περιεχόμενό της την ως άνω προηγουμένη από 16-10-1990 μυστική διαθήκη του ίδιου διαθέτη (άρθρο1764 ΑΚ), με την οποία είχαν καταληφθεί στους αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα σ' αυτήν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία και περιέρχονται δυνάμει της επίμαχης (μεταγενέστερης) διαθήκης στον εφεσίβλητο.

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχτεί ότι η ανωτέρω διαθήκη είναι έγκυρη, παρότι δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος που προβλέπει το Ελληνικό δίκαιο, το οποίο, κατ' αυτούς, ήταν εφαρμοστέο, κατ' άρθρο 1 περ.

ε της ανωτέρω Διεθνούς Σύμβασης, λόγω της τοποθεσίας του πιο πάνω διαμερίσματος του διαθέτη και σε, κάθε περίπτωση, ότι αυτή (διαθήκη) αφορά και το ακίνητο αυτό, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παραπάνω Διεθνούς Σύμβασης και των άρθρων1718 και 1724 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο σφάλμα ως προς την νόμιμη βάση. Πέραν τούτου είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, αφού έτσι που έκρινε, όπως παραπάνω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, δεδομένου ότι εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων ουσιαστικών διατάξεων ως προς τον τύπο της επίδικης διαθήκης, τις οποίες και εφάρμοσε.

ΙΙ.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 10-12-1997 ιδιόχειρης επιστολής του διαθέτη ΑΑ προς τη μητέρα του αναιρεσίβλητου από την οποία προέκυπτε ότι ο διαθέτης δε γνώριζε να ομιλεί την Πολωνική γλώσσα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δηλαδή ότι ο διαθέτης γνώριζε την Πολωνική γλώσσα.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι το αποδεικτικό μέσο είναι παραδεκτό και νόμιμο.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 449 παρ. 2, 457 παρ. 4 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, από το δικαστήριο της ουσίας μπορούν να ληφθούν υπόψη τα προσκομιζόμενα, σε φωτοτυπία, έγγραφα, προκειμένου να εκτιμηθούν ως δικαστικά τεκμήρια και όταν δε βεβαιώνεται η ακρίβεια αυτών από δημόσιο υπάλληλο που έχει δικαίωμα σε αντιγραφή, αρκεί να προσκομίζονται νομίμως χαρτοσημασμένα και να μην αμφισβητείται η γνησιότητά τους, η οποία, αν αμφισβητηθεί, πρέπει να αποδειχτεί.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Τον ως άνω λόγο ιδρύει και η κήρυξη ή μη κήρυξη εκπτώσεως από δικαίωμα εξετάσεως μάρτυρα, και γενικότερα το απαράδεκτο των αποδείξεων, όπως η αμφισβήτηση της γνησιότητας εγγράφου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη "τα προσκομιζόμενα με επίκληση (από τους εκκαλούντες) σε ακριβή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, πληροφοριακά έγγραφα (προσωπικά ερωτηματολόγια, φύλλα ποιότητας, υπηρεσιακές κρίσεις) που προσκομίζονται σε φωτοαντίγραφα", διότι η γνησιότητά τους, την οποία αρνήθηκε ο εφεσίβλητος, δεν αποδεικνύεται.

Εφόσον το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν αποδείχτηκε η (αμφισβητούμενη) γνησιότητα των ως άνω φωτοαντιγράφων ορθώς δεν λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικώς με το ζήτημα της γνώσεως της Πολωνικής γλώσσας εκ μέρους του διαθέτη. Επομένως είναι αβάσιμοι, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις τις πιο πάνω φωτοτυπίες εγγράφων, καθώς και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, μη λαμβάνοντας υπόψη ως μη γνήσια τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

V. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχτηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος για έλλειψη αντίστοιχου πραγματικού.

VI.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-12-2007 αίτηση των Χ1, κλπ., για αναίρεση της 6737/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ