Legislator Case Law & Legislation
280/2007 AI generated

280/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 280/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 280 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 280/2007

Legislator headnote

AI generated

280/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 280 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 280/2007

Keywords

AI generated
bank resolution banking policy changed financial circumstances mismanagement financial crisis bank guarantee claim event
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 280 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 280/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σχινά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "CREDIT COMMERCIAL DE FRANCE (C.C.F.)", που εδρεύει στο Παρίσι Γαλλίας και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-3-1999 και 15-4-1999 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 289/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 5797/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-1-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική (άρθρ. 281 ΑΚ), όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζόμενου ή ακόμη και όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους που επιβάλλουν τη μείωση του προσωπικού της επιχειρήσεως, χωρίς να γίνει επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια.

Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς ή, πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους -που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην Αθήνα στις 18-4-1990, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εδρεύουσα στο Παρίσι της Γαλλίας και λειτουργούσα νόμιμα στην Ελλάδα εναγόμενη - αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "CRΕDΙΤ CΟΜΜΕRCΙΑL, DΕ FRΑΝCΕ (C.C.F)" προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος και εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της με τον βαθμό του λογιστή Α'.

Ύστερα από ευδόκιμη υπηρεσιακή εξέλιξη προήχθη κατ' εκλογή στο βαθμό του διευθυντή από 1-1-1998 και οι συμβατικές μηνιαίες αποδοχές του αυξήθηκαν από 1-7-1998 σε 1.540.000 δραχμές. Προηγουμένως και συγκεκριμένα την 1-6-1996, είχε γίνει μόνιμο μέλος της εκτελεστικής επιτροπής που λειτουργούσε στο κατάστημα της εναγομένης στην Ελλάδα, σκοπός της οποίας ήταν η παροχή βοήθειας προς το γενικό διευθυντή του καταστήματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Από το Μάρτιο του 1995 ο ενάγων προϊστατο του Τμήματος Διαχείρισης Διαθεσίμων και Συναλλάγματος της εναγομένης, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει και η ανακατάθεση σε άλλες τράπεζες των καταθέσεων σε συνάλλαγμα πελατών της. Ειδικότερα, οι τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα έχουν υποχρέωση να ανακαταθέσουν σε άλλες τράπεζες τις καταθέσεις σε συνάλλαγμα που δέχονται, προκειμένου να κερδίζουν τη διαφορά μεταξύ του τόκου που καταβάλουν στους πελάτες αυτών και εκείνου που εισπράττουν από τις καταθέσεις σε άλλες τράπεζες.

Οταν η κατάθεση γίνεται σε τράπεζες του εσωτερικού, η ανακαταθέτουσα τράπεζα έχει υποχρέωση να δεσμεύει στην Τράπεζα της Ελλάδος ποσό σε δραχμές ίσο με ποσοστό 12% της αξίας του ανακατατεθειμένου κεφαλαίου, από το οποίο ποσοστό είναι τοκοφόρο μόνο το 1/2. Αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υπάρχει, αν η επανακατάθεση γίνεται σε τράπεζες της αλλοδαπής.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1998 η αναιρεσίβλητη, αφού διαπίστωσε ότι η τακτική της ανακατάθεσης σε Ελληνικές τράπεζες που ακολουθούσε το Τμήμα Διαχείρισης Διαθεσίμων και Συναλλάγματος αυτής, το οποίο λειτουργούσε υπό τη διεύθυνση του αναιρεσείοντος, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων, ζήτησε από τον αναιρεσείοντα να προσδιορίσει με ακρίβεια τη ζημία της για το από 1-1-1998 μέχρι 31-8-1998 χρονικό διάστημα, και με σχετικό έγγραφο του εν λόγω τμήματος η ζημία προσδιορίστηκε σε 82.071.000 δραχμές.

Στη συνέχεια ο αναιρεσείων δήλωσε προς την αναιρεσίβλητη ότι η ζημία ήταν μεγαλύτερη αλλά τη διαβεβαίωσε, ότι σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερβεί το ποσό των 100.000.000 δρχ. Η αναιρεσίβλητη, στηριζόμενη στις διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, θεώρησε ανεκτό το λάθος του και δεν προέβη στην απόλυση ή στην αντικατάστασή του ως διευθυντή του προαναφερθέντος τμήματος, με σχετική δε επιστολή που απηύθυνε προς αυτόν η γενική διευθύντριά της στην Ελλάδα ... , του γνωστοποίησε απλώς ότι ανέμενε μελλοντική βελτίωση της επαγγελματικής συμπεριφοράς του.

Σε απάντηση ο ενάγων απέστειλε στη γενική διευθύντρια την από 21-10-1998 επιστολή του, με την οποία, χωρίς να αρνείται το μέχρι τότε ύψος της ζημίας της αναιρεσίβλητης και χωρίς να αποποιείται τις ευθύνες του, απέδωσε την αρχικά λανθασμένη εκτίμηση της ζημίας από το τμήμα του, σε σφάλμα των υφισταμένων του, υποσχέθηκε δε ότι οι προσπάθειες του ίδιου και των υφισταμένων του θα ενταθούν, ώστε να αποφευχθούν παρόμοια προβλήματα στο μέλλον.

Παρά ταύτα, από το μήνα Οκτώβριο 1998, αφότου πληροφορήθηκε, ότι δεν θα του καταβληθεί το επιμίσθιο (bonus) του έτους 1998, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του ανερχόταν σε 6.500.000 δραχμές, η μέχρι τότε άριστη συμπεριφορά του μεταβλήθηκε. Συγκεκριμένα, προκαλούσε δυσάρεστη ατμόσφαιρα στο τμήμα του, παρακολουθούσε συνεχώς στην οθόνη του υπολογιστή του γραφείου του την πορεία των επενδύσεών του και τηλεφωνούσε στον χρηματιστή του έχοντας τα πόδια πάνω στο γραφείο του, επιπλέον δε μετείχε στα συμβούλια της εταιρείας χτυπώντας τις χάντρες του κομπολογιού του και επιδεικνύοντας αδιαφορία.

Παράλληλα, από τον εσωτερικό έλεγχο που διενήργησε ο ελεγκτής της αναιρεσίβλητης ... κατά το μήνα Δεκέμβριο 1998,προέκυψε ότι το ύψος της ζημίας της από την πιο πάνω αιτία, υπό τη μορφή της απώλειας εσόδων, ανερχόταν για το έτος αυτό στο ποσό των 224.000.000 δραχμών, ενώ δε ο αναιρεσείων, ως διευθυντής του Τμήματος Διαχείρισης Διαθεσίμων και Συναλλάγματος, είχε ως συμφωνημένο στόχο μεικτού κέρδους για το έτος 1998 790.000.000 δραχμές, πέτυχε τελικά μεικτό κέρδος 560.910.000 δραχμών, δηλαδή είχε αποτέλεσμα κατώτερο του στόχου του κατά 29%.

Εξαιτίας των γεγονότων αυτών κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, η οποία υπολαμβάνουσα αρχικά εσφαλμένα ότι η μεταξύ αυτών καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, κατήγγειλε αυτήν με την από 11-1-1999 δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα αυθημερόν για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στο ότι, συνεπεία της προκληθείσας σ' αυτήν από υπαιτιότητά του ως άνω ζημίας και της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του, είχε επέλθει κλονισμός στη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, ενώ στη συνέχεια, με την από 1-4-1999 δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε στον ίδιο στις 2-4-1999, κατήγγειλε και πάλι τη σύμβαση ως τοιαύτη αορίστου χρόνου, όπως ήταν στην πραγματικότητα και προσέφερε σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση, την οποία υπολόγισε με βάση τους ισχυρισμούς του για το ύψος του μισθού του, στο ποσό των 14.842.365 δραχμών.

Επιπλέον προσέφερε στον αναιρεσείοντα τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 12-1-1999 μέχρι 2-4-1999. Περαιτέρω το Εφετείο, ενόψει α) της ζημίας ύψους 224.000.000 δρχ. που προκλήθηκε στην αναιρεσίβλητη από σφάλμα του αναιρεσείοντος, β) της συμπεριφοράς του τελευταίου στο χώρο εργασίας μετά τη διαπίστωση της ως άνω ζημίας, γ) της μη επίτευξης του στόχου του τμήματος του αναιρεσείοντος για το έτος 1998 και δ) του επελθόντος από τους λόγους αυτούς κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων, έκρινε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν μπορεί να αποδοθεί σε λόγους εμπάθειας ή εκδικητικότητας της αναιρεσίβλητης, και κατά συνέπεια δεν είναι άκυρη, ως καταχρηστική.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει τις ένδικες αγωγές για καταβολή δεδουλευμένων μισθών, μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού και τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου ανάγονται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση εγγράφου και συγκεκριμένα των υπ'αριθ. ... και ... πράξεων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις οποίες δέχτηκε ότι προκύπτει, ότι οι καταθέσεις συναλλάγματος σε τράπεζες του εξωτερικού δεν υπόκεινται σε υποχρεωτική δέσμευση ποσοστού 12% από την Τράπεζα της Ελλάδος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερόμενες πράξεις δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, αλλά έχουν το χαρακτήρα εγκυκλίων, ερμηνευτικών των κανόνων δικαίου που αναφέρονται στην κίνηση κεφαλαίων (άρθ. 10 ΠΔ 96/1993 "περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις των Οδηγιών με αρ. 88/361 και 92/122 της ΕΟΚ), από τους οποίους προκύπτει η δέσμευση του ανωτέρω ποσοστού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2004 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ΄αριθ. 5797/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ