Legislator Case Law & Legislation
27/2026 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal, upholding insurer's liability for power plant outage damages.

Case Number 27/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to order payment of €169,844.51 in damages for a power plant outage. The insurer argued against the calculation method, but the court found the lower court's reasoning legally sound and based on the insurer's own admission of average production figures. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellant, and the original judgment was confirmed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 7 of Law 2496/1997; The Supreme Court held that an insurer's liability for loss of profits following a covered event is established when the lower court's reasoning adequately addresses the statutory provisions and relies on facts admitted by the parties, thereby precluding a finding of error in the application of law.

Keywords

AI generated
Insurance Contract Law Loss of Profits Damages Appeal Procedure Statutory Liability Court of Appeal Decision

Cited Legislation

AI generated
Article 1, paragraph 1 of Law 2496/1997
Article 7, paragraph 7, section alpha of Law 2496/1997
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 27 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 27/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ERGO Α.Α.Ε." και προγενέστερα "ERGO Α.Α.Ε.Ζ.") και τον διακριτικό τίτλο "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Μ.Υ.Η.Σ. ΘΕΡΜΟΡΕΜΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΜΥΗΣ ΘΕΡΜΟΡΕΜΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τότσκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10068/2017 μη οριστική και 1510/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 583/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/5/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 583/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1510/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 21.6.2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το οφειλόμενο ασφάλισμα, ποσού 615.097,95 ευρώ, λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του 7 παρ. 7 εδ. α' του ίδιου νόμου, Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι, μεταξύ άλλων, και τα στοιχεία του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του αντισυμβαλλομένου του ασφαλιστή (ΑΠ 1522/2022).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 90/2023). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 90/2023).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 90/2023, ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 90/2023). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 90/2023). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 90/2023, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 2267/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το κύριο και το επικουρικό σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 επ. ΚΠολΔ, 1 παρ.1, 7 παρ.7 του Ν. 2496/1997, 156, 361, 454 ΑΚ, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη είναι δικαιούχος του ασφαλίσματος, θεμελιώνοντας όμως την ενεργητική της νομιμοποίηση σε διαφορετικά δικαιογόνα πραγματικά περιστατικά από εκείνα που επικαλέστηκε με την αγωγή.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που αφορά τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο:

"Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε παραπάνω, με την 10068/2017 μη οριστική απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου, πλην άλλων, να προσκομιστεί από την ενάγουσα η από ....2014, σύμβαση δανείου παγίων επιχειρηματικής επανεκκίνησης μεταξύ της τελευταίας και της τράπεζας Alpha Bank, καθώς και τυχόν σχετικό πιστοποιητικό περί εγγραφής υποθήκης, προκειμένου να διερευνηθεί ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας στην άσκηση της αγωγής της, καθόσον, εάν η τράπεζα ALPHA BANK τυγχάνει ενυπόθηκη δανείστρια της ενάγουσας, αυτή θα ήταν η μόνη δικαιούχος της αποζημίωσης μέχρι του ύψους της απαίτησής της, η οποία είναι ασφαλισμένη με υποθήκη, και ως εκ τούτου, μόνο αυτή θα νομιμοποιούνταν να εγείρει τη σχετική αγωγή κατά της εναγόμενης, όχι δυνάμει σχέσης εκχώρησης, αλλά ως εκ του νόμου υποκατάστατη της ασφαλισμένης της, ενάγουσας.

ενυπόθηκης οφειλέτη της. Σε αντίθετη δε περίπτωση, ήτοι, εάν πρόκειται για σύσταση ενεχύρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 36 και 39 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, τότε, δεδομένου ότι δεν πληρώθηκε η εκ των ανωτέρω διατάξεων προϋπόθεση της επίδοσης της σχετικής σύμβασης στην εναγομένη, όπως δεν αμφισβητείται από την τελευταία, δικαιούχος του ένδικου ασφαλίσματος παραμένει η ενάγουσα.

Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...2014 σύμβαση δανείου σε συνδυασμό με τα υπ' αριθ. ....2018 πιστοποιητικά περί μη εγγραφής υποθήκης στα κτήματα που περιγράφονται στα με αριθμούς .../2002, .../2002 και .../2002 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Υπάτης Δ. Τ. και τα ταυτάριθμα πιστοποιητικά περί μη ύπαρξης αγωγής κατά της ενάγουσας καταχωρημένης στα βιβλία διεκδικήσεων, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα έλαβε από την ALPHA BANK δάνειο 650.000 ευρώ, για την εγκατάσταση νέου τμήματος αγωγού προσαγωγής και την κατασκευή αγκυρίων στις αλλαγές πορείας του αγωγού, στο δε όρο υπ' αριθ. 14 ορίστηκε ότι η δανείστρια τράπεζα θα εγγράφει υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης ή θα συστήσει ενέχυρο σε ασφάλεια των απαιτήσεών της.

Ταυτόχρονα ορίστηκε ότι "Ο Οφειλέτης υποχρεούται να εκχωρήσει στην Τράπεζα όλες τις ασφάλειες και να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την αναγνώριση της Τραπέζης ως ενυπόθηκης δανείστριας, ως δικαιούχου του ποσού του ασφαλιστηρίου, για το ποσό του δανείου ή κάθε άλλης απαίτησής της που εξασφαλίζεται με τα ασφαλιζόμενα πράγματα, πλέον των χρεωθέντων τόκων, προμηθειών και πάσης φύσεως εξόδων.

Εκχωρεί δε και μεταβιβάζει στην Τράπεζα από τώρα κάθε απαίτησή του κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, από τη σύμβαση ασφαλίσεως, με όλα τα δικαιώματα και τις σχετικές αγωγές του, παραγγέλλει δε στην ασφαλιστική εταιρία ανεκκλήτως, όπως σε περίπτωση πυρκαγιάς ή επελεύσεως οποιουδήποτε άλλου ασφαλιζόμενου κινδύνου, καταβάλει απευθείας στην Τράπεζα, κατόπιν απλής προσκλήσεώς της, χωρίς τη μεσολάβηση σύμπραξη ή συναίνεσή του.

το ποσό που θα οφείλεται σε αυτόν κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα γενικά".

Πλην όμως, από τα ανωτέρω προσκομιζόμενα με επίκληση πιστοποιητικά, αποδείχθηκε ότι μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, δεν είχε υλοποιηθεί η ως άνω συμβατική δέσμευση και δεν είχε εγγράφει καμία υποθήκη στα ακίνητα επί των οποίων κείται η εγκατάσταση της ενάγουσας, που είναι ασφαλισμένη από την εναγόμενη και, επομένως, δεν έχει καταστεί ενυπόθηκη δανείστρια της ενάγουσας και κατ' επέκταση, δικαιούχος του ασφαλίσματος, η ως άνω τράπεζα.

Μάλιστα, η ενάγουσα προσκόμισε και την από 20.01.2016 επιστολή του υποκαταστήματος Εγνατίας (701) της Alpha Bank προς την ίδια, την οποία υπογράφουν οι A. Α. Τ. και Ε. Ι. Τ., με την οποία βεβαιώνεται ότι η τράπεζα απαλλάσσει την ενάγουσα από κάθε υποχρέωσή της από την εκχώρηση στην ίδια (τράπεζα) της απαίτησής της, που απορρέει από τα ένδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια μαζί με τα σχετικά δικαιώματα και τις αγωγές κατά της εναγομένης, δυνάμει του όρου 14 της, από ....2014 σύμβασης δανείου παγίων επιχειρηματικής επανεκκίνησης μεταξύ τους, καθώς αυτή δεν έχει κοινοποιήσει στην ήδη εναγομένη την ανωτέρω σύμβαση.

Ακολούθως, ενόψει της μη πλήρωσης της υποχρέωσης επίδοσης της δανειακής σύμβασης που κατάρτισε η ενάγουσα με την ALPHA BANK, στην εναγομένη, προκειμένου να ολοκληρωθεί η εκχώρηση της απαίτησης, η ενάγουσα παρέμεινε η μόνη δικαιούχος του ασφαλίσματος και ως εκ τούτου η μόνη που νομιμοποιείται για την άσκηση της αγωγής.

Μετά ταύτα, η σχετική ένσταση της εναγομένης περί της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας στην άσκηση της αγωγής της, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Συνακολούθως, απορριπτέος είναι και ο εικοστός πέμπτος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη επαναφέρει τον ίδιο ισχυρισμό της στο παρόν Δικαστήριο, καθόσον, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έσφαλε αποφαινόμενο όπως παραπάνω αναφέρεται...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, για την έρευνα του 25ου λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης στην άσκηση της αγωγής, το Εφετείο έλαβε υπόψη την σύμβαση δανείου μεταξύ της τελευταίας και της τράπεζας ALPHA BANK και τα πιστοποιητικά περί μη εγγραφής υποθήκης στα κτήματα της αναιρεσίβλητης, των οποίων η προσκόμιση είχε διαταχθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Από τα ως άνω προσκομισθέντα πιστοποιητικά προέκυψε ότι μέχρι την συζήτηση της αγωγής δεν είχε εγγραφεί καμία υποθήκη στα ακίνητα επί των οποίων βρίσκεται η εγκατάσταση της αναιρεσίβλητης που είναι ασφαλισμένη από την αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να μη έχει καταστεί η τράπεζα ALPHA BANK ενυπόθηκη δανείστρια της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου δικαιούχος του ασφαλίσματος. Επομένως, η αναιρεσίβλητη είναι η μόνη δικαιούχος του ασφαλίσματος και η μόνη που νομιμοποιείται για την άσκηση της αγωγής.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικό λόγος κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Το άρθρο 7 του ν. 2496/1997 στην παράγραφο 5 ορίζει ότι : "Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.

Ο ασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο" και στην παράγραφο 6 ότι : "Με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Επίσης, μπορεί να συμφωνηθεί ότι θα οφείλεται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου, αν μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης καταγγελθεί η σύμβαση".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι κατ' αρχήν ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του για καταβολή ασφαλίσματος στην ασφάλιση ζημιών εφόσον η πραγματοποίηση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης ενώ είναι συμβατικά δυνατή η διεύρυνση του κύκλου των προσώπων αυτών στην περίπτωση κατά την οποία η ασφάλιση ζημιών αφορά την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης ώστε να περιληφθεί και ο προστηθείς ή ο υποπροστηθείς του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στον κύκλο των ανωτέρω προσώπων.

Η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία, κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα Νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, το σύνολο των διατάξεων του Ν.2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ` αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτομένων προσώπων, παρά μόνο να διευρυνθούν.

Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή, μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).

Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν.2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι, ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ` αυτή γενική επιφύλαξη ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο Ν.2496/1997.

Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν. 2496/1997, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό, ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ` αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (ΟλΑΠ 19/2015, ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 697/2023, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 854/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 5 και 6 του ν. 2496/1997, απορρίπτοντας την προβληθείσα ένσταση απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος για το ασφαλιστικό συμβάν της 19-10-2014, για το λόγο ότι η πρόκληση του κινδύνου αυτού του συμβάντος έγινε δόλια άλλως από βαριά αμέλεια των υποπροστηθέντων της αναιρεσίβλητης που είχαν προσληφθεί από την εργολάβο "ΕΟΕΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Α.Ε", την οποία είχε προστήσει η αναιρεσίβλητη.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη ισχυρίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της ότι συντρέχουν λόγοι απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος, καθόσον, σε σχέση με το πρώτο ζημιογόνο συμβάν (19.10.2014), η ενάγουσα, παράλληλα με την ερευνώμενη εν προκειμένω αγωγή της, είχε ασκήσει και την, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2017, αγωγή αποζημίωσης κατά των Α.

Κ., υπεργολάβου, που είχε αναλάβει την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών του έργου της εγκατάστασης και προμήθειας νέου αγωγού προσαγωγής και του Ζ. Μ. του Σ., επιβλέποντος μηχανικού, θεωρώντας τους τελευταίους υπεύθυνους για την επέλευση του ανωτέρω ζημιογόνου γεγονότος, το οποίο αποδίδουν σε δόλο και σκόπιμες ενέργειες των εκεί εναγομένων, όπως εκτίθεται σε τμήματα της ως άνω αγωγής που ενσωμάτωσε στις πρωτόδικες προτάσεις της (εναγομένη).

Εξέθετε, επίσης, ότι η ενάγουσα, ασκώντας αγωγή τόσο κατά της εναγομένης όσο και κατά των παραπάνω προσώπων, επιδιώκει να εισπράξει δύο φορές αποζημίωση, που αφορά στην ίδια ζημία, πλουτίζοντας αδικαιολόγητα, καθώς και ότι, ταυτόχρονα, οι εναγόμενοι στην παραπάνω αγωγή, την ευθύνη των οποίων ομολογεί με την κατ' αυτών αγωγή της η ενάγουσα, είναι ταυτόχρονα και υποπροστηθέντες της, αφού για την εκτέλεση του ένδικου έργου, τους είχε προσλάβει η προστηθείσα αυτής εταιρεία με την επωνυμία "ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Α.Ε.", με τον διακριτικό τίτλο "ΕΣΕΝ", που, ταυτόχρονα, τύγχανε εργολάβος του έργου.

Κατά συνέπεια, κατά τους ισχυρισμούς της, υφίσταται νόμιμος λόγος απαλλαγής της (εναγομένης), κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 2496/1997. Επιπροσθέτως, εξέθετε ότι ταυτοχρόνως, η ενάγουσα, με την άσκηση της ως άνω αγωγής σε βάρος των παραπάνω υποπροστηθέντων της, ματαίωσε την άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος της ίδιας (εναγομένης), αφού, όταν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της υπ' αριθ. .../2017 αγωγής της (ενάγουσας) κατά των εκεί εναγομένων, η νυν εκκαλούσα-εναγομένη δεν θα δύναται να στραφεί αναγωγικώς κατ' εκείνων, στοιχειοθετώντας την ασφαλιστική εξαίρεση του άρθρου 14.4.

των Γενικών Όρων των ασφαλιστικών συμβολαίων, που έχει καταρτίσει με την ενάγουσα και του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 2496/1997. Επίσης, εξέθετε ότι, με την άσκηση αμφότερων των αγωγών, αφενός, σε βάρος της ενταύθα εναγομένης και αφετέρου, κατά των υποπροστηθέντων της, η ενάγουσα παραβιάζει την αποζημιωτική αρχή, την αρχή της απαγόρευσης πλουτισμού και της ασφαλιστικής υποκατάστασης, καθώς δεν δικαιούται να αποζημιωθεί δύο φορές, εφόσον δε έχει ήδη στραφεί κατά των παραπάνω προσώπων, με την .../2017 αγωγή της, που συζητήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκήσει το εκλεκτικό της δικαίωμα.

Ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης είναι απορριπτέοι, αφενός, λόγω αοριστίας, αφού αυτή δεν περιγράφει τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι το αίτημα των δύο αγωγών ταυτίζεται, παρά μόνο παραθέτει αυτούσια τμήματα της άλλης αγωγής, που σχετίζονται με το επίδικο ζημιογόνο γεγονός, χωρίς συμπερίληψη και του αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος, γεγονός που δεν αρκεί για την θεμελίωση ορισμένης ένστασης, αφετέρου δε, καθώς η περιγραφόμενη σχέση πρόστησης μεταξύ των εναγομένων της υπ' αριθ. .../2017 αγωγής και της προστηθείσας από την ενάγουσα εργολάβου εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΕΣΕΝ", δεν μπορεί να ιδρύσει λόγο απαλλαγής από την καταβολή του ασφαλίσματος, στο βαθμό που σκοπός του νόμου είναι η απαλλαγή του ασφαλιστή μόνον από ενέργειες του λήπτη της ασφάλισης και του στενού κύκλου προσώπων, η συμπεριφορά των οποίων, εκ της θέσεώς τους, ταυτίζεται με αυτόν, που δεν περιλαμβάνει τα περιγραφόμενα πρόσωπα.

Στο βαθμό δε, που τείνουν να στηρίξουν ένσταση ασφαλιστικής υποκατάστασης, οι παραπάνω ισχυρισμοί είναι νομικά αβάσιμοι, διότι προϋπόθεση της ασφαλιστικής υποκατάστασης είναι η καταβολή του ασφαλίσματος από τον ασφαλιστή, ενώ, εν προκειμένω από τις προτάσεις της εναγομένης προκύπτει ευθέως η μη καταβολή τούτου (βλ.

και τις παραπάνω σχετικές νομικές σκέψεις). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όπως παραπάνω, δεν έσφαλε και οι δεύτερος έως και πέμπτος λόγοι της έφεσης, που στρέφονται κατά των παραπάνω παραδοχών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, όπως, επίσης, για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, και οι έκτος και έβδομος λόγοι, με τους οποίους η εναγόμενη παραπονείται αβάσιμα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την μη ασφαλιστική κάλυψη του νέου αγωγού από την ασφαλιστική σύμβαση και ως προς την μη ασφαλιστική κάλυψη του πρώτου κινδύνου, εφόσον, οι ζημίες προήλθαν από τη δοκιμαστική λειτουργία της σύνδεσης του νέου με τον παλαιό αγωγό.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 5 και 6 του ν. 2496/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα σχέση προστήσεως μεταξύ των εναγομένων Α. Κ. και Ζ. Μ. στην υπ' αριθ. Καταθ. .../2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης και της προστηθείσης από την τελευταία εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Α.Ε" δεν απαλλάσσει την αναιρεσείουσα από την καταβολή του ασφαλίσματος, διότι οι προστηθέντες και οι υποπροστηθέντες του λήπτη της ασφαλίσεως ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν περιλαμβάνονται στον κύκλο των προσώπων που αναφέρονται στις διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997, ενώ η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι με την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση διευρύνθηκε η απαλλαγή της και για τις ζημίες που προκαλούνται από τους προστηθέντες και τους υποπροστηθέντες της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (ΟλΑΠ 963/1985, ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 816/2022), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 2001/2009, ΑΠ 558/2008). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ. Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ λόγο, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (Α.Π. 933/2014, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης (ΟλΑΠ 2091/1986, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 267/2017), της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 208/2018).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο απορρίπτοντας ως αόριστη την ένσταση που πρόβαλε για απαλλαγή της από την καταβολή του ασφαλίσματος για το πρώτο ασφαλιστικό συμβάν της 19.10.2014, για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη ματαίωσε από υπαιτιότητά της το αναγωγικό της δικαίωμα κατά των τρίτων υπαιτίων για την πρόκληση της ζημίας.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 1.6.2018 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι σχετικά με την ως άνω ένσταση απαλλαγής της εξέθετε τα ακόλουθα: ".. Σύννομα, βάσιμα και παραδεκτά Προβάλλουμε με τις Παρούσες Προτάσεις μας, όπως αυτή άλλωστε καταχωρείται και στα Πρακτικά της Δίκης, την Ένσταση Εξαίρεσης & Απαλλαγής του 1ου ένδικου ζημιογόνου συμβάντος της 19ης/10/2014 και των εξ Αυτών Συνεπειών από την παρεχόμενη ασφαλιστική Κάλυψη, καθόσον, η ενάγουσα - καλούσα με την άσκηση της με αριθμό έκθεση κατάθεσης .../2017 Αγωγής της (βλ.

Σχ.27) που έχει εκδικαστεί και συζητηθεί Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας διεκδικεί η ίδια στο δικό της όνομα, αποζημίωση από τους φερόμενους υπαίτιους τρίτους για τις ίδιες ακριβώς ένδικες θετικές και αποθετικές ζημιές στο παλαιό - υφιστάμενο τμήμα του Αγωγού Προσαγωγής, Από Δική της Υπαιτιότητα και Δη Σκόπιμα, Άλλως Από Αμέλεια ματαίωσε στην πραγματικότητα την άσκηση του αναγωγικού μας δικαιώματος σε βάρος των φερόμενων υπαίτιων τρίτων, αφού μετά την άσκηση της εν λόγω αγωγής, επί της οποίας θα εκδοθεί οριστική απόφαση, είτε καταφατική της ευθύνης τους, είτε αποφατική της ευθύνης τους, με ισχύ στην πραγματικότητα δεδικασμένου, δεν θα μπορούμε έκτοτε να στραφούμε εναντίον των φερόμενων υπαίτιων τρίτων, με αποτέλεσμα, να στοιχειοθετείται η ασφαλιστική εξαίρεση και απαλλαγή του άρθρου 14.4 των Γενικών Όρων των ένδικων ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Μηχανικών Βλαβών, καθώς και το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2496/1997, απαλλάσσοντας συνακόλουθα την εταιρία μας από κάθε υποχρέωση για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης στην αντίδικο μας, ενώ παράλληλα είναι σαφές ότι σε περίπτωση ευδοκίμησης της ως άνω αγωγής οι φερόμενοι υπαίτιοι δεν θα μπορούν νομικά να υποχρεωθούν σε καταβολή αποζημίωσης δύο (2) φορές για την ίδια ακριβώς αιτία.

Αναλυτικότερα: Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 14.4 των συνημμένων Γενικών Όρων των ένδικων υπ' αριθμόν ... και ... Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Μηχανικών Βλαβών της εταιρίας μας, συμφωνήθηκε με την αντίδικο μας και έγινε αμοιβαία αποδεκτό ότι η εταιρία απαλάσσεται της υποχρέωσης της προς ασφάλισμα στο μέτρο που από υπαιτιότητα των υπόχρεων ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματός της, εφόσον ασφαλισμένος ή λήπτης της ασφάλισης ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, παρόμοια δε πρόβλεψη περιλαμβάνεται και στην παράγραφο 4 του άρθρου 14 του Ν. 2496/1977 (Ασφαλιστικού Νόμου), όπου ερείζεται ότι ο αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, μπορεί να συμφωνηθεί η απαλλαγή του ασφαλιστή στο μέτρο που από υπαιτιότητα των υποχρέων ματαιώθηκε η άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος. ..

Κατόπιν τούτου, απολύτως σύννομα και παραδεκτά συμφωνήσαμε στο άρθρο 14.4 των επισυναπτόμενων Γενικών Όρων με την αντίδικο μας ότι η ασφαλιστική μας εταιρία απαλάσσεται της υποχρέωσης της προς ασφάλισμα στο μέτρο που από δική της υπαιτιότητα ματαιωθεί η άσκηση του αναγωγικού μας δικαιώματος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικών κινδύνων.

Ωστόσο, στην ένδικη περίπτωση είναι σαφές ότι η ενάγουσα - καλούσα με την άσκηση της με αριθμό έκθεση κατάθεσης .../2017 Αγωγής της (βλ. Σχ.27) που έχει εκδικαστεί και συζητηθεί Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας διεκδικεί η ίδια στο δικό της όνομα, αποζημίωση από τους φερόμενους υπαίτιους τρίτους για τις ίδιες ακριβώς ένδικες θετικές και αποθετικές ζημιές στο παλαιό - υφιστάμενο τμήμα του Αγωγού Προσαγωγής, Από Δική της Υπαιτιότητα και Δη Σκόπιμα, Αλλως Από Αμέλεια ματαίωσε στην πραγματικότητα την άσκηση του αναγωγικού μας δικαιώματος σε βάρος των φερόμενων υπαίτιων τρίτων, αφού μετά την άσκηση της εν λόγω αγωγής, επί της οποίας θα εκδοθεί οριστική απόφαση, είτε αυτή θα είναι καταφατική της ευθύνης τους, είτε αποφατική της ευθύνης τους, με ισχύ στην πραγματικότητα δεδικασμένου, δεν θα μπορούμε έκτοτε να στραφούμε αναγωγικά εναντίον των φερόμενων υπαίτιων τρίτων, με αποτέλεσμα, να στοιχειοθετείται η ασφαλιστική εξαίρεση και απαλλαγή του άρθρου 14.4 των Γενικών Όρων των ένδικων ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Μηχανικών Βλαβών, και του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.2496/1997 απαλλάσσοντας συνακόλουθα την εταιρία μας από κάθε υποχρέωση για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης στην αντίδικο μας, ενώ παράλληλα είναι σαφές ότι σε περίπτωση ευδοκίμησης της ως άνω αγωγής οι φερόμενοι υπαίτιοι δεν θα μπορούν νομικά να υποχρεωθούν σε καταβολή αποζημίωσης δύο (2) φορές για την ίδια ακριβώς αιτία.

Δεκτών επομένως των ως άνω Ισχυρισμών και της ως άνω Ενστάσεως μας από το Δικαστήριο Σας, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της ενάγουσας σε σχέση με την καταβολή ασφαλιστική αποζημίωσης για το ένδικο ζημιογόνο συμβάν της 19ης/10/2014, στο σύνολο της, ως παντελώς νόμω και ουσία αβάσιμη". Με το ως άνω περιεχόμενο, η ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά και το αίτημα της με αριθμό κατάθεσης .../2017 αγωγής της αναιρεσίβλητης εναντίον των φερομένων υπαιτίων τρίτων για τις ζημίες στο παλαιό-υφιστάμενο τμήμα του Αγωγού Προσαγωγής, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτή ταυτίζεται με την ένδικη αγωγή.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας, λόγω αοριστίας, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 634/2011).

Ο έλεγχος της ύπαρξης ή μη δικαστικής ομολογίας στα πλαίσια της διάταξης του άνω άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αφορά, κατ' αρχήν, ομολογία, η οποία αποτελεί παραδοχή ενός γεγονότος κρίσιμου, η οποία γίνεται με μονομερή δήλωση, που απευθύνεται προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του.

Το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν από τη μη αμφισβήτηση των ισχυρισμών του αντιδίκου και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, ομολογία. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο, αν όντως υπάρχει αμφισβήτηση των ισχυρισμών με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων.

Αν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συνήγαγε, παρά ταύτα, ομολογία ιδρύεται ο παρών λόγος (ΑΠ 697/2024, ΑΠ 450/2019, 1720/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία της ότι η αναιρεσίβλητη απώλεσε έσοδα ύψους 218.622,59 ευρώ, εξαιτίας του δεύτερου ζημιογόνου συμβάντος. Από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι ομολόγησε πως η απώλεια εσόδων της αναιρεσίβλητης για το διάστημα από 1.2.2015 έως 7.3.2015 ανέρχεται στο ποσό των 218.622,59 ευρώ και ο μέσος όρος υπολογισμού αυτής της απώλειας είναι η μέγιστη τιμή ημερήσιας παραγωγής του Μαρτίου 2015, δηλαδή των 72.295,83 Kwh, επικαλούμενη ότι το ύψος της οφειλόμενης και εκκαθαρισμένης ασφαλιστικής αποζημιώσεως, αφαιρουμένης και της συμφωνηθείσας ποσοτικής απαλλαγής των πρώτων 10 ημερών ανέρχεται εν τέλει στο ποσό των 157.894,09 ευρώ (218.622,59 ευρώ το σύνολο της οικονομικής απώλειας - 60.728,50 ευρώ η οικονομική απώλεια για τις πρώτες δέκα ημέρες, η οποία υπολογίζεται ως εξής: 72.295,83 Kwh η μέση ημερήσια παραγωγή χ10 ημέρες χ 0,084ευρώ/ Kwh). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Η από τις διατάξεις των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπόμενη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 83/2002).

Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1364/2013 ΑΠ 1221/ 2001).

Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται.

Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων") και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους.

Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1064/2022, ΑΠ 1516/2018).

Αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε καταβολή του ποσού για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση.

Με το επικουρικό σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 και 7 και 11 ν. 2496/1997 και 297, 298 εδ. β' ΑΚ, καθόσον ενώ δέχεται ότι στην πραγματικότητα η συνολική απώλεια εσόδων της αναιρεσίβλητης για το διάστημα από 1.2.2015 έως και 7.3.2015 ανέχεται στο ποσό των 179.088,07 ευρώ και όχι σε αυτό των 241.379,71 ευρώ που υπολογίζει η αναιρεσίβλητη, στην συνέχεια, αντιφατικά προς την ως άνω παραδοχή, δέχεται ότι η απώλεια εσόδων ανέρχεται σε 218.622,59 ευρώ.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε τα ακόλαυθα: "Σύμφωνα με την υπ' αριθ 2150435291 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αποδείχθηκε ότι η εγκατάσταση της ενάγουσας δεν λειτούργησε από 31.01.2015 έως 03.03.2015, ήτοι, για 36 ημέρες.

Ακολούθως η μέση ημερήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, κατά τις ημέρες της λειτουργίας της, τον Ιανουάριο 2015 ανήλθε στις 43.842,45 KWh και τον Μάρτιο 2015 στις 41.916,59 KWh Η ενάγουσα για τον υπολογισμό της απώλειας κερδών λαμβάνει ως δεδομένη την εκτιμώμενη από την ίδια ημερήσια παραγωγή σε πλήρη ισχύ, πλην όμως, ένα τέτοιο σταθερό μέγεθος δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει για να αποτελέσει σημείο αναφοράς, ενώ, τελεί και σε αντίθεση με τον τρόπο υπολογισμού της απώλειας εσόδων που επέλεξε η ενάγουσα στα πλαίσια του πρώτου ζημιογόνου συμβάντος.

Εφόσον η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας τις 31 ημέρες του Ιανουάριου 2015 (πλήρης μήνας) ανήλθε στις 1.359.1 16 κιλοβατώρες (KWh) και για τις 23 ημέρες του Μαρτίου 2015 ανήλθε στις 1.662.804 KWh, υπολογίζεται ότι. α) για τις 7 ημέρες, κατά τον Μάρτιο 2015, η παραγωγή θα ανερχόταν στις (72.295 X 7 ημέρες μη λειτουργίας) 506.065 KWh, οι οποίες θα πωλούνταν στην Λ.ΑΓ.Η.Ε Α.Ε..

που αποτελεί το σταθερό αγοραστή της παραγόμενης από την μονάδα της ενάγουσας ενέργειας αντί του ποσού των 0.084 ευρώ/KWh. Δηλαδή, η απώλεια εσόδων για τον Μάρτιο ανήλθε, κατά μέσο όρο, στα 42.509,46 ευρώ, β) για τον Φεβρουάριο 2015, εκτιμώντας το μέσο όρο μεταξύ της μέσης παραχθείσας ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας τους μήνες Ιανουάριο και Μάρτιο πρέπει να υπολογιστεί και η ποσότητα που θα παραγόταν και θα πωλούνταν κατά το μήνα Φεβρουάριο 2015, κατά μέσο όρο.

Επομένως, ο μέσος όρος της ημερήσιας παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας ανέρχεται σε [(43.842,45 + 72.295.83) :2 =] 58 069,14 KWh X 28 ημέρες Φεβρουάριου = 1.625.935,92 KWh, έναντι τιμής πώλησης 0,084 ευρώ/KWh, η δε απώλεια εσόδων κατά το μήνα Φεβρουάριο ανήλθε στο ποσό των 136.578,61 ευρώ. Ήτοι, η συνολική απώλεια εσόδων για το διάστημα από 01.02.2015 έως και 07.03.2015 ανέρχεται στο ποσό των (42.509.46 + 136 578.61 =) 179 088.07 ευρώ και όχι σε αυτό των 241.379,71 ευρώ, που υπολογίζει η ενάγουσα. Πλην, όμως η εναγόμενη, με τις ένδικες προτάσεις της ομολογεί ως μέσο όρο υπολογισμού της απώλειας εσόδων για το ως άνω διάστημα, την μέγιστη τιμή ημερήσιας παραγωγής του Μαρτίου 2015 και άρα, ομολογεί απώλεια εσόδων ύψους 218.622,59 ευρώ.

Συνεπώς, το ποσό αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ομολογημένο και να αποτελέσει τη βάση υπολογισμού της συμβατικής απαλλαγής της. Σύμφωνα με τις ένδικες ασφαλιστικές συμβάσεις ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η εναγόμενη απαλλάσσεται για το 5% της ζημίας με ελάχιστο ποσό τις 20.000 ευρώ ανά ζημιογόνο γεγονός, ενώ. ως προς την απώλεια κερδών απαλλάσσεται ως προς τις δέκα (10) πρώτες ημέρες (βλ αντίγραφα των με αριθμούς ... και ... ασφαλιστηρίων μηχανικών βλαβών ισχύος από 08.11.2013 έως και 08.11.2015 διαδοχικά) ... Ως προς το δεύτερο ζημιογόνο συμβάν, που έλαβε χώρα στις 31.01.2015 για υλικές ζημίες ύψους 319.998.47 ευρώ, επέρχεται απαλλαγή για την εναγόμενη ύψους 20.000 ευρώ και, επομένως, η αποζημίωση που οφείλει αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα για την ως άνω αιτία ανέρχεται σε 299.998,47 ευρώ. Περαιτέρω για την απώλεια κερδών εξαιτίας του δευτέρου ζημιογόνου συμβάντος, η εναγομένη απαλλασσόμενη από την καταβολή της απώλειας των πρώτων 10 ημερών, απαλλάσσεται συνολικά κατά το ποσό των (58.069,14 KWh μέση ημερήσια παραγωγή τον Φεβρουάριο X 10 ημέρες μη λειτουργίας) 580.69 1,40 KWh, οι οποίες θα πωλούνταν στην Λ.ΑΓ.Η.Ε. Α.Ε. αντί του ποσού των 0,084 ευρώ/KWh =) 48.778,08 ευρώ.

Συνεπώς, η οφειλόμενη από την εναγόμενη στην ενάγουσα αποζημίωση για την άνω αιτία ανέρχεται σε (218.622,59-48.778,08=) 169.844,51 ευρώ...". Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, για το διάστημα από 1.2.2015 έως και 7.3.2015 που δεν λειτούργησε η εγκατάσταση της αναιρεσίβλητης, η τελευταία απώλεσε έσοδα 179.088,07 ευρώ ήτοι:

α) 136.578,61 ευρώ για τις 28 ημέρες του Φεβρουαρίου, με βάση τον μέσο όρο της ημερήσιας παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας των μηνών Ιανουαρίου και Μαρτίου των 43.842,45 και 72.295,83 Kwh αντίστοιχα και β) 42.509,46 ευρώ για τις 7 ημέρες του Μαρτίου, με βάση τον μέσο όρο της ημερήσιας παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας του μηνός Μαρτίου των 72.295,83 Kwh.

Όμως, η αναιρεσείουσα ομολογεί ως μέσο όρο υπολογισμού της απώλειας των εσόδων της αναιρεσίβλητης την ημερήσια παραγωγή του Μαρτίου 2015 των 72.295,83 Kwh και συνεπώς ομολογεί απώλεια εσόδων ποσού 218.622,59 ευρώ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠλοΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.5.2022 αίτηση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ` αριθ. 583/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ