Legislator Case Law & Legislation
27/2022 AI generated

27/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 27/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

27/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 26-1-2021 κλήση της ενάγουσας-εκκαλούσας κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., μετά την έκδοση της 14/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η από 24-8-2015 (52/31-8-2015) έφεση κατά της, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας, 34/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 27 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 27/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας - εκκαλούσας: Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ανανιάδη που ανακάλεσε την από 15/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Της καθ'ης η κλήση - εφεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή που ανακάλεσε την από 17/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2005 αγωγή της ήδη καλούσας - εκκαλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7195/2007 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω ήδη καλούσα - εκκαλούσα με την από 26/2/2010 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 539/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 7195/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3755/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εξαφάνισε την 8/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ανωτέρω πρωτόδικο Δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε εκ νέου η ήδη καλούσα - εκκαλούσα με την από 14/1/2017 αίτησή της και τους από 26/6/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 14/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 61/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη καλούσα - εκκαλούσα με την από 26/1/2021 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-1-2021 κλήση της ενάγουσας-εκκαλούσας κατά της εναγομένης-εφεσίβλητης νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., μετά την έκδοση της 14/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η από 24-8-2015 (52/31-8-2015) έφεση κατά της, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας, 34/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 16-11-2005 (650/13425/ΤκΠ/17-11-2005) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ιστορούσε ότι, διατηρούσε υφαντουργική επιχείρηση υφάνσεως χονδρού πανιού και, επιδιώκοντας να εκσυγχρονίσει την εγκατάστασή της με μηχάνημα σύγχρονης τεχνολογίας, την άνοιξη του 2004, μετά από συμφωνία της με την εναγομένη, η τελευταία της πώλησε και της παρέδωσε ένα καινούργιο αργαλειό Λόγχης, τύπου PTVM/E10, παραγωγής της, κατάλληλο για την ύφανση χοντρού πανιού, βάρους μέχρι 650 γρ./τ.μ., αντί τιμήματος 88.000 ευρώ.

Ότι το συμφωνηθέν τίμημα καταβλήθηκε στην εναγομένη με σχετική εντολή της στην Άλφα Τράπεζα, με την οποία συνήψε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, αντίστοιχου ποσού. Ότι αυτή (ενάγουσα) απομάκρυνε και πώλησε ως 'παλιοσίδερα' τα παλαιά μηχανήματά της, ενώ ο καινούργιος αργαλειός παραδόθηκε στις εγκαταστάσεις της στο ..., στις 6-9-2004.

Ότι, παρά τα περί του αντιθέτου συμφωνηθέντα, το εν λόγω πωληθέν μηχάνημα, ευθύς ως συναρμολογήθηκε, αδυνατούσε να λειτουργήσει και να υφάνει 14 υφάδια, βάρους άνω των 600 γρ./τ.μ., καθόσον, κάθε προσπάθεια προκαλούσε τη θραύση βασικών μερών, εξαρτημάτων και μηχανισμών του. Ότι, αμέσως, διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη, η οποία, εγγράφως, στις 29-9-2004, παραδέχθηκε ότι ο αργαλειός ήταν ελαττωματικός και της ανακοίνωσε ότι θα τον επισκεύαζε με ειδικευμένο προσωπικό και με ανταλλακτικά μέχρι τις 29-10-2004.

Ότι, στις έγγραφες και προφορικές διαμαρτυρίες της (ενάγουσας) για την ελαττωματικότητα του μηχανήματος, εξαιτίας της οποίας, αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες της, η εναγομένη δήλωσε ότι προτίθεται να προβεί σε μηχανολογικές μετατροπές, ώστε ο αργαλειός να ανταποκριθεί στην υπεσχημένη ιδιότητα, ενώ, ανέλαβε να καταβάλει αντ' αυτής (ενάγουσας) τις δόσεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Ότι, μέχρι το καλοκαίρι του 2005, παρότι η εναγομένη επιχειρούσε να επισκευάσει το μηχάνημα, τούτο εξακολουθούσε να μη λειτουργεί, με συνέπεια αυτή (ενάγουσα) να έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή, αφού ήδη από το Σεπτέμβριο 2004, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις παραγγελίες παραγωγής υφάσματος, βαρέως τύπου.

Ότι, ενόψει των ανωτέρω, η εναγομένη-πωλήτρια δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να της παραδώσει το ως άνω μηχάνημα με τη συνομολογημένη ιδιότητα. Ότι η εναγομένη γνώριζε την έλλειψη της ανωτέρω συμφωνηθείσας ιδιότητας ή όφειλε να τη γνωρίζει. Ότι, εξαιτίας της ως άνω αντισυμβατικής, υπαίτιας, παράνομης και αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη της οφείλει:

α) το ποσό των 19.200 ευρώ, λόγω της ματαιώσεως της παραγωγής 4.800 μέτρων υφάσματος, βάρους 625 γρ./τ.μ., το οποίο θα πωλούσε στην εταιρεία "....", αντί 4 ευρώ/μ., σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας, β) το ποσό των 40.000 ευρώ, λόγω ματαιώσεως της παραδόσεως 10.000 μ. χονδρού στρατιωτικού υφάσματος, που είχε παραγγείλει η εταιρεία "....", αντί 4 ευρώ/μ., γ) το ποσό των 79.003,50 ευρώ, για το λόγο ότι παρέδωσε στην εταιρεία "...." 25.485 μέτρων πανιού δεύτερης διαλογής, αντί 0,90 ευρώ/μ.

και εισέπραξε το ποσό των 22.936,50 ευρώ, ενώ, αν μπορούσε να παράξει χονδρό ύφασμα στρατιωτικού τύπου, θα εισέπραττε 4 ευρώ/μ., ήτοι συνολικά 101.940 ευρώ, δ) το ποσό των 1.600.000 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, με δεδομένο ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών των πελατών της, που παραγγέλλουν το ανωτέρω χονδρό πανί, ανερχόταν, κατά την περίοδο 2004-2005, στο συνολικό ποσό των 4.800.000 ευρώ περίπου, το οποίο θα περιερχόταν στην ίδια και σε άλλες δύο επιχειρήσεις, κατά το 1/3 τούτου, κατά τη συνήθη και αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, αν, κατά την ως άνω χρονική περίοδο, ο επίδικος αργαλειός λειτουργούσε κανονικά, δοθέντος ότι, το έτος 2002, η παραγωγή της σε χονδρό πανί, με τα παλαιά μηχανήματα, είχε προσεγγίσει τις 700.000 ευρώ, η οποία, οπωσδήποτε, θα υπερδιπλασιαζόταν κατά την περίοδο 2004-2005 και ε) το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, ως εκ της προσβολής της προσωπικότητάς της, αφού, λόγω της παραδόσεως σ' αυτήν του ως άνω ελαττωματικού μηχανήματος, ακατάλληλου για την προοριζόμενη ειδική χρήση, την έλλειψη της οποίας γνώριζε η εναγομένη ή άλλως όφειλε να γνωρίζει, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και της, εντεύθεν, απώλειας της δυνατότητας να παράξει επί ένα έτος το πανί, το οποίο ύφαινε και εμπορευόταν, απώλεσε διακεκριμένη πελατεία, την άριστη φήμη της, την αξιοπιστία της στην αγορά και την εμπορική της πίστη έναντι των τραπεζών.

Επισημαίνεται ότι η ενάγουσα, με τις από 12-10-2006 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετέτρεψε την αγωγή σε αναγνωριστική, ως προς όλα τα αιτούμενα κονδύλια, λόγω αδυναμίας καταβολής δικαστικού ενσήμου, ενώ, παραιτήθηκε από το επιμέρους αγωγικό κονδύλιο των 124.973,25 ευρώ, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση της αγωγής της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 6-11-2014.

Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, στον οποίο προέβη η ενάγουσα, ισοδυναμεί με μερική παραίτησή της από αυτήν (αγωγή) και, συνακόλουθα, κατά το μέρος αυτό, η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, μη επιτρεπομένης της ανάκλησης του περιορισμού αυτού, με την προσθήκη των προτάσεων ή με μεταγενέστερες προτάσεις.

Συνεπώς, δεν επιφέρει έννομη συνέπεια η, εκ των υστέρων, με τις από 15-10-2014 έγγραφες προτάσεις της, κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, διατύπωση του αγωγικού αιτήματος ως εν μέρει καταψηφιστικού και εν μέρει αναγνωριστικού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 8/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση σε διεθνή διαιτησία.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα, με την 6-3-2007 (27/2007) έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την 7195/2007 απόφασή του, τη δέχθηκε τυπικά, την απέρριψε, όμως, κατ' ουσίαν. Με την από 26-2-2010 αίτησή της η ενάγουσα ζήτησε την αναίρεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης. Το Δικαστήριο τούτο, με την 539/2013 απόφασή του, αναίρεσε εν όλω την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, υπό άλλη σύνθεση.

Με την από 27-3-2013 κλήση, η ενάγουσα επανέφερε προς συζήτηση την έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, το οποίο, με την 3755/2014, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και την ανέπεμψε προς έρευνα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών.

Το εν λόγω Δικαστήριο, με την 34/2015 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως προς μεν τις αγωγικές αξιώσεις εκ της συμβάσεως πωλήσεως, ως απαράδεκτη, ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας του και ως προς την εκ της αδικοπραξίας βάση της, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε την από 24-8-2015 (52/31-8-2015) έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, το οποίο, με την 61/2016 απόφασή του, τη δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσία.

Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την από 14-1-2017 αίτηση και τους από 26-6-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, διώκοντας την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης. Το Δικαστήριο τούτο, με τη 14/2021 απόφασή του, αναίρεσε εν όλω την ως άνω εφετειακή απόφαση, κατά παραδοχή α) του δεύτερου και του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως και του τρίτου πρόσθετου λόγου αυτής για τις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικές πλημμέλειες, διότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε την εκ της συμβάσεως βάση της αγωγής ως απαράδεκτη, ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι ως τόπος παραδόσεως του πωληθέντος εμπορεύματος ήταν η εγκατάσταση της ενάγουσας στο ... της ... και, συνεπώς, συντρέχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και β) του δέκατου λόγου της αίτησης αναίρεσης για τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του Κ.Πολ.Δ.

διότι το Εφετείο, παρά το νόμο, απέρριψε την εκ της αδικοπραξίας βάση της αγωγής ως μη νόμιμη.

Συνεπώς, μετά την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης και, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο ίδιο τμήμα σε νέα συζήτηση, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Στο άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται σ' αυτήν" και στο άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση...".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον έχουν προβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή, κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.

Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 1150/2017, Α.Π. 304/2016). Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της (ΟΑ.Π. 27/2007, Α.Π. 359/2017, Α.Π. 84/2017). Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται.

Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα, ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης (Α.Π. 1282/2018, Α.Π. 634/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της ολικής αναιρέσεως της 61/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της απόφασης αυτής και, συνακόλουθα, πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα από 24-8-2015 (52/2015) έφεση της ενάγουσας κατά της 34/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών (άρθρα 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Λόγω της δέσμευσης του Δικαστηρίου τούτου της παραπομπής ως προς τα επιλυθέντα με την ως άνω αναιρετική απόφαση νομικά ζητήματα, αμφότεροι οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί κατ' ουσία και, εντεύθεν, η έφεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα-ενάγουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος για την παραδεκτή άσκηση της έφεσης παραβόλου, ποσού διακοσίων (200) ευρώ (άρθρο 495 παρ. 3Γ του Κ.Πολ.Δ.), να εξαφανιστεί η εκκληθείσα 34/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, να κρατηθεί η υπόθεση και, εντεύθεν, να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο η από 16-11-2005 (650/13425/ΤκΠ/2005) αγωγή.

Στις περιπτώσεις διεθνών πωλήσεων που εκτελούνται με την αποστολή από τον πωλητή των εμπορευμάτων και την παραλαβή αυτών από τον αντισυμβαλλόμενό του σε άλλη χώρα, δηλαδή, συνδέονται με περισσότερες έννομες τάξεις, το δίκαιο, που θα διέπει τις συμβάσεις αυτές προσδιορίζεται καταρχήν από τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.

Τις εκ των συμβάσεων αυτών έννομες σχέσεις των συμβαλλόμενων μερών ρυθμίζει η "Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τις συμβάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων", που υπογράφηκε στη Βιέννη, στις 11-4-1980, τέθηκε σε ισχύ την 1-1-1988 και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο σε 58 χώρες, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο και την Πορτογαλία.

Η σύμβαση αυτή, η οποία περιέχει τους σχετικούς άμεσα εφαρμοστέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, έχει κυρωθεί τόσον από την Ελλάδα όσον και από τη Γερμανία. Στην Ελλάδα, η παραπάνω σύμβαση κυρώθηκε με το ν. 2532/1997 και τέθηκε σε ισχύ από 1-2-1999. Η ως άνω Σύμβαση ανήκει στην κατηγορία των αμέσως εκτελεστών συμβάσεων, αφού, κατ' άρθρο 4 αυτής "Η παρούσα Σύμβαση διέπει αποκλειστικά τη σύναψη της σύμβασης πώλησης και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πωλητή και του αγοραστή που απορρέουν από αυτήν".

Η Σύμβαση δεν περιέχει κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αλλά αμέσως εφαρμοστέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι, στο πλαίσιο της εφαρμογής της Σύμβασης, υπερισχύουν των αντίστοιχων διατάξεων των εθνικών δικαίων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Με το άρθρο 6 της Σύμβασης επιβεβαιώνεται η θεμελιώδης αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, επιτρέπεται, δηλαδή, στα μέρη να συμφωνήσουν ρυθμίσεις, που αποκλίνουν από τις ρυθμίσεις της εφαρμογής της, με ρητή ή και σιωπηρή συμφωνία του.

Η Σύμβαση της Βιέννης εφαρμόζεται σε συμβάσεις πωλήσεως ή προμήθειας κινητών πραγμάτων, είτε έτοιμων είτε μελλόντων να κατασκευαστούν, μεταξύ μερών, που έχουν, κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως, την εγκατάστασή τους (ή τη συνήθη διαμονή τους, κατ' άρθρο 10 περ. β'), σε διαφορετικά κράτη, εφόσον αυτά είναι "συμβαλλόμενα κράτη".

Εξάλλου, η Σύμβαση εφαρμόζεται, όταν οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου οδηγούν στην εφαρμογή του δικαίου ενός συμβαλλόμενου κράτους (άρθρο 1). Η εν λόγω Σύμβαση, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, ρυθμίζει στην ουσία την κατάρτιση της πώλησης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών και τις συνέπειες της αθετήσεώς της.

Έτσι, ο πωλητής, τόσον στη πώληση γένους όσον και στην πώληση είδους, έχει, ως κύρια συμβατική υποχρέωση: α) να παραδώσει τα κινητά πράγματα, β) να μεταβιβάσει την επ' αυτών κυριότητα και γ) να εγχειρίσει τα σχετικά έγγραφα (άρθρο 30). Ο αγοραστής έχει ως κύρια συμβατική υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα και μάλιστα στην κατοικία του πωλητή (κομίσιμο χρέος, κατ' άρθρο 57 παρ. 1 περ.

α' και β'). Ακολούθως, η Σύμβαση εισάγει έναν ενιαίο και γενικό λόγο ευθύνης, τη "συμβατική παράβαση". Ο όρος αυτός υποδηλώνει κάθε μορφής και βαρύτητας παράβαση οποιασδήποτε κύριας ή παρεπόμενης υποχρεώσεως του πωλητή ή αγοραστή, δηλαδή, κάθε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του ενός ή του άλλου.

Ο όρος αυτός υποδηλώνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις που, στο πλαίσιο του Αστικού Κώδικα, είτε θα χαρακτηρίζονταν ως αδυναμία παροχής, υπερημερία οφειλέτη ή πλημμελής εκπλήρωση είτε θα επέσυραν την εφαρμογή των διατάξεων του ειδικού ενοχικού δικαίου του Α.Κ. Η ευθύνη για τις "συμβατικές παραβάσεις", κατά τη Σύμβαση της Βιέννης, γεννάται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας αυτού που αθετεί, με την επιφύλαξη, βέβαια, της τυχόν συνδρομής των ειδικών λόγων απαλλαγής που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1.

Ειδικότερα, η αξίωση αποζημιώσεως ρυθμίζεται στις διατάξεις των άρθρων 74-79 της Σύμβασης αυτής. Περίπτωση απαλλαγής του οφειλέτη-αντισυμβαλλομένου καθορίζεται στο άρθρο 79 αυτής, το οποίο ορίζει ότι "ένας συμβαλλόμενος δεν έχει ευθύνη για τη μη εκπλήρωση μιας από τις υποχρεώσεις του, αν αποδεικνύει ότι η μη εκπλήρωση οφειλόταν σε εμπόδιο κείμενο πέρα από το πεδίο επιρροής του και ότι δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένεται από αυτόν να έχει λάβει υπόψιν του το εμπόδιο ή να έχει αποφύγει ή υπερβεί αυτό ή τις συνέπειές του".

Η ρύθμιση αυτή διαφέρει από τη ρύθμιση του Αστικού Κώδικα, κατά το ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμβάσεως της Βιέννης, ο οφειλέτης ευθύνεται και για τα τυχερά με τη στενή έννοια (άρα είναι αντικειμενική), για τα οποία δεν ευθύνεται κατά τον Α.Κ. και απαλλάσσεται μόνο σε περιπτώσεις ανώτερης βίας. Η αποζημίωση, που προβλέπεται με τη Σύμβαση της Βιέννης, είναι πάντα χρηματική, αποτελείται από το θετικό διαφέρον, ό,τι, δηλαδή, θα είχε το μέρος που ζημιώθηκε, αν η σύμβαση είχε εκπληρωθεί και περιλαμβάνει τη θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος (άρθρο 74 παρ. 1).

Η έκταση της αποζημίωσης προσδιορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2, που ορίζει ότι "η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τη ζημία, την οποία το μέρος που παρέβη τη σύμβαση προέβλεψε ή όφειλε να είχε προβλέψει ως δυνατή συνέπεια της αθέτησης της σύμβασης κατά το χρόνο κατάρτισής της ενόψει των γεγονότων και των συνθηκών που τότε γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει".

Κριτήριο, δηλαδή, είναι η αντικειμενική, εκ των προτέρων, προβλεψιμότητα, όπως γίνεται δεκτό και στο ελληνικό δίκαιο, στο πλαίσιο της θεωρίας της πρόσφορης αιτίας, για την έκταση της αιτιωδώς συνδεόμενης με την πράξη ζημίας, μόνον που αποκαταστατέα δεν είναι απλώς κάθε πιθανή ζημία, όπως δέχεται η θεωρία της πρόσφορης αιτίας, αλλά κάθε δυνατή ζημία, ως συνέπεια της πράξεως, αυξάνοντας την ευρύτητα της αποκαταστατέας ζημίας, σε σχέση με τον Α.Κ.

Κατά τα λοιπά, ο υπολογισμός της ζημίας είναι συγκεκριμένος, όπως στον Α.Κ., ενώ το μέρος, που επικαλείται την αθέτηση της σχετικής συμβάσεως, πρέπει να λάβει όλα τα, κατά τις περιστάσεις, πρόσφορα μέτρα, για να περιορίσει τη ζημία, που προκύπτει από την αθέτηση της συμβάσεως. Αν παραλείψει να λάβει τέτοια μέτρα, το μέρος, που παρέβη τη σύμβαση, μπορεί να απαιτήσει τη μείωση της σχετικής αποζημίωσης, κατά το μέρος που μπορούσε να περιοριστεί (άρθρο 77 της Σύμβασης της Βιέννης- άρθρο 300 του Α.Κ.).

Σε ό,τι αφορά στη ρύθμιση των συνεπειών των συμβατικών παραβάσεων, αυτές ρυθμίζονται με τρόπο, κατά βάση, ομοιόμορφο, τόσο για τον πωλητή όσον και για τον αγοραστή. Έτσι: 1) ο αντισυμβαλλόμενος του αθετούντος δικαιούται, καταρχήν, να αξιώσει την αυτούσια και προσήκουσα εκπλήρωση της αθετούμενης υποχρεώσεως (άρθρα 46 παρ. 1 και 62), εφόσον βέβαια αυτή είναι φυσικώς και νομικώς δυνατή.

Στο πλαίσιο αυτό και σε περίπτωση παραδόσεως πράγματος, που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συμβάσεως, ο αγοραστής δικαιούται να αξιώσει τη διόρθωση ή την άρση του ελαττώματος (άρθρο 46 παρ. 3) ή την αντικατάσταση του πράγματος (άρθρο 46 παρ. 2), εφόσον βέβαια, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για πώληση γένους.

Αλλά και ο πωλητής έχει με ορισμένους όρους το ίδιο δικαίωμα (άρθρο 49). 2) Το δεύτερο δικαίωμα που παρέχεται στο δανειστή είναι να αξιώσει αποζημίωση (άρθρο 45 παρ. 1 περ.β', 61 παρ. 1β, 74-77) και μάλιστα σωρευτικώς με άλλα ένδικα βοηθήματα που τυχόν έχει ασκήσει (άρθρο 45 παρ. 2, 61 παρ. 2). 3) Τέλος, ο δανειστής δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (άρθρο 49), δικαίωμα, στο οποίο συγχωνεύεται η αναστροφή και εντάσσεται και το ειδικά ρυθμιζόμενο δικαίωμα για μείωση του τιμήματος, κατά το άρθρο 50.

Κατά το άρθρο 35 παρ.1, εξάλλου, της ως άνω Σύμβασης "ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει κινητά πράγματα που κατά ποσότητα, ποιότητα και είδος, καθώς και ως προς τον τρόπο, κατά τον οποίο τοποθετούνται προς αποστολή ή συσκευάζονται, ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της σύμβασης".

Ως διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία) λογίζεται το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Για την πληρότητα της αγωγής (άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ.), με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, που συνίσταται στην απώλεια εσόδων, λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να εκτίθενται στο δικόγραφό της, σαφώς, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε, με πιθανότητα, από την επαγγελματική δραστηριότητα, το αιτηθέν ποσό κέρδους, δηλαδή, τα περιστατικά, που προσιδιάζουν στην προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους.

Δεν αρκεί, δηλαδή, να αναφέρονται αφηρημένα οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά, απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδους, ως προς τα επιμέρους κονδύλια καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (Ολ.Α.Π. 22/1995, Ολ.

Α.Π. 20/1992, Α.Π. 1048/2020, Α.Π. 698/2020, Α.Π. 206/2020, Α.Π. 2/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το περί διαφυγόντος κέρδους αίτημα της αγωγής πρέπει ν' απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του δικογράφου. Και τούτο διότι, η ενάγουσα αρκείται στην αναφορά του κατά πιθανότητα προσδοκώμενου ως διαφυγόντος κέρδους, χωρίς να εξειδικεύει και να προσδιορίζει τα απαιτούμενα, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, περιστατικά, που το καθιστούν πιθανό, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Συγκεκριμένα, στην υπό κρίση αγωγή αναφέρεται απλώς ότι ο κύκλος εργασιών εταιρειών, χωρίς να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, ανήλθε, κατά το χρονικό διάστημα 2004-2005, στο ποσό των 4.800.000 ευρώ, χωρίς να εξειδικεύονται οι ποσότητες των συγκεκριμένων υφασμάτων, βαρέως τύπου, που καθεμία των εταιρειών αυτών παρήγγειλαν σε άλλες, πλην της ενάγουσας, υφαντουργικές εταιρείες, καθώς και την αξία τους, ως και τις παραγγελίες, που η ίδια δέχθηκε και εκτέλεσε για λογαριασμό των ανωτέρω εταιρειών, κατά τα προηγούμενα έτη και τα αντίστοιχα ποσά που εισέπραξε, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, κατά τη χρονική περίοδο 2003-2004, εστερείτο μηχανημάτων υφάνσεως, αφού είχε απομακρύνει τον παλαιό εξοπλισμό της, ώστε να καταστεί δυνατή η από το Δικαστήριο τούτο έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του κονδυλίου αυτού, δηλαδή, αν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα πιθανολογείτο ότι η ενάγουσα θα αποκέρδαινε το ποσό των 1.600.000 ευρώ, κατά τη χρονική περίοδο 2004-2005, από εκτέλεση παραγγελιών των εταιρειών αυτών.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 914 του Α.Κ., συνάγεται ότι μόνη η έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας, κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως πωλήσεως ή μόνον η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος δεν ιδρύει, αυτοθρόως, ευθύνη του πωλητή από αδικοπραξία, η οποία έχει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία έναντι της συμβατικής ευθύνης.

Όταν, όμως, ο πωλητής, ενώ τελεί εν γνώσει της ελλείψεως της συμφωνηθείσας ιδιότητας ή της υπάρξεως του πραγματικού ελαττώματος, αποσιωπά τούτο δολίως, με εντεύθεν άμεση συνέπεια την υλική ή και ηθική ζημία του ζημιωθέντος, τότε, συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, εκτός από τη συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας και δη της αστικής απάτης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ., εφ` όσον συνιστούν συμπεριφορά, η οποία αντίκειται στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη αυτή να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον, αλλά και ενέχει προσβολή δικαιώματος που αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος, το οποίο αυτός όφειλε να σεβασθεί.

Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για συρροή αξιώσεων από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή, στην ίδια παροχή, οπότε είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων, όχι όμως και η ικανοποίηση αυτών, αφού η ικανοποίηση της μιας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης, εκτός αν με αυτή (αξίωση από αδικοπραξία) ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οπότε σώζεται, ως προς αυτό.

Με τα δεδομένα αυτά, η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή η έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του πωληθέντος πράγματος δεν ιδρύει, καθεαυτή, ευθύνη από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού, χωρίς τη συμβατική σχέση, δεν αποτελεί πράξη παράνομη. Όταν όμως συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, που, μαζί με τη συμβατική παράβαση, συνθέτουν διάφορο ιστορικό γεγονός, ικανό, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., για την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, τότε, μπορεί να ασκηθεί η από αδικοπρακτική ευθύνη αξίωση, δεδομένου ότι, τότε, αυτή έχει αυτοτέλεια και αυθυπαρξία, έναντι της συμβατικής.

Με τα δεδομένα αυτά, η εφαρμογή των διατάξεων για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, όταν το ελαττωματικό κ.λ.π. πράγμα προκάλεσε ζημία σε άλλα πράγματα και προστατευόμενα έννομα αγαθά (υλικά ή ηθικά) του αγοραστή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει, ότι, για να γεννηθεί από αδικοπραξία ευθύνη προς αποζημίωση, απαιτείται :

α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη, β) ζημία και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Στις προϋποθέσεις για την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης και συνεπώς υποχρέωσης του υπαιτίου προς αποζημίωση του αδικηθέντος περιλαμβάνονται η επέλευση ζημίας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε. Το αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 783/2019, Α.Π. 266/2018, Α.Π. 1149/2014, Α.Π. 516/2014, Α.Π. 1375/2010, Α.Π. 500/2010).

Με τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση αγωγή, πλην του αιτήματος που αφορά στο διαφυγόν κέρδος, το οποίο, ως ανωτέρω εκτίθεται, απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, είναι νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2532/1997, με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση της Βιέννης, που δεσμεύει αμφότερα τα διάδικα μέρη καθώς και σ' αυτές των άρθρων 345, 914 και 932 του Α.Κ., 70 και 176 του Κ.Πολ.Δ.

και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά της από 2-11-2006 δημόσιας συνεδρίασης τούτου, την 26902/16-10-2006 ένορκη βεβαίωση του Α. Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Σ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. την 367/9-10-2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ. Μ.) και από όλα γενικώς και ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα, ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "..." ήταν εγκατεστημένη σε ενοικιαζόμενο βιομηχανικό χώρο, εκτάσεως 800 τ.μ. περίπου, στη θέση 'Πάτημα' της περιφέρειας ... ..., όπου λειτουργούσε, δυνάμει της από 4-5-2001 άδειας της αρμόδιας Διεύθυνσης της Νομαρχίας ... και δραστηριοποιείτο στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και δη της παραγωγής υφασμάτων βαρέως τύπου, από 600-650 γρ./τ.μ., κατάλληλου για ειδικές χρήσεις (όπως στρατιωτικά είδη, τέντες κ.λ.π.).

Περί τα μέσα του έτους 2003, η ενάγουσα έθεσε εκτός λειτουργίας τα παλαιού τύπου μηχανήματα υφάνσεως, που διέθετε για την εξυπηρέτηση της ως άνω δραστηριότητάς της, τα οποία απομάκρυνε από τις εγκαταστάσεις της και, στη συνέχεια, τα πώλησε έναντι ευτελούς τιμήματος, ως 'παλιοσίδερα', αντί 271,80 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από το από 10-7-2003 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής της εταιρείας "....", που η ίδια επικαλείται και προσκομίζει, προκειμένου να εφοδιαστεί με υφαντουργικό μηχάνημα τελευταίας τεχνολογίας.

Αρκετούς μήνες αργότερα και, αφού, στις 26-4-2004, οι εκπρόσωποί της επισκέφθηκαν τις εγκαταστάσεις της εναγομένης στη Γερμανία, η ενάγουσα παρήγγειλε έναν "αργαλειό λόγχης DORNIER PTV /E10, 2 χρωμάτων, θετική παράδοση υφαδιού, κίνηση εκκέντρων για 10 μαχαίρια, κατάλληλο για παραγωγή χονδρών πανιών (π.χ. τέντες αυτοκινήτων) και όλα τα λοιπά συμφωνηθέντα χαρακτηριστικά, όπως καταχωρίστηκαν στην από 7-5-2004 επιβεβαίωση της Νο 222648/26-4-2004 παραγγελίας.

Στο έγγραφο αυτό επισημαίνεται ότι "η μέγιστη εφικτή ταχύτητα παραγωγής της μηχανής εξαρτάται από την ποιότητα του υφαδιού, από τις σωστά τυλιγμένες μπομπίνες, το σχέδιο και την ποιότητα του στημονιού. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπ' όψη οι περιορισμοί της ταχύτητας που οφείλονται στην κίνηση στομίου" καθώς και ότι, μετά την ολοκλήρωση των προπαρασκευαστικών εργασιών εγκατάστασης και τη σχετική ειδοποίηση της ενάγουσας, η εναγομένη θα διόριζε ένα τεχνικό για να θέσει σε λειτουργία τη μηχανή.

Το συμφωνηθέν τίμημα καθορίστηκε στο ποσό των 88.000 ευρώ, πληρωτέο κατά 100% με ανέκκλητη και επιβεβαιωμένη πίστωση ή μέσω εγγυητικής ελληνικής τράπεζας, η οποία θα έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια της εναγομένης το αργότερο μέχρι τις 17-5-2004, προκειμένου να παραδοθεί το μηχάνημα τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Επισημαίνεται ότι στο από 19-5-2004 έγγραφο της εναγομένης προς την ενάγουσα επιβεβαιώνεται, ρητά, η "υφανισμότητα του γνωστού στρατιωτικού υφάσματος, με βάρος 650 γρ./μ2 στο υπό παράδοση αργαλειό, σε εξάρτηση φυσικά με την ποιότητα του νήματος".

Η ενάγουσα κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα, με σχετική εντολή προς την Άλφα Τράπεζα, με την οποία συνήψε την από 19-5-2004 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, αντίστοιχου ποσού, για επτά (7) έτη, με μηνιαίες δόσεις ποσού 1.666,31 ευρώ εκάστη, αρχής γενομένης από τον Οκτώβριο του 2004. Λόγω καθυστέρησης της λήψεως της πιστωτικής επιστολής της ως άνω Τράπεζας από την εναγομένη, καθυστέρησε η παράδοση του πωληθέντος μηχανήματος, η οποία, τελικά, λόγω των θερινών διακοπών του Αυγούστου, έλαβε χώρα στις 6-9-2004.

Πλην όμως, αμέσως μετά τη συναρμολόγηση του μηχανήματος από εξειδικευμένο προσωπικό της εναγομένης, εμφανίστηκαν σοβαρότατα προβλήματα στη λειτουργία του. Η θέση του μηχανήματος (αργαλειού) σε δοκιμαστική λειτουργία παραγωγής υφάσματος βαρέως τύπου, προκάλεσε, ευθύς εξαρχής, φθορές και θραύσεις διαφόρων τμημάτων, μηχανισμών και εξαρτημάτων τούτου, όπως της εκκεντρομηχανής, των μοχλών, του μηχανισμού τελάρων, των ελατηρίων ΑΝΤΙ.

Εξάλλου, το πωληθέν μηχάνημα δεν παραδόθηκε με το αναφερόμενο στην επιβεβαίωση παραγγελίας σύστημα εκκέντρων STAEUBLI 1761, αλλά αυτό του κατασκευαστή SCHNEIDER, τύπου OZGA, με στοιχεία ΕΜ88-8W, το οποίο αχρηστεύθηκε, κατά τις δοκιμαστικές λειτουργίες του μηχανήματος. Το σύστημα αυτό αντικαταστάθηκε με το συμφωνηθέν (STAEUBLI 1761Α), το οποίο, επίσης, καταστράφηκε και αντικαταστάθηκε με STAEUBLI 1781Α, που, εν τέλει, λειτούργησε, μετά επανειλημμένες επισκευές και αντικαταστάσεις διαφόρων εξαρτημάτων του μηχανήματος.

Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι η εναγομένη, ευθύς ως ενημερώθηκε για τα προβλήματα και την αδυναμία λειτουργίας του μηχανήματος, μετά έγγραφες οχλήσεις της ενάγουσας, έσπευσε να ανταποκριθεί στην αποκατάσταση τούτου, ώστε να επιτευχθεί η σκοπούμενη ομαλή λειτουργία του και συγκεκριμένα η ακώλυτη ύφανση υφάσματος, βαρέως τύπου, ήτοι, βάρους άνω των 600 γρ./τ.μ., προκειμένου η ενάγουσα να αναπτύξει τη δραστηριότητά της, λόγος, για τον οποίο, άλλωστε, προέβη στην επίδικη αγορά.

Συγκεκριμένα, η εναγομένη ενδιαφέρθηκε, άμεσα και συνέδραμε, επί σειρά μηνών, παρέχοντας υλικά, ανταλλακτικά και εξειδικευμένο προσωπικό, προκειμένου να επιλυθούν τα αναφυόμενα διαρκώς προβλήματα στη λειτουργία της μηχανής, ανταποκρινόμενη στις οχλήσεις της ενάγουσας. Το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 και μετά από διαρκείς επεμβάσεις, μετατροπές και αντικαταστάσεις των μηχανισμών του, ο πωληθείς αργαλειός λειτούργησε κανονικά, πλην όμως, διαπιστώθηκε ότι η ποιότητα του παραγόμενου υφάσματος ήταν κατώτερη της αναμενόμενης, συμφωνηθείσας, με βάση την έγγραφη παραγγελία και τις, επίσης, έγγραφες εγγυήσεις της εναγομένης.

Συγκεκριμένα, ο επίδικος αργαλειός, κατά την κανονική πλέον λειτουργία, παρήγαγε ύφασμα βαρέως τύπου, το οποίο, όμως, εμφάνιζε οριζόντιες μπάρες, που, οπωσδήποτε, υποβάθμιζαν την ποιότητά του και το καθιστούσαν μη ανταγωνιστικό στην αγορά. Η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού με την αφαίρεση τεσσάρων (4) κλωστών, σε κάθε λειτουργία του αργαλειού, όπως κατέθεσε ο ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας της εναγομένης, ώστε να επιτυγχάνεται η επιθυμητή ποιότητα του υφάσματος, δεν ανταποκρίνεται στην προσδοκώμενη λειτουργία ενός καινούργιου μηχανήματος τελευταίας τεχνολογίας, στο οποίο απέβλεψε η ενάγουσα, με την επίδικη αγορά και την οποία εγγυήθηκε η εναγομένη ούτε περιέχεται στις προδιαγραφές του, αλλά αποτελεί ένα ημίμετρο, το οποίο θα παρακώλυε την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της παραγωγής.

Συνεπώς, η άρνηση της ενάγουσας να συμμορφωθεί με την υπόδειξη αυτή δεν εκλαμβάνεται ως παράλειψή της να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την απομείωση της ζημίας της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 77 του ν. 2532/1997 (Σύμβαση της Βιέννης).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας ήταν προβληματικές, λόγω έλλειψης οποιασδήποτε ρύθμισης της θερμοκρασίας και της υγρασίας του χώρου. Πλην όμως, οι κλιματολογικές συνθήκες επ' ουδενί συνετέλεσαν στην πρόκληση των προαναφερόμενων προβλημάτων λειτουργίας του επίδικου μηχανήματος, δηλαδή, στην επανειλημμένη καταστροφή και θραύση των διάφορων εξαρτημάτων, μηχανισμών ή αξόνων τούτου, κάθε φορά, που επιχειρείτο η θέση του στην προορισμένη για τη χρήση του λειτουργία υφάνσεως.

Εξάλλου, σε αντίθετη περίπτωση, αν, δηλαδή, η μη ρύθμιση της θερμοκρασίας και της υγρασίας του χώρου προκαλούσαν την καταστροφή των εξαρτημάτων της μηχανής, τούτο θα είχε, οπωσδήποτε, εντοπιστεί και επισημανθεί, εξαρχής, από τους τεχνικούς της εναγομένης, που, είχαν αναλάβει και διενεργούσαν, επί ικανό χρονικό διάστημα, τις εργασίες επισκευών και επανασυναρμολογήσεων του μηχανήματος εντός των εγκαταστάσεων της εναγομένης.

Το ότι οι συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας, που επικρατούσαν στο χώρο, δεν τελούσαν σε συνάρτηση με την ως άνω περιγραφόμενη προβληματική λειτουργία του πωληθέντος μηχανήματος αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, εν τέλει, μετά από προσπάθεια πολλών μηνών, με συνεχείς επεμβάσεις και αντικαταστάσεις των εξαρτημάτων και μηχανισμών του, τελικά, επιτεύχθηκε η ομαλή λειτουργία ύφανσης υφάσματος βαρέος τύπου, έστω και κατώτερης ποιότητας, όπως προεκτίθεται.

Επιπροσθέτως, η διαρκής δυσλειτουργία του ως άνω μηχανήματος δεν οφείλεται σε προβλήματα του στημονιού, τα οποία, επίσης, όψιμα, επικαλέστηκε η εναγομένη, χωρίς, όμως, να έχουν εντοπιστεί ή επισημανθεί από τους εξειδικευμένους τεχνικούς της, ως παράγοντα ανασχετικό της ομαλής λειτουργίας του πωληθέντος μηχανήματος.

Ως εκ των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι το πωληθέν μηχάνημα δεν είχε, εξαρχής, τις συμφωνηθείσες ιδιότητες, που είχε απαιτήσει η ενάγουσα και είχε εγγυηθεί η εναγομένη, δεν είχε, δηλαδή, εκ κατασκευής, τη δυνατότητα ύφανσης υφάσματος βαρέως τύπου.

Συνεπώς, η εναγομένη, πωλήτρια, υπέχει ευθύνη για συμβατική παράβαση, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής, δηλαδή, πωλήσεως και παραδόσεως στην ενάγουσα-αγοράστρια, αργαλειού, που δεν είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες και, ως εκ τούτου, υποχρεούται να αποζημιώσει την τελευταία, ήτοι να της καταβάλει τη θετική ζημία που υπέστη και την οποία αυτή (εναγομένη) μπορούσε και όφειλε να προβλέψει, ως συνέπεια της πλημμελούς εκπλήρωσης, εφόσον, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, το πωληθέν δεν είχε τις προδιαγραφές χρήσης, ήτοι της δυνατότητας υφάνσεως υφασμάτων βαρέως τύπου, τις οποίες απαίτησε η ενάγουσα, που ασκούσε τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, προκειμένου να παράξει ακωλύτως και χωρίς ελαττώματα το προαναφερόμενο είδος υφάσματος, το οποίο θα ήταν ανταγωνιστικό στην αγορά.

Εξάλλου, όπως προεκτίθεται, δεν συνέτρεξε περίπτωση μη ευθύνης της εναγομένης, κατ' άρθρο 79 του ν. 2532/1997 (Σύμβασης της Βιέννης), δηλαδή, δεν αποδείχθηκε ότι η πλημμελής εκπλήρωση της παροχής οφειλόταν σε γεγονός ή εμπόδιο, πέραν του πεδίου της επιρροής της, το οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως, ώστε να το αποφύγει ή να αντιμετωπίσει.

Συγκεκριμένα, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 19.200 ευρώ, δεδομένου ότι, λόγω της μη λειτουργίας του πωληθέντος αργαλειού, ακυρώθηκε η παραγγελία της εταιρείας "..." για ύφανση 4.800 μέτρων υφάσματος, βάρους 625 γρ./τ.μ., που έπρεπε να παραδοθεί μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 2004, από την οποία θα εισέπραττε 4,00 ευρώ/μ.

και β) το ποσό των 40.000 ευρώ, λόγω της ακύρωσης της παραγγελίας 10.000 μέτρων υφάσματος από την εταιρεία "...." (κατασκευαστική εταιρεία στρατιωτικού εξοπλισμού), που έπρεπε να παραδοθεί μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 2005, από την οποία θα εισέπραττε, επίσης, 4,00 ευρώ/τ.μ., ήτοι, συνολικά, το ποσό των 59.200 ευρώ. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τα υπό της ενάγουσας επικαλούμενα και προσκομιζόμενα 768/5-4-2005 και 835/9-8-2005 τιμολόγια-δελτία αποστολής, κατά τις ως άνω ημερομηνίες, αυτή παρέδωσε στην εταιρεία "...", που δραστηριοποιείται στην κατασκευή ενδυμάτων και υποδημάτων, 18.200 μ.

και 7.285 μ. υφάσματος β' διαλογής, αντίστοιχα και εισέπραξε 16.380 ευρώ και 6.556,50 ευρώ, ήτοι 0,90 ευρώ ανά μέτρο παραδοθέντος υφάσματος. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι η ως άνω εταιρεία αρκέστηκε στην παράδοση υφάσματος β' διαλογής, ενώ είχε ανάγκη υφάσματος α' διαλογής, ποιότητα, την οποία η ενάγουσα αδυνατούσε να παράξει καθώς και το ποσό, το οποίο θα κατέβαλε για τέτοιας ποιότητας ύφασμα.

Συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί το κονδύλιο των 79.003,50 ευρώ ως ουσία αβάσιμο.

Η εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της, προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την ένσταση διετούς παραγραφής των άνω αξιώσεων της ενάγουσας, με βάση τις υπ' αυτής επικαλούμενες διατάξεις του Γερμανικού Αστικού Κώδικα. Η ένσταση αυτής, όμως, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, ως ερειδόμενη επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέο τυγχάνει το γερμανικό ουσιαστικό δίκαιο. Και τούτο διότι, όπως προεκτίθεται, οι επίδικες αξιώσεις εκ της συμβάσεως πωλήσεως κινητού πράγματος και, εντεύθεν και η παραγραφή τους, ως θεσμός του ουσιαστικού δικαίου, ερείδονται στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του ν. 2532/1997 (Σύμβαση της Βιέννης), εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των διαδίκων, ανεξαρτήτως του ποίο, με βάση τους κανόνες ιδιωτικού δικαίου, ήθελε κριθεί ως εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον τόσον η Ελλάδα όσον και η Γερμανία έχουν κυρώσει την ως άνω Σύμβαση.

Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω αθέτηση της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης δεν παράγει, αυτοθρόως και αδικοπρακτική ευθύνη αυτής. Και τούτο, διότι δεν αποδεικνύεται ότι αυτή γνώριζε την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος και το αποσιώπησε παρανόμως και υπαιτίως, προκειμένου να παραπλανήσει την ενάγουσα και να προκαλέσει την υλική και ηθική της ζημία, παραβίασε, δηλαδή, υπαιτίως, την υποχρέωση πρόνοιας, από την οποία (παραβίαση) προέκυψε η αδυναμία λειτουργίας του ως άνω μηχανήματος, με συνέπεια την πρόκληση ζημιογόνου προσβολής του εννόμου αγαθού της προσωπικότητας της ενάγουσας, έκφανση της οποίας αποτελεί η ανεμπόδιστη ανάπτυξη της επαγγελματικής της δραστηριότητας.

Αντίθετα, αποδείχθηκε, όπως προεκτίθεται, ότι η εναγομένη, ευθύς ως έλαβε γνώση των προβλημάτων που ανεφύησαν, επενέβη πάραυτα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, παρέχοντας το απαιτούμενο εξειδικευμένο προσωπικό, μηχανήματα και ανταλλακτικά, με δικές της δαπάνες, προκειμένου να αποκαταστήσει τη λειτουργία του πωληθέντος αργαλειού, ενώ, κατέβαλε εξ ιδίων στην τράπεζα τις δόσεις της χρηματικής μίσθωσης που είχε καταρτίσει η ενάγουσα μέχρι και το μήνα Απρίλιο του 2005.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί κατ' ουσία το ερειδόμενο στις περί αδικοπραξιών διατάξεις κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία αβάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 59.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Τέλος, πρέπει να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εναγομένης, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατ' ουσία την από 24-8-2015 (52/31-8-2015) έφεση της ενάγουσας κατά της 34/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών.

Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα-ενάγουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος παραβόλου.

Εξαφανίζει την ως άνω εκκληθείσα απόφαση.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την 16-11-2005 (650/13425/ΤκΠ/2005) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων (59.200) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ