Legislator Case Law & Legislation
280/2006 AI generated

280/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 280/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

280/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι συλλογικές αυτές συμβάσεις δέσμευαν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβληθεισών επαγγελματικών οργανώσεων, εφόσον όμως είχαν υπογραφεί ενώπιον του Υπουργού Εργασίας ή του οργάνου που αυτός είχε εξουσιοδοτήσει ή είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές με απόφαση του ίδιου Υπουργού, δέσμευαν όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, το οποίο αφορούσαν, στην περιοχή όπου αυτές ίσχυαν (άρθρ. 5 παρ. 2 Ν.3239/1955 και ήδη άρθρ. 11 παρ. 2 Ν.1876/1990).

Keywords

AI generated
debt restructuring moratorium euro short term rate bank resolution central bank suspension period european Central Bank
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 280 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά.

Του αναιρεσίβλητου : Γ. Ε. του Θ., κατοίκου…. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Xρήστο Παπαδόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαρτίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2375/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4284/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την 29 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 21 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κατά το προϊσχύσαν του Ν.1876/1990 νομικό καθεστώς (άρθρ. 1 Ν.3239/1955) ρύθμιζαν τις συνθήκες, την αμοιβή και τους όρους της εργασίας, μεταξύ των οποίων και τους αναγόμενους στην επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία των εργαζομένων, με την προϋπόθεση ότι τα θέματα αυτά δεν ρυθμίζονταν αποκλειστικά από άλλες διατάξεις.

Οι συλλογικές αυτές συμβάσεις δέσμευαν κατ' αρχήν τα μέλη των συμβληθεισών επαγγελματικών οργανώσεων, εφόσον όμως είχαν υπογραφεί ενώπιον του Υπουργού Εργασίας ή του οργάνου που αυτός είχε εξουσιοδοτήσει ή είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές με απόφαση του ίδιου Υπουργού, δέσμευαν όλους τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, το οποίο αφορούσαν, στην περιοχή όπου αυτές ίσχυαν (άρθρ. 5 παρ. 2 Ν.3239/1955 και ήδη άρθρ. 11 παρ. 2 Ν.1876/1990).

Όταν σε ορισμένη εκμετάλλευση απασχολούνταν και μισθωτοί, που δεν ανήκαν στη συμβαλλόμενη επαγγελματική οργάνωση, δεν μπορούσαν μεν να περιληφθούν στη συλλογική σύμβαση γενικοί όροι, που ρύθμιζαν την υπηρεσιακή εξέλιξη των μισθωτών της συμβληθείσης οργάνωσης, αλλά ταυτόχρονα, λόγω της πλοκής και της αλληλεξάρτησης των εργασιακών σχέσεων, που υπήρχαν στην επιχείρηση, επηρέαζαν και τις σχέσεις των άλλων αυτών μισθωτών, που δεν δεσμεύονταν από τη συλλογική σύμβαση.

Περαιτέρω, το Ν.Δ. 3789/1957 καθιέρωσε μεν ειδική διαδικασία για την κατάρτιση των Κανονισμών εργασίας με τη ρύθμιση, κατά τους κείμενους νόμους, των κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφουμένων σχέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ή εργασιών και του κάθε φύσεως προσωπικού, αλλά δεν απαγόρευσε την κατάρτιση Κανονισμών με ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας.

Συνεπώς, οι Κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν με ειδική σ.σ.ε. του Ν.3239/1955 μετά την ισχύ του Ν.Δ. 3789/1957 και ρυθμίζουν τις συνθήκες, την αμοιβή και τους όρους της εργασίας, μεταξύ των οποίων και τους αναγόμενους στην επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία των εργαζομένων, δεν είναι άκυροι απλώς και μόνο από το γεγονός ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από το ανωτέρω Ν.Δ., παρά μόνο στις περιπτώσεις που θα ήταν ανίσχυρες και οι ειδικές σ.σ.ε., με τις οποίες ρυθμίζονται αντίστοιχα θέματα.

Εξάλλου, υπό την ισχύ του Ν.3239/1955, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ως περιέχουσες κανονιστικές διατάξεις, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς, η μη εφαρμογή έγκυρης και ισχυρής σ.σ.ε. ή η εφαρμογή άκυρης ή ανίσχυρης σ.σ.ε. θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1169/1999).

Τέλος, οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που είχαν καταρτισθεί με το προηγούμενο νομικό καθεστώς του Ν.3239/1955, εφόσον εξακολούθησαν να ισχύουν και μετά την ισχύ του νέου Ν.1876/1990, ρυθμίζονται πλέον ως προς τα αποτελέσματα και τη λήξη ισχύος αυτών από τον τελευταίο αυτό Νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και έκτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι διατάξεις του άρθρου 21 του Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, με τις οποίες ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη λύση της εργασιακής συμβάσεως, έχουν ισχύ, ενώ είναι ανίσχυρες και ανεφάρμοστες, διότι τέθηκαν σε ισχύ με τις από 1.10.1981 και 5.8.1987 ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες δεν έχουν κυρωθεί με νόμο, ούτε απέκτησαν ισχύ νόμου και υπό το καθεστώς του Ν.3239/1955 δεν μπορούσαν να ρυθμίζουν θέματα συνδεόμενα με τη λύση της συμβάσεως εργασίας, επιπλέον δε η ως άνω απόφαση δεν περιέχει αιτιολογία ω προς το ζήτημα αν για τη σύνταξη του ανωτέρω Κανονισμού τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το Ν.Δ. 3789/1957 διαδικασία.

Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε καταρχήν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1- 2, 2 παρ. 1 και 21 παρ. 1-2 του Ν.3239/1955, καθόσον ο ανωτέρω Οργανισμός εργασίας, που καταρτίσθηκε πράγματι με την από 1.10.1981 ειδική σ.σ.ε., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με την από 5.8.1987 ειδική σ.σ.ε., περιέχει όρους, που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και ισχύ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, εντεύθεν δε ενεργούν ως αναγκαστικό δίκαιο επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας (Ολ.Α.Π. 461/1970).

Επιπλέον, ο Κανονισμός αυτός, σε περίπτωση κατά την οποία δεν καταρτίσθηκε με την προβλεπόμενη από το Ν.Δ. 3789/1957 διαδικασία, δεν είναι άκυρος από μόνο το γεγονός αυτό, λαμβανομένου υπόψη ότι α) τα θέματα, που ρυθμίζει ο εν λόγω Κανονισμός, δεν ρυθμίζονται αποκλειστικά από άλλες διατάξεις και β) η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ανήκε στη συμβληθείσα με την αρχική εργοδότρια Τράπεζα για την κατάρτιση των ως άνω ειδικών σ.σ.ε.

επαγγελματική οργάνωση, ούτε ότι στην επιχείρηση της εργοδότριας απασχολούνταν και μισθωτοί, οι οποίοι δεν ανήκουν στην εν λόγω επαγγελματική οργάνωση. Σε κάθε περίπτωση, ο προαναφερόμενος Οργανισμός εργασίας διατηρήθηκε σε ισχύ με την κυρωθείσα με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν.1346/1983 και έχουσα ισχύ τυπικού νόμου από 4.8.1982 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, με την οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ όλοι οι Κανονισμοί Τραπεζών, μεταξύ των οποίων και ο εν λόγω Οργανισμός της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η αναιρεσείουσα Τράπεζα.

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του Ν.3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/18.7.1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους, με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν.2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ.

αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του νόμου αυτού. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του αυτού ως άνω Νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.435/1976,ορίζονται τα ακόλουθα:

Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντας ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, ,6 7, 8 και 9 του Ν.3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν.2112/1920 ή του Β.Δ.

της 16/18.7.1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου και τη θέσπιση από το τελευταίο, με τη συνδρομή των τασσομένων σ'αυτό λοιπών προϋποθέσεων, δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως, λόγω και της ρητής σ'αυτή σχετικής αναφοράς, προϋποθέτει μισθωτούς, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σ' εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας διεπόμενη από κανονισμό, που προβλέπει την αποχώρηση του εργαζομένου με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου (Ολ.Α.Π. 1110/1986), δηλαδή σε σύμβαση της οποίας δεν είναι ορισμένος ο χρόνος λύσεως αυτής, β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού, γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού.

Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί στην τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να παρασχεθεί εκ των προτέρων ή να συναχθεί από τον κανονισμό, με τον οποίο παραχωρείται στον μισθωτό δικαίωμα παραίτησης σε οποιοδήποτε χρόνο, χωρίς να προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να εναντιωθεί ή να αποδεχθεί μόνο με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας την παραίτηση του υπαλλήλου από την εργασία του, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεσμεύεται ο εργοδότης να δέχεται και συνεπώς να παρέχει την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή ου, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος την 1.12.1981 προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρία με τη επωνυμία "Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Η Τράπεζα αυτή την 30.7.1999 συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, η οποία ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν το προσωπικό της.

Ο ενάγων εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του υποτμηματάρχη. Για το προσωπικό της εναγομένης, που ανήκει στον ιδιωτικό τομέα, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Οργανισμού Υπηρεσίας του Προσωπικού αυτής - που δέχθηκε το Εφετείο ότι έχει συμβατική ισχύ - η λύση της συμβάσεως εργασίας επέρχεται, εκτός των άλλων και με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 6οου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, καθώς και με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου.

Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν ορισμένου χρόνου, αφού στον Κανονισμό προβλέπεται αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας, κατά τα προεκτεθέντα. Εφόσον όμως αναγνωρίζεται ταυτόχρονα σ' αυτόν δικαίωμα λύσεως της συμβάσεως πριν από τον χρόνο συμπληρώσεως του ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, ενυπάρχει σ' αυτήν διαλυτική αίρεση, που αν πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου.

Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι την 30.9.2001, οπότε με την από 24.9.2001 επιστολή του δήλωσε προς την εναγομένη ότι παραιτείται από τα καθήκοντά του ως υπάλληλός της από 30.9.2001. Έτσι, η σύμβαση εργασίας αυτού κατέστη αορίστου χρόνου εξ υπαρχής, αφού πληρώθηκε η αίρεση, υπό την οποία τελούσε, λύθηκε δε αυτή με την παραίτησή του και την συγκατάθεση της εναγομένης βάσει της συμβατικής ρυθμίσεως του Κανονισμού, με τον οποίο η τελευταία είχε αυτοδεσμευθεί εκ των προτέρων.

Το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές κατέληξε ότι ο ενάγων, εφόσον κατά τον χρόνο της παραιτήσεώς του (30.9.2001) είχε συνεχή δεκαπενταετή και πλέον υπηρεσία στην εναγομένη, δεν είχε όμως συμπληρώσει και το οριζόμενο από τον ως άνω Κανονισμό όριο ηλικίας των 65 ετών για την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής του συμβάσεως και υπήρχε και συγκατάθεση της εναγομένης, εδικαιούτο, ως επικουρικά ασφαλισμένο στο ΤΑΠΙΛΤΑΤ, 40% της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 εδ.

α' του Ν.3198/1955 αποζημιώσεως και στη συνέχεια επιδίκασε σ' αυτόν την εν λόγω αποζημίωση, που ανέρχεται στο ποσό των 12.084,18 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο Οργανισμός Υπηρεσίας Προσωπικού της Τράπεζας που καταρτίσθηκε με την από 1.10.1981 ΕΣΣΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 5.8.1987 ΕΣΣΕ, έχει συμβατική ισχύ, ορθώς όμως συνήγαγε από τις διατάξεις αυτού συγκατάθεση της αναιρεσείουσας στην αποχώρηση, λόγω παραιτήσεως, του αναιρεσιβλήτου και δεν παραβίασε τα άρθρα 21 του άνω Οργανισμού, 202 του ΑΚ και 8 του Ν.3198/1955.

Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος (οι δύο τελευταίοι κατά το πρώτο μέρος τους) από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε πως στη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου ενυπάρχει η προαναφερόμενη διαλυτική αίρεση και ότι η σύμβαση αυτή μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ενώ δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αιρέσεως και η άνω μετατροπή, είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, από τις άνω εκτιθέμενες διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, όπως σαφώς και ευθέως συνάγεται από το περιεχόμενο αυτών, δεν προβλέπεται η τήρηση προθεσμία προς υποβολή από τον μισθωτό της δηλώσεώς του περί παραιτήσεώς του από την εργασία του, ενώ για την χορηγούμενη ως άνω αποζημίωση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 επομ.

του Ν.3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν.2112/1920, πλην των διατάξεων που αφορούν στην προειδοποίηση, ήτοι εκείνων του άρθρου 4 του Ν.2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες υπάλληλος, προτιθέμενος να λύσει την συνδέουσα με τον εργοδότη υπαλληλική σύμβαση, οφείλει να καταγγείλει αυτή πριν από χρόνο ίσο με το ήμισυ εκείνου που ορίζεται για τον εργοδότη, ο οποίος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τους τρείς μήνες και, σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεώς του για εμπρόθεσμη καταγγελία, η οφειλόμενη από αυτόν αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό, που αντιστοιχεί σε τρείς μήνες κατά το άρθρο 3 του αυτού Νόμου.

Επομένως, από τις διατάξεις του Ν.2112/1920 εφαρμόζονται στην ανωτέρω περίπτωση μόνο εκείνες που αφορούν στην αποζημίωση και όχι εκείνες που αναφέρονται στην προειδοποίηση (Α.Π. 242/2003). Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει κατά του αντιδίκου της την επικαλούμενη απ' αυτή ανταπαίτηση, που συνίσταται στο ότι ο τελευταίος οφείλει στην ίδια, ως αποζημίωση, τους μισθούς τριών μηνών, ήτοι το ποσό των 5.178,93 ευρώ και την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό της ένδικης απαίτησης αυτού, γιατί δεν την προειδοποίησε πριν από τρείς μήνες για την αποχώρησή του από την υπηρεσία του.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πέμπτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.9.2004 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4284/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ